Η υπουργός Παιδείας ανέφερε ότι σύντομα θα εξαγγελθεί μια Επιτροπή αποτελούμενη από εκπαιδευτικούς και ακαδημαϊκούς, η οποία αφού μελετήσει και αξιολογήσει την υφιστάμενη κατάσταση, θα προτείνει ύλη για τη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου, ένα μεγάλο κεφάλαιο που απουσιάζει από τη διδασκαλία στα σχολεία μας.
Ένα θέμα ευαίσθητο –για ευνόητους λόγους– το οποίο επί της ουσίας το εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και χρόνια επιλέγει να μην το αγγίξει. Αποτέλεσμα αυτού του κενού, όπως ανέφερε στον «Φ» η Αθηνά Μιχαηλίδου, είναι μαθητές να μην γνωρίζουν την ιστορία του τόπου μας αλλά ακόμη και φοιτητές μας να μην έχουν τις σχετικές γνώσεις. Πολλές φορές, η πληροφόρηση της οποίας τυγχάνουν τα παιδιά είναι περιορισμένη, ελλιπής ή και διανθισμένη με υπερβολές και ακραίες απόψεις αναλόγως πολιτικών και ιδεολογικών τοποθετήσεων.
Παρά το γεγονός ότι η αρμόδια Υπουργός ξεκαθάρισε εξαρχής πως η πρόθεση ένταξης της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου στο εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν θα έχει να κάνει με τον τρόπο διδασκαλίας, αλλά με την καταγραφή των γεγονότων, εντούτοις, φαίνεται πως κάποιες επιφυλάξεις και προβληματισμοί άρχισαν ήδη να διατυπώνονται από διάφορες κατευθύνσεις.
Ο «Φ» μίλησε για το θέμα αυτό με τη Μαρία Χατζηαθανασίου, διδάκτορα Ιστορίας – ερευνήτρια, ζητώντας τη δική της άποψη τόσο για την πρόθεση του υπουργείου Παιδείας να ανοίξει το κεφάλαιο αυτό, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο.
Αρχικά, η κ. Χατζηαθανασίου ανέφερε πως υπάρχει εκκωφαντικό κενό σχετικά με τα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας, επισημαίνοντας πως το κενό αυτό είναι δυσανάλογο αν αναλογιστεί κανείς το πώς τα απόντα, από τα βιβλία (ή ελλιπώς παρουσιασμένα), αυτά θέματα πολιορκούν, το ενδιαφέρον του Κύπριου πολίτη στην καθημερινότητά του, μέσω άλλων φορέων ενημέρωσης και πληροφόρησης.
«Η αποσιώπησή της ιστορίας που προκύπτει, λοιπόν, ουσιαστικά στερεί τον πολίτη του μέλλοντος την ανάγκη και το δικαίωμα να ενδιαφερθεί και, στην πορεία, να γνωρίσει, την ιστορία του τόπου του μέσα από το έναυσμα της αντικειμενικής καταγραφής των γεγονότων», τονίζει η κ. Χατζηαθανασίου.
Στην ερώτησή μας «πώς μπορεί να γίνει εμπλουτισμός των πηγών πληροφόρησης των μαθητών με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα, καθώς πρόκειται για θέματα ιδιαίτερα ευαίσθητα, τα οποία ερμηνεύονται πολλές φορές κατά το δοκούν;», τονίζει ότι «οφείλει το κράτος, σεβόμενο τον πολίτη του μέλλοντος, να καταβάλει την πρέπουσα προσπάθεια και σημασία για να του παρέχει, μέσα από την κρατική εκπαίδευση, εμπεριστατωμένη πληροφόρηση που να χαρακτηρίζεται από τεκμηριωμένη στοιχειοθέτηση του διαθέσιμου υλικού, για την περίοδο που αφορά στο πρόσφατο παρελθόν του τόπου του».
Επιπρόσθετα, η ιστορικός αναφέρει πως σύγχρονες μεθοδολογίες έρευνας, καταγραφής της ιστορίας και διδασκαλίας της, δύναται να δημιουργήσουν ένα ωφέλιμο πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορέσει ο εκπαιδευόμενος να αναπτύξει κριτική σκέψη, να αποκτήσει θετική διάθεση προς το μάθημα της ιστορίας, να μπορέσει να διακρίνει τα πολυδιάστατα οφέλη που αντλούνται από τη γνώση του παρελθόντος (σε προσωπικό, συλλογικό, εθνικό επίπεδο), να εξελιχτεί σε ελεύθερα σκεπτόμενο ον και σε συνειδητοποιημένο πολίτη ενός σύγχρονου, ευρωπαϊκού κράτους.
«Αναγκαία η συμπερίληψη γεγονότων στα βιβλία»
Όσον αφορά στο κατά πόσο είναι εφικτό να ενταχθούν στα βιβλία και σχολικά εγχειρίδια καθώς και γενικότερα στην παιδαγωγική διαδικασία αυτά τα γεγονότα χωρίς «πάθη» και ακραίες θέσεις και πώς μπορούν να διδαχθούν και να μεταφερθούν στα παιδιά τα θέματα αυτά, η κ. Χατζηαθανασίου ανέφερε πως «η καταγραφή των γεγονότων και η συμπερίληψή τους στα βιβλία και στην παιδαγωγική διαδικασία είναι αναγκαία. Είναι, επίσης, αναγκαίο αυτή η προσπάθεια, εφόσον μπει σε τροχιά υλοποίησης, να διέπεται από παραγωγική επιστημοσύνη, ερευνητική ωριμότητα, ενάργεια πνεύματος, συγγραφικό ήθος, διάθεση για συνεργασία, ενεργό ακοή και αγνή φιλοπατρία».