Το μαύρο SUV που μετέφερε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, έφθασε στον Λευκό Οίκο λίγο πριν από τις 11 το πρωί, στις 11 Φεβρουαρίου. Ο Ισραηλινός ηγέτης, ο οποίος επί μήνες πίεζε τις Ηνωμένες Πολιτείες να συμφωνήσουν σε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά του Ιράν, οδηγήθηκε γρήγορα στο εσωτερικό, μακριά από τα βλέμματα των δημοσιογράφων, προετοιμασμένος για μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της μακράς πολιτικής του πορείας.
Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι συγκεντρώθηκαν αρχικά στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου, δίπλα στο Οβάλ Γραφείο. Στη συνέχεια, ο Νετανιάχου κατευθύνθηκε στο κατώτερο επίπεδο για το κύριο γεγονός: μια άκρως απόρρητη παρουσίαση για το Ιράν προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και την ομάδα του στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου (Situation Room), η οποία σπάνια χρησιμοποιείται για δια ζώσης συναντήσεις με ξένους ηγέτες.

Ο Τραμπ κάθισε, όχι όμως στη συνήθη θέση στην κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού, αλλά στη μία πλευρά, απέναντι από τις μεγάλες οθόνες στον τοίχο. Ο Νετανιάχου κάθισε απέναντί του. Στην οθόνη πίσω από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό εμφανίστηκε ο επικεφαλής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, καθώς και Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι, δημιουργώντας την εικόνα ενός ηγέτη εν καιρώ πολέμου, πλαισιωμένου από την ομάδα του.
Η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Σούζι Γουάιλς, βρισκόταν στην άκρη του τραπεζιού. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος εκτελούσε και χρέη συμβούλου εθνικής ασφάλειας, καθόταν στη συνήθη θέση του. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Νταν Κέιν βρίσκονταν στη μία πλευρά, μαζί με τον διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ. Ο γαμπρός του προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ και ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ, που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, συμπλήρωναν την ομάδα.
Η συνάντηση διατηρήθηκε σκόπιμα περιορισμένη, ώστε να αποφευχθούν διαρροές. Αρκετοί κορυφαίοι υπουργοί δεν γνώριζαν καν ότι πραγματοποιούνταν, ενώ απουσίαζε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος βρισκόταν στο Αζερμπαϊτζάν και δεν πρόλαβε να επιστρέψει εγκαίρως λόγω του αιφνιδιαστικού προγραμματισμού.
Παρουσίαση μιας ώρας από τον Νετανιάχου
Η παρουσίαση του Νετανιάχου, διάρκειας περίπου μίας ώρας, αποδείχθηκε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πορείας ΗΠΑ και Ισραήλ προς μια πιθανή ένοπλη σύγκρουση σε μία από τις πιο ασταθείς περιοχές του κόσμου. Ακολούθησαν σειρά συσκέψεων στον Λευκό Οίκο τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες, κατά τις οποίες ο Τραμπ εξέτασε τα ενδεχόμενα και τους κινδύνους πριν δώσει τελικά το «πράσινο φως» για κοινή στρατιωτική δράση κατά του Ιράν.

Η αφήγηση βασίζεται σε δημοσιογραφική έρευνα για το επερχόμενο βιβλίο «Regime Change: Inside the Imperial Presidency of Donald Trump» των Maggie Haberman και Jonathan Swan από τους New York Times, το οποίο αποκαλύπτει τις εσωτερικές διεργασίες της κυβέρνησης, τις διαφωνίες μεταξύ των στενών συνεργατών του προέδρου και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις στον Λευκό Οίκο. Το υλικό προέρχεται από εκτενείς συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Η έρευνα δείχνει ότι οι «γερακίσιες» (επιθετικές) απόψεις του Τραμπ συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες του Νετανιάχου επί μήνες, περισσότερο από όσο είχαν αντιληφθεί ακόμη και βασικοί σύμβουλοι του προέδρου. Η στενή σχέση των δύο ανδρών αποτελεί διαχρονικό στοιχείο δύο διαφορετικών κυβερνήσεων και έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στην αμερικανική Αριστερά όσο και στη Δεξιά.
Ώριμες οι συνθήκες για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, επέμενε ο Νετανιάχου
Στην παρουσίαση της 11ης Φεβρουαρίου, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι το Ιράν ήταν ώριμο για αλλαγή καθεστώτος και ότι μια κοινή επιχείρηση ΗΠΑ – Ισραήλ θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Σε κάποια στιγμή, οι Ισραηλινοί παρουσίασαν στον Τραμπ βίντεο με πιθανούς νέους ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο εξόριστος γιος του τελευταίου Σάχη, Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος επιχειρεί να εμφανιστεί ως κοσμικός πολιτικός που θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν σε μια μεταθεοκρατική εποχή.
Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν θα μπορούσε να καταστραφεί μέσα σε λίγες εβδομάδες και ότι το καθεστώς θα αποδυναμωνόταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορέσει να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, ο κίνδυνος αντιποίνων κατά αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή ήταν περιορισμένος.

Οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν ότι θα ξεκινούσαν εκ νέου διαδηλώσεις στο εσωτερικό του Ιράν και ότι μια εκτεταμένη εκστρατεία βομβαρδισμών θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ανατροπή του καθεστώτος. Παράλληλα, εξετάστηκε το ενδεχόμενο Κούρδων μαχητών να ανοίξουν νέο μέτωπο από το Ιράκ.
Ο Νετανιάχου παρουσίασε τα δεδομένα με αυτοπεποίθηση, κερδίζοντας θετική ανταπόκριση από τον Τραμπ. «Ακούγεται καλό», φέρεται να είπε ο Αμερικανός πρόεδρος, ένδειξη ότι ενδεχομένως ήταν διατεθειμένος να εγκρίνει κοινή επιχείρηση.
«Φάρσα» το σενάριο αλλαγής καθεστώτος, έλεγε η CIA, «ανοησίες» πρόσθετε ο Ρούμπιο
Ωστόσο, την επόμενη ημέρα, αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών αξιολόγησαν το σχέδιο και κατέληξαν ότι τα δύο πρώτα σκέλη — η εξουδετέρωση της ηγεσίας και η αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν — ήταν εφικτά, ενώ η αλλαγή καθεστώτος θεωρήθηκε μη ρεαλιστική. Ο διευθυντής της CIA χαρακτήρισε το σενάριο «φάρσα», με τον Ρούμπιο να σχολιάζει ότι πρόκειται για «ανοησίες».

Παρά τις επιφυλάξεις, ο Τραμπ εμφανίστηκε αποφασισμένος να εξετάσει σοβαρά στρατιωτική δράση. Ο στρατηγός Κέιν προειδοποίησε ότι μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση θα εξαντλούσε τα αποθέματα αμερικανικών όπλων, ενώ τόνισε τον κίνδυνο αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, που αποτελούν κρίσιμη οδό μεταφοράς πετρελαίου.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπήρχαν διαφορετικές απόψεις. Ο αντιπρόεδρος Βανς ήταν ο πιο έντονα αντίθετος σε μια γενικευμένη σύγκρουση, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε να προκαλέσει χάος στην περιοχή και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Υποστήριξε ότι μια τέτοια σύγκρουση θα ήταν δαπανηρή και θα απομάκρυνε τις ΗΠΑ από άλλες στρατηγικές προτεραιότητες.
Παρά τις διαφωνίες, αρκετοί συνεργάτες του Τραμπ εκτιμούσαν ότι το Ιράν αποτελούσε ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο και ότι ο πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να αναλάβει σημαντικό ρίσκο για να εμποδίσει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Στις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου, νέες πληροφορίες έδειχναν ότι ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, επρόκειτο να συναντηθεί με κορυφαίους αξιωματούχους σε χώρο εκτός καταφυγίου, γεγονός που δημιουργούσε πιθανό στόχο για αεροπορική επίθεση.
Ο Τραμπ έδωσε μία ακόμη ευκαιρία για διπλωματική λύση, ενώ παράλληλα οι ΗΠΑ μετέφεραν στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με συνεργάτες του, ο πρόεδρος είχε ουσιαστικά λάβει την απόφαση εβδομάδες νωρίτερα, αλλά δεν είχε καθορίσει την ακριβή χρονική στιγμή.
Η τελική σύσκεψη
Στις 26 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η τελική σύσκεψη στην αίθουσα επιχειρήσεων. Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν τις απόψεις τους, με τον Βανς να δηλώνει ότι θεωρεί την επιχείρηση κακή ιδέα, αλλά ότι θα στηρίξει την απόφαση του προέδρου. Ο Ρούμπιο υποστήριξε ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν θα έπρεπε να αποτελεί στόχο, ενώ η καταστροφή του πυραυλικού προγράμματος του Ιράν θεωρήθηκε εφικτή.
Ο Τραμπ κατέληξε: «Νομίζω ότι πρέπει να το κάνουμε». Τόνισε ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι πρέπει να αποτραπεί η δυνατότητά του να εξαπολύει πυραυλικές επιθέσεις στην περιοχή.
Την επόμενη ημέρα, από το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, 22 λεπτά πριν από την προθεσμία που είχε θέσει ο στρατηγός Κέιν, ο Τραμπ έστειλε την εντολή: «Η επιχείρηση Epic Fury εγκρίνεται. Καμία ακύρωση. Καλή επιτυχία».
Η συνέχεια είναι γνωστή…