Η ματιά του Τσαρλς (Τσακ) Φράιλιχ προσλαμβάνει πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην προσπάθεια κατανόησης των όσων συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, αλλά και για την πρόβλεψη ως προς το τι έπεται. Ο λόγος είναι πως ο Ισραηλινός ακαδημαϊκός και αναλυτής εθνικής ασφάλειας, με ειδίκευση στη στρατηγική πολιτική, τις σχέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και, ευρύτερα, τη Μέση Ανατολή, έχει μια καλώς νοούμενη, ψυχρά πραγματιστική ματιά, πέρα από την αναλυτική του ικανότητα. Δεν εξωραΐζει και δεν διστάζει να πει τα πράγματα όπως θεωρεί ότι έχουν, και μόνο.
Ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας, ο οποίος υπήρξε επί σειρά ετών ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Belfer του Harvard, όπου και δίδαξε πολιτικές επιστήμες, και ο οποίος συνεχίζει να διδάσκει στο Columbia, στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και στο New York University, μιλά για όλα όσα θέλει κανείς να μάθει αυτές τις μέρες γύρω από τον αχανή και χαώδη πλέον πολιτικό χώρο της Μέσης Ανατολής.
Το βασικότερο των ημερών είναι βέβαια το Ιρανικό. Και η πρώτη ερώτηση είναι λογικό να αφορά την αποτίμηση μέχρι στιγμής, ειδικά με τις αντιφατικές εκτιμήσεις της κάθε πλευράς. Ο Φράιλιχ λέει πως κακώς μιλάμε για αποτίμηση, καθώς δεν είναι μία αλλά δύο. Εξηγεί ότι υπάρχει μια στρατιωτική και μια πολιτική αποτίμηση, κάτι που σε αυτό τον πόλεμο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο λόγω αυτού που περιγράφει ως την καθαρή απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο. Από στρατιωτική άποψη, συνεχίζει, είναι δεδομένο ότι το Ιράν υπέστη σοβαρό πλήγμα και ότι, σε αρκετούς τομείς, θα χρειαστεί χρόνο για να ανασυγκροτηθεί. Πολιτικά όμως, τονίζει, η Τεχεράνη κατάφερε να βγει όρθια και να εμφανιστεί ως δύναμη που άντεξε απέναντι στις ΗΠΑ.
Κατά τη γνώμη του, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έδωσε στο Ιράν τη δυνατότητα να διεθνοποιήσει τη σύγκρουση και να πιέσει την Ουάσιγκτον προς την κατεύθυνση της εκεχειρίας, κάτι που η ιρανική ηγεσία αντιμετωπίζει ως νίκη. Το θέμα των Στενών αποτελεί μια επίμονη και ασύμμετρη απειλή για τις ΗΠΑ, εξηγεί: τα μεγάλα ιρανικά ναυτικά μέσα καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό, όμως ο πραγματικός κίνδυνος παραμένει στα μικρά ταχύπλοα, στα μέσα παρενόχλησης και στις ευέλικτες επιθετικές δυνατότητες του Ιράν. Η δυσκολία δεν έγκειται μόνο στο αν οι ΗΠΑ μπορούν να τα εξουδετερώσουν, αλλά στο ότι αρκεί μία επιτυχής διείσδυση ή ένα σοβαρό πλήγμα σε αμερικανικό στόχο για να αλλάξει άρδην το πολιτικό και στρατιωτικό τοπίο, όπως λέει.

Ιράν και «υπαναχωρήσεις Τραμπ»
Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά, εκτιμά ότι παραμένει κάποιο περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στην αμερικανική απαίτηση για μηδενικό εμπλουτισμό και σε ένα μοντέλο πιο κοντά στη λογική του JCPOA, δηλαδή της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία προνοούσε εμπλουτισμό μόνο σε επίπεδο καθαρά πολιτικής χρήσης. Ωστόσο, στέκεται επικριτικά έναντι της τακτικής Τραμπ, καθώς θεωρεί ότι οι επανειλημμένες υπαναχωρήσεις του Αμερικανού Προέδρου έχουν πείσει τους Ιρανούς ότι η Ουάσιγκτον θέλει περισσότερο τη συμφωνία, ενώ, παράλληλα, οδήγησαν στην απώλεια μέρους της διαπραγματευτικής ισχύος της. Για τον λόγο αυτό, δεν αποκλείει περιορισμένη νέα στρατιωτική πίεση ή παρατεταμένη οικονομική πίεση ως μέσο εξαναγκασμού, ώστε η Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι με πιο συμβιβαστική στάση. Επιμένει ιδιαίτερα στην ανάγκη να απομακρυνθεί από το Ιράν όχι μόνο το ουράνιο 60%, αλλά και το 20%, επειδή θεωρεί ότι και αυτό έχει μεγάλη στρατηγική σημασία.
Αν το καθεστώς αντέξει…
Ο ακαδημαϊκός, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο πτώσης του καθεστώτος, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι σε κάθε σενάριο εξωτερικά επιβαλλόμενης ανατροπής, όπως λέει. Πιστεύει ότι, αν υπάρξει τέτοια εξέλιξη, θα προκύψει κυρίως από εσωτερική έκρηξη, κοινωνική πίεση και απονομιμοποίηση του καθεστώτος. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα έπρεπε να κάνουν περισσότερα για να αποδυναμώσουν τις δομές εξουσίας, να χτυπούν στόχους του μηχανισμού καταστολής και να στηρίζουν τις αντιπολιτευτικές δυνάμεις, τόσο στο πεδίο της πληροφόρησης όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
Ένα βασικό στοιχείο της ανάλυσής του είναι ότι η πολιτική επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος, ακόμη και ύστερα από σοβαρά στρατιωτικά πλήγματα, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική επιτυχία από μόνη της.
Ο Φράιλιχ δεν στέκεται μόνο στο τι καταστράφηκε ή τι σώθηκε, αλλά κυρίως στο μήνυμα που παράγεται για την περιοχή: αν η Τεχεράνη καταφέρει να παρουσιάσει τον εαυτό της ως καθεστώς που άντεξε απέναντι στην αμερικανική ισχύ, τότε αυτή η εικόνα μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία, ακόμη κι αν το πραγματικό στρατιωτικό της απόθεμα έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα.
Παράλληλα, ο ειδικός για τη Μέση Ανατολή λέει ότι το πρόβλημα του Ιράν δεν είναι μόνο τεχνικό ή στρατιωτικό, αλλά και ψυχολογικό και γεωπολιτικό. Αν η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να διστάζει και η Τεχεράνη να αντέχει, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο για το πώς αντιλαμβάνονται οι περιφερειακοί παίκτες την αμερικανική αξιοπιστία. Με άλλα λόγια, δεν τον ανησυχεί μόνο το πυρηνικό υλικό ή η ναυτική απειλή, αλλά η πιθανότητα να παγιωθεί η εντύπωση ότι το Ιράν μπορεί να πιέζει, να αντέχει και τελικά να αποσπά πολιτικά οφέλη χωρίς να υποχρεώνεται σε ουσιαστική στρατηγική υποχώρηση.
Λίβανος, Χεζμπολάχ και μέλλον
Τι γίνεται με τον Λίβανο και πώς, αλήθεια, προέκυψε η δυνατότητα της Χεζμπολάχ να συνεχίσει να πλήττει το βόρειο Ισραήλ μετά τα συντριπτικά πλήγματα που υπέστη; Δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, απαντά ο αναλυτής. Ξεκαθαρίζει τη θέση του, δηλαδή ότι η ισραηλινή κυβέρνηση έδωσε λανθασμένη ερμηνεία στην επιτυχία των επιχειρήσεων του 2024, ιδίως μετά την εξόντωση του Νασράλα, την επιχείρηση με τους βομβητές και τα μαζικά πλήγματα στις αποθήκες της οργάνωσης. Από πού προκύπτει αυτό; Όταν ένα οπλοστάσιο, εξηγεί, ξεκινά από εξαιρετικά υψηλή βάση, ακόμη και μια απώλεια της τάξης του 80% αφήνει πίσω χιλιάδες ρουκέτες, drones και σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Σε σχέση με τις συνομιλίες Ισραήλ-Λιβάνου, αναγνωρίζει ότι για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες υπάρχει λιβανική κυβέρνηση που, τουλάχιστον σε επίπεδο πρόθεσης και ρητορικής, θέλει να αποκαταστήσει την εθνική κυριαρχία σε ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, ο καθηγητής κρίνει ότι το βασικό πρόβλημα παραμένει άλυτο: η Χεζμπολάχ είναι μακράν ισχυρότερη στρατιωτικά από το ίδιο το λιβανικό κράτος. Επομένως, συνεχίζει, όσο δεν υπάρχει δύναμη – εσωτερική ή εξωτερική – διατεθειμένη και ικανή να την περιορίσει αποφασιστικά, δεν πρέπει να αναμένεται γρήγορη διευθέτηση του θέματος.
Επιπλέον, δεν θεωρεί ότι η UNIFIL ή οποιοσδήποτε άλλος διεθνής μηχανισμός μπορεί ρεαλιστικά να επιβάλει νέα ισορροπία ισχύος στον Λίβανο. Αντίθετα, αφήνει να εννοηθεί ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ περιορισμένα περιθώρια επιβολής όταν απέναντί της βρίσκεται μια τόσο εδραιωμένη και βαριά οπλισμένη παραστρατιωτική δύναμη. Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και αν υπάρχουν περιθώρια για μικρά βήματα προσέγγισης ή κάποιες συμφωνίες αποκλιμάκωσης, δεν διακρίνει συνθήκες για θεαματικές αλλαγές.
Σε ό,τι, πάλι, αφορά τη σύνδεση Ιράν-Χεζμπολάχ, ο Τσακ Φράιλιχ θεωρεί ότι η πλήρης αποκοπή των δεσμών δεν είναι ρεαλιστικός στόχος. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύει ότι η σχέση αυτή έχει αποδυναμωθεί, τόσο λόγω των ισραηλινών πληγμάτων όσο και λόγω των αλλαγών στη Συρία μετά την πτώση του Άσαντ και την άνοδο ενός νέου, πιο αντιιρανικού και αντι-Χεζμπολάχ καθεστώτος. Άρα, αν και δεν αναμένει απόλυτη ρήξη, θεωρεί ότι η φθορά των δικτύων ανεφοδιασμού και επιρροής είναι υπαρκτή και σημαντική.
«Οι προθέσεις δεν αρκούν»
Ο Φράιλιχ μιλά για δύο διαφορετικές πραγματικότητες στον Λίβανο: από τη μία, ένα πολιτικό κέντρο που φαίνεται να θέλει να επαναφέρει κρατική κυριαρχία και, από την άλλη, μια στρατιωτική πραγματικότητα που δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν το λιβανικό κράτος έχει καλύτερες προθέσεις σήμερα, αυτές δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από επιχειρησιακή ισχύ. Η αντίφαση αυτή, κατά την ανάγνωσή του, είναι που εξηγεί γιατί οι θετικές πολιτικές ενδείξεις δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε πραγματική αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ.
Όσο για το Ισραήλ, αναφέρει, πρέπει να προσαρμόσει τις προσδοκίες του σε μια πιο ρεαλιστική βάση. Η πλήρης εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ ή η γρήγορη υποκατάστασή της από κρατικούς ή άλλους μηχανισμούς επιρροής δεν προκύπτει ως άμεσο και ρεαλιστικό σενάριο. Εκείνο που βλέπει ως πιο πιθανό είναι μια αργή διαδικασία περιορισμού, φθοράς και σταδιακής αποδυνάμωσης, η οποία θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και από το εάν θα αλλάξουν μακροπρόθεσμα οι περιφερειακοί συσχετισμοί υπέρ του λιβανικού κράτους και εις βάρος του ιρανικού άξονα.

“Σχεδόν υπαρξιακή για το Ισραήλ η στήριξη των ΗΠΑ”
Οι σχέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ είναι το βαθύτερο αλλά και πιο ανησυχητικό στρατηγικό θέμα, λέει ο Φράιλιχ, εκτιμώντας ότι η αμερικανική στήριξη είναι σχεδόν υπαρξιακή για το Ισραήλ, επειδή καλύπτει από την αντιμετώπιση του Ιράν, της Χεζμπολάχ και της Hamas έως τον εξοπλισμό, τη διπλωματική κάλυψη, τις διεθνείς συμμαχίες και την επιρροή στους διεθνείς οργανισμούς. Για τον ίδιο, δεν υπάρχει άλλη δύναμη ικανή να υποκαταστήσει αυτόν τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι η σχέση αυτή είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται πριν από την 7η Οκτωβρίου, κυρίως λόγω της αμερικανικής δυσαρέσκειας για τις ισραηλινές πολιτικές στη Δυτική Όχθη και στο παλαιστινιακό. Κατά την άποψή του, το σοκ της 7ης Οκτωβρίου δεν εξαφάνισε την κρίση, αλλά απλώς την ανέβαλε προσωρινά. Στη συνέχεια, ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου και η αυξανόμενη αμερικανική κριτική έφεραν στην επιφάνεια αυτή τη δυσαρέσκεια σε ακόμη πιο έντονη μορφή.
Ο Φράιλιχ θεωρεί ότι η επανεκλογή Τραμπ έδωσε στο Ισραήλ μια πρόσκαιρη ανάσα, χωρίς όμως να αναστρέψει τη βαθύτερη τάση. Επισημαίνει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη μετακινείται σταδιακά, ότι σε σημαντικά τμήματά της υπάρχει πλέον μεγαλύτερη συμπάθεια προς τους Παλαιστινίους παρά προς το Ισραήλ και ότι αυτή η μετατόπιση αρχίζει να αντανακλάται και στο Κογκρέσο. Από αυτή τη σκοπιά, η όποια στήριξη της παρούσας κυβέρνησης, αναφέρει, δεν αρκεί για να αποτρέψει μια πιο μακροπρόθεσμη αλλαγή στη διακομματική βάση της αμερικανικής στήριξης.
Στο ίδιο πλαίσιο, προειδοποιεί πως η δεκαετής συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας που λήγει το 2028 ενδέχεται να μην ανανεωθεί. Αυτό δεν το αντιμετωπίζει ως τεχνικό ζήτημα, αλλά ως πιθανό σύμπτωμα μιας βαθύτερης αλλαγής στη σχέση με τις ΗΠΑ. Για εκείνον, η απειλή δεν είναι απλώς η μείωση ενός πακέτου βοήθειας, αλλά η σταδιακή απώλεια του πολιτικού, στρατηγικού και ηθικού υποστρώματος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε, επί δεκαετίες, η ειδική σχέση των δύο χωρών.
Κατά τη γνώμη του, όλες οι άλλες απειλές μπορούν να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες αν αποδυναμωθεί η αμερικανική ομπρέλα. Δεν βλέπει τη σχέση με τις ΗΠΑ ως μία απλή διεθνή συνεργασία ανάμεσα σε πολλές, αλλά ως τον βασικό στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος του Ισραήλ. Επομένως, αν η σχέση αυτή εισέλθει σε φάση διαρκούς φθοράς, τότε το Ισραήλ θα βρεθεί πιο εκτεθειμένο όχι μόνο διπλωματικά, αλλά και στρατιωτικά και περιφερειακά.
Η προειδοποίησή του, λοιπόν, είναι διπλή: από τη μία λέει ότι το Ισραήλ δεν πρέπει να παρασυρθεί από την παρούσα ευνοϊκή συγκυρία υπό τον Τραμπ και να νομίσει ότι το πρόβλημα λύθηκε, και από την άλλη ότι η βαθύτερη κρίση βρίσκεται στην αμερικανική κοινωνία, στο πολιτικό σύστημα και στη σταδιακή φθορά της διακομματικής συναίνεσης. Αυτό, για τον Φράιλιχ, είναι ίσως πιο ανησυχητικό και από τις άμεσες περιφερειακές συγκρούσεις, επειδή αγγίζει τον βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η ισραηλινή στρατηγική επί δεκαετίες.