Είναι μία από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων που μπορείς να ακούς για ώρες, όχι μόνο επειδή είναι αυτοί που είναι αλλά και επειδή μπορούν να σου εξηγήσουν τα πάντα: από το γεωστρατηγικό σχεδιασμό, ακαδημαϊκά και πρακτικά, στο πώς έστησαν επιτυχημένες επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών, πώς έκανα πολιτική διαπραγμάτευση, αλλά και σε απολύτως καθαρά στρατιωτικά ζητήματα. Όλα αυτά τα ξέρει διότι ήταν στην ιεραρχία του χειρισμού τους. Σε όλους τους τομείς αν και όχι με την πιο πάνω σειρά.

Το όνομά του δεν αποκαλύπτεται. Όσα, όμως, λέει, με σκληρή ειλικρίνεια, για το τι πέτυχε αλλά και τι δεν πέτυχε ο πόλεμος στο Ιράν, για το πόσο εκτός πραγματικότητας ήταν η αντίληψη ορισμένων ότι το καθεστώς στην Τεχεράνη θα έπεφτε με βομβαρδισμούς, για το τι σημαίνει το Μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν και ποιο κόστος θα έχει για το Ισραήλ, για το τι έχει αλλάξει στις σχέσεις με τις ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες, για το τι συμβαίνει στον Λίβανο και στο μέτωπο εκεί, αλλά και για τον Ερντογάν και τη δήλωση Τραμπ για τα F-35, έχουν τεράστιο ενδιαφέρον.

Νίκες, ήττες και η μέση

Η συζήτηση αρχίζει αναπόφευκτα από τα κέρδη και τις απώλειες. Το Ιράν, εκτιμά, ηττήθηκε στρατιωτικά και εξηγεί ότι η Τεχεράνη δεν μπόρεσε να αποτρέψει σχεδόν καμία από τις επιθέσεις που εξαπέλυσαν εναντίον της το Ισραήλ και οι ΗΠΑ. Η εκστρατεία, κατά την εκτίμησή του, έδειξε καθαρά ότι το ιρανικό σύστημα δεν ήταν άτρωτο: η διοίκηση εκτέθηκε, το στρατηγικό βάθος της χώρας επλήγη, όπως επλήγησαν και η αυτοπεποίθηση του καθεστώτος και η εικόνα της ιρανικής ισχύος. Πλήγματα ακριβείας, εξαιρετική αρχική κίνηση, εντυπωσιακά αποτελέσματα μέσα στο Ιράν και πολύ χαμηλές απώλειες», αναπτύσσει σημειώνοντας η συμμαχική εκστρατεία περιλάμβανε περίπου 20.000 πλήγματα σε ιρανικό έδαφος.

«Όμως οι πόλεμοι δεν είναι απλώς πολεμικές επιχειρήσεις», λέει. «Είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα και υπάρχουν για να υπηρετούν στρατηγικούς σκοπούς. Στον στρατηγικό σχεδιασμό, αυτό που αναζητάς είναι η ευθυγράμμιση σκοπών, τρόπων και μέσων», προσθέτει.

Καταγράφει και περιγράφει έτσι ένα κενό ανάμεσα στον στρατιωτικό σχεδιασμό και στο πολιτικό τέλος της σύγκρουσης. Στην αρχή, εξηγεί, οι στόχοι ήταν σαφείς: να αποτραπεί η ιρανική πυρηνική επιλογή, να υποβαθμιστούν οι δυνατότητες προβολής ισχύος της Τεχεράνης, ιδίως το βαλλιστικό της πρόγραμμα, να περιοριστούν οι πόροι με τους οποίους χρηματοδοτεί τους πληρεξουσίους της και να πληγεί η οικονομία της σε βαθμό που να δυσκολεύει τη συνέχιση της περιφερειακής της επιρροής.

Όμως, ορισμένοι από τους στόχους ήταν εξωφρενικοί, τονίζει χωρίς περιστροφές, αναφερόμενος ειδικά στην ιδέα ότι η αλλαγή καθεστώτος μπορεί να επιτευχθεί με αεροπορική εκστρατεία ή με μια «μισοψημένη κουρδική εξέγερση», η οποία τελικά ακυρώθηκε. «Οι ελπίδες δεν είναι καλές πυξίδες σε στρατιωτικές εκστρατείες», σχολιάζει δηκτικά.

Κατά την εκτίμησή του, το κρίσιμο πρόβλημα εμφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που η στρατιωτική επιτυχία έπρεπε να μετατραπεί σε διαπραγματευτική ισχύ. Το μνημόνιο που ακολούθησε, εξηγεί, αφήνει εκτός ατζέντας τα κομβικά ζητήματα: το πυραυλικό πρόγραμμα, τους πληρεξουσίους του Ιράν και τη χρηματοδότηση της περιφερειακής του επιρροής. Το δε πυρηνικό ζήτημα, λέει, παραπέμπεται για αργότερα, ενώ την ίδια ώρα «χρήματα ρέουν προς το Ιράν πριν ακόμη κάνει οτιδήποτε».

«Αδιάβαστοι» στουςΙρανούς

 Για τον αξιωματούχο, κάθε διαπραγμάτευση αρχίζει από μια απλή ερώτηση: ποιος έχει τον μοχλό πίεσης; «Πού είναι η πίεση; Ποιος μπορεί να πιέσει ποιον;» διερωτάται. Η δική του απάντηση είναι ότι η συμφωνία δεν ασκεί αρκετή πίεση στην Τεχεράνη. Η στρατιωτική επιλογή φαίνεται σχεδόν να έχει βγει από το τραπέζι, προσθέτει, ακόμη κι αν ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει να δηλώνει ότι μπορεί να επανέλθει σε αυτήν ανά πάσα στιγμή.

«Όταν πας να διαπραγματευτείς με το Ιράν, πας πολύ καλά διαβασμένος», σχολιάζει. «Δεν είναι απλώς έμποροι. Είναι αυτοί που έφτιαξαν το παζάρι. Και ξέρουν πολύ καλά τη δουλειά τους».

Με ακόμη πιο σκωπτικό ύφος, κάνει έναν παραλληλισμό με τον Dirty Harry, τον ιστορικό κινηματογραφικό χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Κλιντ Ίστγουντ: «Όταν το Ιράν κοιτάζει μέσα στην κάννη και το ρωτούν αν είναι η τυχερή του μέρα, απαντά: ναι, είναι. Διότι δεν θα τραβήξετε τη σκανδάλη. Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη είδε τι μπορούν να κάνουν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, είδε όμως και τι δεν μπορούν να κάνουν. Και σήμερα θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει το κόστος».

Πότε πιάνουν τόπο οι απειλές

Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει και το Στενό του Ορμούζ, το οποίο χαρακτηρίζει «την πιο προβλέψιμη έκπληξη» της κρίσης. Εδώ και δεκαετίες, εξηγεί, όλοι γνώριζαν ότι το Ιράν θα χρησιμοποιούσε το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης σε περίπτωση πολέμου. Παρ’ όλα αυτά, οι δυνάμεις που σχεδίασαν την εκστρατεία εμφανίστηκαν απροετοίμαστες να απαντήσουν άμεσα και αποφασιστικά. «Αν το Ορμούζ έκλεινε, θα έπρεπε αμέσως να επιβληθεί αποκλεισμός», σημειώνει, αφήνοντας να νοηθεί ότι η απουσία έτοιμης απάντησης δείχνει και πάλι απόσταση ανάμεσα στο στρατηγικό και στο επιχειρησιακό επίπεδο.

Η βαθύτερη ανησυχία του είναι ότι το Ισραήλ μπορεί να κερδίζει μάχες, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτές τις επιτυχίες σε τελική νίκη. «Αυτό είναι ένα μοτίβο που βλέπουμε από την 7η Οκτωβρίου», αναφέρει.

Η ίδια λογική, λέει, ισχύει και στην αποτροπή. Η απειλή χρήσης βίας έχει δύναμη όσο παραμένει δυνητική. Ο αντίπαλος δεν γνωρίζει πόσο επώδυνο θα είναι το χτύπημα που μπορείς να του καταφέρεις. Μόλις όμως το χτύπημα δοθεί, μπορεί να μετρήσει το κόστος και να αναπροσαρμόσει τον υπολογισμό του. Αυτό, παρατηρεί, συμβαίνει σήμερα στο Ιράν. Η Τεχεράνη δεν καταλήγει ότι το Ισραήλ είναι αδύναμο, διευκρινίζει. Καταλήγει όμως ότι μπορεί να απορροφήσει τα πλήγματα και να επιβιώσει.

Άλλαξε κάτι και τι με τις ΗΠΑ;

 Από εκεί προκύπτει και ένα δεύτερο, ίσως ακόμη σοβαρότερο ζήτημα: η απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι το ερώτημα που τίθεται όλο και εντονότερα τις τελευταίες ημέρες: αν, δηλαδή, αυτό που βλέπουμε συνιστά αλλαγή που δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο πεδίο.

Εξηγεί πως αυτή η σχέση κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, όχι σε ένα μόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ξεκαθαρίζει, η συνεργασία είναι εξαιρετικά στενή και οι στρατιωτικοί μηχανισμοί λειτουργούν σχεδόν μαζί. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, οι διαφορές έρχονται πλέον στην επιφάνεια.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξηγεί, το Ιράν είναι μεν κρίσιμο μέτωπο, αλλά όχι το μόνο. «Η Ουάσινγκτον σκέφτεται την Κίνα, την παγκόσμια οικονομία και την αποφυγή ενός ακόμη ατελείωτου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για το Ισραήλ, όμως, το βαλλιστικό πρόγραμμα, οι πληρεξούσιοι του Ιράν και η Χεζμπολάχ δεν είναι θεωρητικά ζητήματα. Είναι άμεση απειλή».

«Το πιο ανησυχητικό», παρατηρεί, «δεν είναι το στρατιωτικό αλλά το πολιτικό: μετά από μια πρωτοφανή στρατιωτική συνεργασία, το Ισραήλ βλέπει τον εαυτό του να υποβιβάζεται σε πολύ κατώτερο εταίρο, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση». Και καταλήγει: «Αυτό είναι σίγουρα πρόβλημα».\

Θα πάρει η Άγκυρα τα F-35;

Η πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, μετά τις σχετικές νύξεις του Ντόναλντ Τραμπ την Πέμπτη, αντιμετωπίζεται στο Ισραήλ με προσοχή, αλλά όχι ακόμη ως τετελεσμένο. Ο συνομιλητής μας συνιστά ψυχραιμία και λέει ότι θα περίμενε «να το δει να συμβαίνει», υπενθυμίζοντας πως το ζήτημα των ρωσικών S-400 παραμένει ανοιχτό.

Η ανησυχία του, όμως, δεν αφορά μόνο ένα οπλικό σύστημα. Αφορά τη συνολική μετατόπιση των αμερικανικών προτεραιοτήτων και την τουρκική ικανότητα να αξιοποιεί τα κενά της Ουάσινγκτον. Κατά τον ίδιο, στη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Ιράν αναδείχθηκαν βαθύτερες αποκλίσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ: οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να κλείσουν μέτωπα στη Μέση Ανατολή και να στραφούν σε μεγαλύτερες παγκόσμιες προτεραιότητες, ενώ το Ισραήλ ζει τις απειλές της περιοχής ως άμεσο υπαρξιακό ζήτημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, αποτιμά, η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας ακόμη δύσκολος σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Είναι δύναμη που μπορεί να επηρεάζει αμερικανικές αποφάσεις σε κρίσιμα μέτωπα. Η ενδεχόμενη αναβάθμισή της με F-35, υπογραμμίζει, θα πρόσθετε έναν νέο παράγοντα ανησυχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ διαπιστώνει ότι η τελική αμερικανική απόφαση δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη δική του αίσθηση απειλής.

Πιλοτικές περιοχές γιατί;

Ζητήσαμε να μάθουμε τι τελικά ισχύει με τη Χεζμπολάχ. Ο έμπειρος γνώστης του πεδίου του Λιβάνου, και όχι μόνο από απόσταση, απαντά πως η Χεζμπολάχ δέχθηκε ένα από τα βαρύτερα πλήγματα της ιστορίας της, αλλά δεν έχει εξουδετερωθεί.

Προχωρά λέγοντας ότι, αν και η σύγκρουση στον Λίβανο αρχίζει ουσιαστικά στις 8 Οκτωβρίου 2023, την επομένη της 7ης Οκτωβρίου, ο ισραηλινός πολεμικός στόχος διατυπώνεται καθαρά μόλις τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 2024. Μέχρι τότε, ο Λίβανος αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον μέτωπο, το οποίο δεν πρέπει να αποσπάσει την προσοχή από τη Γάζα.

Ο στόχος που ετέθη στη συνέχεια ήταν η ασφαλής επιστροφή των κατοίκων του βορείου Ισραήλ στα σπίτια τους. Στρατιωτικά, λέει, αυτό σημαίνει απομάκρυνση της Χεζμπολάχ από τη Γαλάζια Γραμμή και εξάλειψη της άμεσης απειλής εισβολής, αντιαρματικών πυρών, ελεύθερων σκοπευτών, εκρηκτικών και ρουκετών. Η δύναμη Radwan της Χεζμπολάχ, με χιλιάδες τρομοκράτες, είχε αναπτυχθεί κοντά στα σύνορα με στόχο, κατά την ισραηλινή εκτίμηση, μια επίθεση τύπου 7ης Οκτωβρίου από τον βορρά.

Το Ισραήλ απάντησε με τις εντυπωσιακές, όπως αναφέρει, επιχειρήσεις με τους βομβητές και τους ασυρμάτους, με μαζικά πλήγματα ακριβείας και με περιορισμένη χερσαία εισβολή περίπου τριών χιλιομέτρων, η οποία διέλυσε την προωθημένη ανάπτυξη της Χεζμπολάχ. Μέσα σε περίπου δύο μήνες, η τρομοκρατική οργάνωση έχασε περίπου το 80% του οπλοστασίου της και μεγάλο μέρος της διοίκησής της. «Ήταν καταστροφικό στρατιωτικό πλήγμα», λέει.

Από τον Νοέμβριο του 2024 και μετά, το Ισραήλ συνέχισε σχεδόν καθημερινά τα πλήγματα στον Λίβανο, χωρίς ουσιαστική απάντηση της Χεζμπολάχ μέχρι τον Μάρτιο του 2026. Αυτό όμως, όπως σημειώνει, δημιούργησε και μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Όταν ο ισραηλινός στρατός άρχισε να επιχειρεί βαθύτερα, μέχρι και δέκα χιλιόμετρα από τα σύνορα, εμφανίστηκε μια νέα «προβλέψιμη έκπληξη»: τα FPV drones με οπτική ίνα. Από τότε, λέει, το Ισραήλ έχασε δεκάδες στρατιώτες στον Λίβανο, από drones, εκρηκτικά και άλλα μέσα.

«Η Χεζμπολάχ δεν μπορεί να μας σταματήσει πουθενά», λέει. «Αλλά εμείς δεν μπορούμε να επιβάλουμε τον αφοπλισμό της».Η φράση αυτή συμπυκνώνει το ισραηλινό δίλημμα. Στρατιωτικά, η Χεζμπολάχ έχει υποστεί τεράστια ζημιά. Πολιτικά και οργανωτικά, όμως, παραμένει μέσα στον Λίβανο, με ιρανική υποστήριξη, υποδομές, οπλοστάσιο και δυνατότητα ανασύνταξης.

Η διπλωματική διαδικασία κινείται μέσα σε αυτό το κενό. Η Βηρυτός ζητά από το Ισραήλ να αποσυρθεί και να σταματήσει τα πλήγματα. Το Ισραήλ απαιτεί τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Η λιβανική κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι δεσμευμένη σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά επικαλείται περιορισμένες δυνατότητες, οικονομικές ανάγκες και δυσκολίες εφαρμογής.

Ο αξιωματούχος εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τον ρόλο του λιβανικού στρατού. «Η δική μας λογική είναι: δυσπιστείς, επαληθεύεις και επιβάλλεις μόνος σου», λέει. Υπενθυμίζει ότι από το 2006 το Ισραήλ λαμβάνει διαβεβαιώσεις από τον λιβανικό στρατό, αλλά πολλές φορές η πραγματικότητα στο πεδίο αποδεικνύεται διαφορετική. «Μας λένε: πήγαμε, ελέγξαμε, δεν υπάρχει τίποτα. Μετά η δική μας πληροφορία δείχνει κάτι άλλο ή η δύναμή μας μπαίνει και βρίσκει ό,τι υπήρχε».

Γι’ αυτό, εξηγεί, το Ισραήλ επιμένει σε «πιλοτικές περιοχές», όπου ο λιβανικός στρατός θα κληθεί να καθαρίσει το έδαφος, να το κρατήσει και να αποτρέψει την επιστροφή της Χεζμπολάχ. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. «Οι Λιβανέζοι είναι πολύ καλοί στις υποσχέσεις και πολύ λιγότερο καλοί στην παράδοση αποτελεσμάτων», αναφέρει.

Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λόγω της σύνθεσης του λιβανικού στρατού και των ισορροπιών στο εσωτερικό της χώρας. Ο αξιωματούχος δεν θεωρεί ότι όλοι οι Σιίτες στηρίζουν τη Χεζμπολάχ. Αντιθέτως, σημειώνει ότι η οργάνωση έχει πολλά να απαντήσει στους ίδιους τους Λιβανέζους, καθώς έσυρε τη χώρα σε ακόμη έναν πόλεμο χωρίς να ρωτήσει την κυβέρνησή της. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική βούληση για πραγματικό αφοπλισμό παραμένει αβέβαιη.

Το συμπέρασμά του είναι αυστηρό: το Ισραήλ πρέπει να ενθαρρύνει κάθε λιβανική προσπάθεια ανάκτησης κυριαρχίας, αλλά δεν μπορεί να εμπιστευθεί την ασφάλεια των πολιτών του σε κανέναν άλλον. «Ο λιβανικός στρατός μπορεί να κάνει ό,τι μπορεί. Εμείς μπορούμε να κάνουμε λιγότερα, αν εκείνοι κάνουν περισσότερα. Αλλά δεν θα εμπιστευθούμε τη ζωή μας σε αυτό. Αυτό είναι και το μάθημα της 7ης Οκτωβρίου».