Με το πέρας μιας ιδιαίτερα δύσκολης και απαιτητικής χρονιάς, την οποία απασχόλησαν κεφαλαιώδη ζητήματα για τις εργασιακές σχέσεις (π.χ. Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή-ΑΤΑ, Εθνικός Κατώτατος Μισθός-ΕΚΜ), έχουμε εισέλθει στην αρχή μιας νέας χρονιάς, την οποία θα απασχολήσουν ζητήματα εξίσου σημαντικά και που εκτιμάται ότι θα καθορίσουν τις εργασιακές σχέσεις για την επόμενη δεκαετία τουλάχιστον.

Μέσα από τις δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετωπίστηκαν το προηγούμενο διάστημα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης των θεσμών και του συστήματος εργασιακών σχέσεων, διατηρώντας σε κάθε περίπτωση την αρχική του φιλοσοφία, με τις ελεύθερες  συλλογικές διαπραγματεύσεις να παραμένουν στο επίκεντρο του.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις για μεταρρυθμίσεις θα πρέπει βασίζονται στον ορθολογισμό και σε πραγματικά δεδομένα (evidence-based), απαλλαγμένες από τον λαϊκισμό και την δημιουργία προσδοκιών και εντυπώσεων.

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος αποτελεί αδιαμφισβήτητα τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση από την εισαγωγή του αναλογικού συστήματος το 1980. Στην προσπάθεια που συνεχίζεται εντός του 2026, θα πρέπει να διασφαλιστεί εκτός ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, ότι θα διαμορφωθεί ένα βιώσιμο σύστημα, που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των υφιστάμενων και μελλοντικών δικαιούχων προσφέροντας αξιοπρεπείς συντάξεις, διατηρώντας το υφιστάμενο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και χωρίς να επιφέρει επιπρόσθετο κόστος που να υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και των επιχειρήσεων.

Σε σχέση με τον ΕΚΜ, θα πρέπει να αξιοποιηθεί το χρονικό περιθώριο μέχρι την επόμενη αναπροσαρμογή του, ώστε να υιοθετηθεί μια φόρμουλα που θα βασίζεται στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας και που θα διασφαλίζει την επάρκεια του ΕΚΜ σε συνδυασμό πάντοτε με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Προς αυτό τον σκοπό, η εκπόνηση μελέτης αντικτύπου και η ανάλυση των δεδομένων που θα απορρέουν από αυτή, κρίνεται απολύτως αναγκαία.

Ιδιαίτερα σημαντικό θέμα προς διαβούλευση, ένεκα και των προεκτάσεων του, αποτελεί το θέμα που το συνδικαλιστικό κίνημα θέτει επιτακτικά και που αφορά την επέκταση της εφαρμογής των Συλλογικών Συμβάσεων, παραπέμποντας στην Ευρωπαϊκή Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για «Επαρκείς Κατώτατους Μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση», και ειδικότερα στην αναφορά ότι, όταν το ποσοστό της κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι χαμηλότερο του 80%, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν πλαίσιο με τους αναγκαίους πρόσφορους όρους για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Παρά το γεγονός ότι η πρόσφατη Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Υπόθεση C-19/23) αποσαφηνίζει πλέον πως τα κράτη-μέλη δεν οφείλουν να φτάσουν το κατώτατο όριο του 80%, αλλά να εκπονήσουν «σχέδιο δράσης» για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και ότι το 80% νοείται μόνο ως «δείκτης» και η μη επίτευξη του δεν συνιστά παράβαση υποχρέωσης, το συνδικαλιστικό κίνημα συνεχίζει να ερμηνεύει κατά το δοκούν την Οδηγία και να αξιώνει την υποχρεωτική επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων.

Μια τέτοια εξέλιξη θα επέφερε την ολοκληρωτική αλλαγή του συστήματος εργασιακών σχέσεων και του φιλελεύθερου, εθελοντικού χαρακτήρα του, και θα περιόριζε την ευελιξία που παρέχει, δημιουργώντας περαιτέρω προκλήσεις.

Κατά τις αρχές του 2026, σημαντικός αριθμός κλαδικών αλλά και επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας, βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση για ανανέωση, με τις συντεχνίες να έχουν υποβάλει ιδιαίτερα υψηλά αιτήματα σε μισθολογικές αυξήσεις και παρεμφερή ωφελήματα, και καταβάλλονται προσπάθειες για την ειρηνική ανανέωση τους, στο πλαίσιο που το επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες των επιχειρήσεων.

Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και υπονομεύει τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας. Η αναθεώρηση της Στρατηγικής για την Απασχόληση Αλλοδαπού Εργατικού Δυναμικού του 2022, η οποία και μετονομάστηκε σε «Πλαίσιο Εργοδότησης Αλλοδαπών Εργαζομένων», και η αύξηση του ανώτατου ποσοστού απασχόλησης υπηκόων τρίτων χωρών σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί σημαντικό  βραχυπρόθεσμο μέτρο.

Ωστόσο, οι ελλείψεις παραμένουν σε όλους τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας με κάποιους να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Ειδικότερα,  στον τομέα της υγείας, η οξεία έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού και η μη επαρκής στελέχωση θαλάμων και κλινικών στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, έχει θέσει σε κίνδυνο την λειτουργία  τους, ενώ μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει ανυπολόγιστες συνέπειες για ασθενείς, εργαζόμενους και το σύστημα υγείας συνολικά.

Οι επιχειρήσεις, επηρεαζόμενες από την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση της οικονομίας, βρίσκονται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού. Συνεπώς, η αύξηση της συμμετοχής στην απασχόληση του ανενεργού πληθυσμού παραμένει μια από τις βασικές προκλήσεις, σε συνδυασμό με την επιτακτική ανάγκη για εκπαίδευση των εργαζομένων για απόκτηση και διεύρυνση των δεξιοτήτων τους (reskilling και upskilling) και βελτίωση της αντιστοιχίας μεταξύ κενών θέσεων εργασίας και απαιτούμενων δεξιοτήτων. 

* Ανώτερος Λειτουργός Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής (ΟΕΒ)