Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας υποδηλώνει την αυξανόμενη ανησυχία για τους χαμηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας, για τις αδυναμίες που παρατηρούνται στον τομέα της καινοτομίας, σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες, καθώς και για τις επιπτώσεις ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου διεθνούς περιβάλλοντος.

Οι ανησυχίες αυτές είναι εύλογες. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος η συζήτηση να περιοριστεί μόνο σε μια τεχνοοικονομική προσέγγιση και να παραγνωριστούν βαθύτερες διαρθρωτικές και πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος.

Η σημασία της ανταγωνιστικότητας

Η ανταγωνιστικότητα συχνά παρουσιάζεται ως ζήτημα παραγωγικότητας, επενδύσεων και τεχνολογικής προόδου. Οι παράγοντες αυτοί είναι σημαντικοί, όμως ταυτόχρονα υπάρχουν και άλλα ζητήματα. Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται επίσης με την κοινωνική συνοχή, την αποτελεσματικότητα των θεσμών, την ενεργειακή ασφάλεια, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών να διατηρούν την οικονομική και πολιτική τους σταθερότητα σε μια περίοδο μετασχηματισμών.

Διαφοροποίηση του οικονομικού υποδείγματος

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς η ΕΕ θα καταστεί πιο ανταγωνιστική αλλά και ποιο οικονομικό υπόδειγμα επιθυμεί να προωθήσει με τρόπο που αυτό θα συνδυάζει την ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή. Το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα των τελευταίων δεκαετιών συνδέεται με εξελίξεις που προβληματίζουν σοβαρά. Σε αρκετά κράτη μέλη παρατηρούνται αυξανόμενες πιέσεις στη μεσαία τάξη, καθώς και διεύρυνση κοινωνικών και των οικονομικών ανισοτήτων. Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να αποτελούν μέρος της συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα.

Μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανταγωνιστική όταν η οικονομική πρόοδος συνοδεύεται από κοινωνική ανασφάλεια, περιορισμένες προοπτικές για τις νεότερες γενιές ή αυξανόμενη αβεβαιότητα για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα προϋποθέτει οικονομική αποτελεσματικότητα καθώς και κοινωνική νομιμοποίηση.

Το διεθνές περιβάλλον και οι επενδύσεις

Οι προκλήσεις καθίστανται ακόμη πιο σύνθετες λόγω του διεθνούς περιβάλλοντος. Η ΕΕ δραστηριοποιείται σήμερα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό, περιφερειακές συγκρούσεις και αυξανόμενηαβεβαιότητα.

Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλότερες σε σχέση με πολλές ανταγωνιστικές οικονομίες, οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει πιο απαιτητικές και οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από στρατηγικούς και γεωπολιτικούς υπολογισμούς.

Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν αδυναμίες που στο παρελθόν δεν ήταν πάντοτε ορατές.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιδόσεις των εξαγωγών της ΕΕ απέκρυπταν βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα που αφορούσαν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ανθεκτικότητα των οικονομιών της.

Η παραγωγικότητα και οι οικονομικές επιδόσεις επηρεάζονται επίσης από την ποιότητα των θεσμών, την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, τη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την πρόσβαση σε προσιτή ενέργεια και τη συνολική ικανότητα μιας οικονομίας να κατανέμει και να αξιοποιεί αποτελεσματικά τους διαθέσιμους πόρους.

Η ΕΕ διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας, κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, καθώς και σημαντικές επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης ή ταλέντου. Είναι η αδυναμία μετατροπής αυτής της γνώσης σε καινοτομία, επιχειρηματικότητα και οικονομική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας.

Γραφειοκρατία και θεσμικό πλαίσιο

Η γραφειοκρατία και ο κατακερματισμός των νομικών πλαισίων εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά εμπόδια. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν συχνά σε ένα πολύπλοκο γραφειοκρατικό περιβάλλον που επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων, αυξάνει το κόστος λειτουργίας και δυσχεραίνει την ανάπτυξή τους. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες όταν επιχειρούν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η μείωση της γραφειοκρατίας και η απλούστευση των διαδικασιών δεν αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα. Αντίθετα, συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Τιμές ενέργειας και πράσινη μετάβαση

Το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τη βιομηχανική παραγωγή, τις επενδυτικές αποφάσεις και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Η πράσινη μετάβαση αποτελεί αναγκαία απάντηση στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η εφαρμογή της πρέπει να γίνεται με τρόπο που να λαμβάνει υπ’ όψιν τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Εάν η πράσινη μετάβαση οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κόστους ζωής, σε αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης ή σε δυσανάλογες επιβαρύνσεις για ορισμένα κράτη μέλη, τότε θα δημιουργηθούν σοβαρές οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες. Το ζητούμενο είναι να διασφαλίσουμε ότι η πράσινη μετάβαση θα είναι οικονομικά βιώσιμη, κοινωνικά αποδεκτή και πολιτικά διαχειρίσιμη.

Η διαφορετικότητα των κρατών μελών

Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπ’ όψιν τη μεγάλη διαρθρωτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει την ΕΕ. Τα κράτη μέλη διαφέρουν σημαντικά ως προς τη δομή των οικονομιών τους, τις θεσμικές τους δυνατότητες, τις ενεργειακές τους ανάγκες, τη δημοσιονομική τους ευχέρεια και τη γεωγραφική τους θέση.

Ως εκ τούτου, μια προσέγγιση που επιχειρεί να εφαρμόσει τις ίδιες πολιτικές σε όλες τις περιπτώσεις δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις διαφορετικές πραγματικότητες που υπάρχουν εντός της Ένωσης.

Ο ρόλος του κράτους

Ιδιαίτερα σημαντικός παραμένει και ο ρόλος του κράτους. Αναμφίβολα, οι αγορές επιτελούν απαραίτητες λειτουργίες. Ωστόσο, δεν μπορούν από μόνες τους να διασφαλίσουν μια ισορροπημένη αναπτυξιακή πορεία. Το κράτος οφείλει να επιτελεί τον στρατηγικό, κοινωνικό και ρυθμιστικό του ρόλο. Οφείλει να συμβάλλει στην ανάπτυξη, στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στη σταθερότητα και στη δικαιοσύνη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων. Η αύξηση των δαπανών δεν αποτελεί από μόνη της λύση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ποιότητα των δαπανών και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των πολιτικών. Το ίδιο επίπεδο δαπανών μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τον τρόπο κατανομής και αξιοποίησής τους.

Αγορά εργασίας και κοινωνική συνοχή

Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στο πεδίο της αγοράς εργασίας. Η ευελιξία μπορεί να διευκολύνει την προσαρμογή των οικονομιών και να ενισχύσει τη δυναμική τους. Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από τη συγκράτηση των μισθών και από επισφαλείς μορφές απασχόλησης ενέχει σοβαρούς κινδύνους.

Η διαρκής πίεση στους μισθούς μπορεί να αποδυναμώσει την εσωτερική ζήτηση, να ενισχύσει την κοινωνική ανασφάλεια και να επιδεινώσει δημογραφικές προκλήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μείωση των γεννήσεων και με τη γήρανση του πληθυσμού, οι παράγοντες αυτοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Πρέπει να στηρίζεται στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία, στις ίσες ευκαιρίες και σε ένα σταθερό κοινωνικό περιβάλλον.

* Ομότιμος Καθηγητής, Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.