Δυσκολεύουν τα πράγματα για την ελληνική Κυβέρνηση σε ό,τι αφορά μία νέα έξοδο στις αγορές, μετά και την επίσημη απόφαση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, να κλείσει οριστικά την πόρτα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) για την Ελλάδα.
 
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι επενδυτές ήταν ήδη εξαιρετικά επιφυλακτικοί απέναντι στην Ελλάδα πριν ακόμα ο Ντράγκι ξεκαθαρίσει το τοπίο γύρω από το QE, αφού δεν ήταν πρόθυμοι καν να ανταλλάξουν υφιστάμενο χρέος του ελληνικού Δημοσίου με νέο. Στο πρόσφατο ταξίδι που έκαναν στις ΗΠΑ ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης και ο επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) Δημήτρης Τσάκωνας δεν είχαν, απλώς και μόνο, στόχο να δοκιμάσουν νερά για μία πιθανή νέα έκδοση ομολόγου το επόμενο διάστημα, εκμεταλλευόμενοι το θετικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί γύρω από την Ελλάδα, μετά την απόφαση του Eurogroup του Ιουλίου για τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, σε μία περίοδο μάλιστα που τα ελληνικά ομόλογα είχαν ήδη μπει στην οδό της βελτίωσης έχοντας μηδενίσει τις ζημιές από την αναταραχή που προκάλεσε η πολιτική κρίση στην Ιταλία τον Μάιο.
 
Το οικονομικό επιτελείο πήγε στις ΗΠΑ έχοντας συγκεκριμένη πρόταση προς τα funds με τα οποία συναντήθηκε σε Νέα Υόρκη και Βοστώνη.  Η πρόταση αυτή αφορά μία σκέψη που υπάρχει στον ΟΔΔΗΧ εδώ και αρκετό καιρό –συγκεκριμένα από τον περασμένο Νοέμβριο–, η οποία τέθηκε στο τραπέζι τον Μάιο. Ωστόσο, το ξέσπασμα της ιταλικής κρίσης ανάγκασε την Κυβέρνηση να την ξαναβάλει στο συρτάρι, «παγώνοντας» τα όποια σχέδια για νέα έξοδο στις αγορές. Στόχος των κ. Τσακαλώτου, Χουλιαράκη και Τσάκωνα στις ΗΠΑ ήταν να προσεγγίσουν εκείνους τους επενδυτές που έμειναν «έξω» από το swap των ομολόγων του PSI τον περασμένο Νοέμβριο.
 
Πολλοί Αμερικανοί επενδυτές-κάτοχοι των ομολόγων αυτών του strip, με συνολικά κεφάλαια 4,2 δισ. ευρώ, δεν συμμετείχαν τελικά στην ανταλλαγή των ομολόγων, είτε για φορολογικούς είτε για άλλους λόγους που έχουν να κάνουν με το δίκαιο υπό το οποίο τελούσαν οι τίτλοι, και θα μπορούσαν να προσεγγιστούν και πάλι στο πλαίσιο μιας νέας ανταλλαγής. Ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο βρήκε «τοίχο» σε αυτήν την πρόταση ανταλλαγής, με τα αμερικανικά funds να μην εμφανίζονται πρόθυμα όχι απλώς να συμμετέχουν σε μία νέα έκδοση μακροπρόθεσμου ομολόγου (π.χ. 10ετούς), καθώς θεωρούν ότι ενέχουν ακόμη ρίσκο λόγω του ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους δεν έχει λυθεί – κάτι που θα είχε γίνει εάν εφαρμοζόταν ο «γαλλικός μηχανισμός», αλλά ούτε και να ανταλλάξουν υφιστάμενο ελληνικό χρέος με νέο. Αυτό είναι ενδεικτικό των αμφιβολιών και ανησυχιών που συνεχίζουν να υπάρχουν στο περιβάλλον των επενδυτών για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας.
 
Σε αυτό το σκηνικό, αν προστεθεί το ηχηρό «όχι» που είπε ο Μάριο Ντράγκι την προηγούμενη Πέμπτη στην ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE, οι προοπτικές μιας νέας εξόδου στις αγορές (ειδικά με μακροπρόθεσμους τίτλους) το επόμενο διάστημα επιδεινώνονται σημαντικά. Αν και οι αγορές που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η ΕΚΤ μέσω του QE δεν θα ήταν σημαντικές σε ποσό, καθώς το πρόγραμμα τελειώνει τον Δεκέμβριο και οι μηνιαίες αγορές μειώνονται σταδιακά, το σήμα ωστόσο που θα έστελνε μία τέτοια κίνηση στους επενδυτές θα ήταν καθοριστικό για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης της αγοράς προς την Ελλάδα.
 
Όπως δείχνουν τα πράγματα, τρεις εβδομάδες πριν βγει η χώρα από το έπος των προγραμμάτων διάσωσης, δεν χάνει απλώς και μόνο την ένταξη στο QE, αλλά δεν μπορεί να πείσει τους επενδυτές να ανταλλάξουν το ελληνικό χρέος που ήδη έχουν.
 
ΣΤΑΣΙΜΗ Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΣ
 
Σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας θα συνεχίσει να κινείται η ελληνική οικονομία, καθώς παρά την ενίσχυση των εξαγωγών και των επενδύσεων, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει καθηλωμένη, λόγω της υπερφορολόγησης. Όπως σημειώνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων, «η πτώση της ιδιωτικής καταναλώσεως, στο πρώτο τρίμηνο του 2018, συνάδει με τις περιορισμένες καταναλωτικές δυνατότητες των νοικοκυριών, λόγω της υπέρμετρης φορολογήσεως που έχει επιβληθεί τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση φορολογία.
 
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να σημειώσει μικρή αύξηση, κατά 0,8% το 2018, η οποία θα υποστηριχθεί από την αύξηση της απασχολήσεως και την αρνητική μέση ροπή προς αποταμίευση». Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της τράπεζας, με εξαίρεση τη σημαντική ενίσχυση των πωλήσεων Ι.Χ. αυτοκινήτων, οι οποίες καταγράφουν υψηλό ρυθμό αύξησης κατά 33%, σε ετήσια βάση, στο πρώτο εξάμηνο του 2018 οι υπόλοιποι δείκτες συγκυρίας προοιωνίζονται υποτονική εξέλιξη της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης. Ο δείκτης όγκου των λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά μόλις 0,6%, σε ετήσια βάση, στο πρώτο τετράμηνο του 2018, έναντι αύξησης 1,1% το 2017 συνολικά.

Πηγή: Ο Φιλελεύθερος