Κάποιες φωτογραφίες που δημοσίευσε ο νυν πρώτος αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου Χριστάκης Πατσαλίδης, στο προφίλ του στο Facebook, αποτέλεσαν την αφορμή γι’ αυτό το ρεπορτάζ. Οι φωτογραφίες ήταν από το ημερολόγιο του πατέρα του, Ανδρέα Πατσαλίδη, υπουργού Οικονομικών της χώρας πριν, κατά και μετά τη εισβολή του 1974. Στο ημερολόγιο καταγράφονταν οι συναντήσεις του τότε υπουργού Οικονομικών αλλά παράλληλα διαφαίνεται και η γενικότερη αμηχανία που επικρατούσε κατά τις δύσκολες μέρες του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής.
 
Ζητήσαμε από τον Χριστάκη Πατσαλίδη να μας δείξει το ημερολόγιο του πατέρα του, κάτι που αποδέχθηκε. Το φυλλομετρήσαμε μαζί κι ανάμεσα στην περίεργη σιωπή των σελίδων, μας εξιστόρησε και κάποια από τα προσωπικά του βιώματα από την τραγική εκείνη εποχή. Οι συνεχείς επαφές με τον Μακάριο, οι επισκέψεις στους προσφυγικούς καταυλισμούς με τον πατέρα του, οι πυροβολισμοί κατά της οικίας που διέμεναν, ήταν μόνο κάποιες από τις αναμνήσεις του. Κοιτάζοντας τις σελίδες του κόκκινου «The Economist Diary» διαφαίνεται πως η κυβέρνηση τότε δεν ανέμενε τις τραγικές εξελίξεις που θα ακολουθούσαν.
 
Τίποτα στο ημερολόγιο του Α. Πατσαλίδη δεν έδειχνε συναντήσεις ή επαφές που να είχαν σχέση με το ενδεχόμενο εισβολής ή έστω θερμού επεισοδίου. Μόνο μία συνάντηση στις 10 Ιουλίου, στις 11.30 το πρωί, στο Υπουργείο Εξωτερικών ίσως να είχε κάποια σχέση. Στην παρένθεση έγραφε: θέμα Τουρκία. Ο Ανδρέας Πατσαλίδης είχε τη συνήθεια να βάζει ένα νι στις συναντήσεις που διεκπεραίωνε. Στις συναντήσεις που είχε προγραμματισμένες για την Τρίτη και Τετάρτη 16 και 17 Ιουλίου, δεν έβαλε το γνωστό νι, αλλά τράβηξε μία μεγάλη συνεχόμενη γραμμή που διέγραφε όλες τις συναντήσεις. Μέχρι και την 31η Ιουλίου, δεν καταγράφηκαν συναντήσεις στο ημερολόγιο του υπουργού.
 
Μόνο μετά την 1η Αυγούστου, άρχισε εκ νέου η καταγραφή συναντήσεων και επαφών. Από τον γραφικό του χαρακτήρα καταφέραμε να ξεχωρίσουμε τις επαφές που είχε με ΚΕΒΕ και ΟΕΒ, με την ΠΑΣΥΔΥ. Ακολούθησε κι ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με τον Χριστάκη Πατσαλίδη ενδεχομένως να ήταν σ’ αυτό το ταξίδι που αποφασίστηκε η παραχώρηση οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ προς την Κύπρο. Με αφορμή λοιπόν το ημερολόγιο του Ανδρέα Πατσαλίδη, που διετέλεσε υπουργός Οικονομικών από το 1968 μέχρι το 1979, αποφασίσαμε να ανατρέξουμε στις οικονομικές επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής του 1974 και στον τρόπο που η κυπριακή οικονομία κατόρθωσε να επανέλθει. Κάτι που στο εξωτερικό χαρακτηρίστηκε ως οικονομικό θαύμα.      
 
Η εισβολή δεν αποτέλεσε μόνο ένα ανθρωπιστικό δράμα αλλά και οικονομική καταστροφή για την Κύπρο σε μία περίοδο που η οικονομία μετά την ανεξαρτησία παρουσίαζε άνθηση. Την περίοδο 1961-1973 παρουσιαζόταν ταχεία ανάπτυξη της οικονομίας με ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ 7.4% ετησίως. Μεταποίηση, τουρισμός και γεωργία ήταν οι κινητήριοι μοχλοί ενώ και τότε σημαντικός ήταν ο ρόλος των κατασκευών, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Κυπριακή Οικονομία –  Ανασκόπηση, προκλήσεις και προοπτικές». Η επέκταση του τομέα μεταποίησης στηρίχθηκε στη στρατηγική υποκατάστασης εισαγόμενων προϊόντων με εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Το επίπεδο προστασίας που απολάμβανε η κυπριακή μεταποίηση έναντι των εισαγόμενων προϊόντων κυμαινόταν από 25% μέχρι 190% το 1967 (Demetriades 1984). H αναπτυξιακή πορεία της συγκεκριμένης περιόδου είχε ώς αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε υποδομές όπως αεροδρόμια, λιμάνια, δρόμοι, τηλεπικοινωνίες και στην επέκταση του δικτύου ηλεκτροδότησης.
 
Ταυτόχρονα υπήρξε αύξηση της γεωργικής παραγωγής μέσω αναδασμού γης, επέκτασης των συστημάτων ύδρευσης, αυξημένης χρήσης μηχανημάτων και λιπασμάτων και της Ίδρυσης του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών. Μία από τις θετικές συνέργειες της αύξησης της γεωργικής παραγωγής ήταν η αύξηση της ζήτησης για βιομηχανικά προϊόντα. Η γεωργία αποτέλεσε την κύρια πηγή ξένου συναλλάγματος στη χώρα, ενώ ακόμα και ο τομέας της μεταποίησης στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό σε γεωργικά προϊόντα. Ο τουρισμός αποτέλεσε την ανερχόμενη δύναμη της οικονομίας και η πολιτεία φρόντισε να τον στηρίξει με τη χορήγηση δανείων και την παραχώρηση κρατικής γης. Οι κρατικές επενδύσεις τότε, αφορούσαν και στην εκπαίδευση. Πέραν της παροχής δωρεάν εκπαίδευσης μέχρι και την τρίτη τάξη του γυμνασίου, δημιουργήθηκε, την υπό αναφορά περίοδο και το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο αλλά και το Ινστιτούτο Ξενοδοχειακών και Επισιτιστικών Τεχνών αλλά και το Κέντρο Παραγωγικότητας.   
Από πλευράς πόρων και οικονομικών δυνατοτήτων, το κατεχόμενο μέρος της χώρας αντιπροσώπευε το 70% του συνόλου, ανέφερε σε ομιλία του τον Ιούλιο του 1977 ο Α. Πατσαλίδης ενώπιον ξένων δημοσιογράφων οι οποίοι βρέθηκαν στην Κύπρο για το «Διεθνές Δημοσιογραφικόν Συμπόσιον». Όπως εξηγούσε ο υπουργός στους εκπροσώπους του ξένου Τύπου: «… πίσω από το χαμόγελο και την αξιοπρέπεια βρίσκονται η σκληρή οικονομική πραγματικότητα, η αγωνία και το δράμα αλλά επίσης η αποφασιστικότητα για μη υποταγή στην ωμή βία και η εμμονή και αντοχή μέχρι την εξεύρεση μίας αξιοπρεπούς και δίκαιης λύσης του πολιτικού προβλήματος». Περίπου 180 χιλ. Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν τότε από τις περιουσίες τους.
 
Ο Α. Πατσαλίδης δήλωνε σίγουρος ότι η κυπριακή οικονομία θα κατόρθωνε να επανέλθει και να επιβιώσει. Υπάρχουν αρετές στο λαό μας που θα τον καταστήσουν ικανό να δημιουργήσει και να διατηρήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την επιβίωση του, έλεγε ο τότε υπουργός Οικονομικών. «Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που έφερε η εισβολή παρέχουν επαρκή ένδειξη της ικανότητας μας να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό μας», εξηγούσε χαρακτηριστικά στους ξένους δημοσιογράφους.
Τι χάθηκε
Μετά το 1960 και την ανεξαρτησία, η χώρα παρουσίαζε εντυπωσιακούς σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης και ουσιαστικά ετοιμαζόταν για την καλύτερη οικονομικά περίοδο στην ιστορία της. Χαρακτηριστικά, ο τότε υπουργός Οικονομικών σχολίαζε πως οι επενδύσεις ήταν συνεχείς, η γεωργική παραγωγή είχε διπλασιαστεί και τα μεγέθη της βιομηχανίας υπερδιπλασιάστηκαν. Την ίδια περίοδο είχε ξεκινήσει και η μεγάλη άνθηση του κυπριακού τουριστικού προϊόντος. Μαζί με όλα αυτά, βελτιώνονταν και τα εισοδήματα άρα και τα δεδομένα για την κοινωνία και τους απλούς πολίτες. Άλλωστε, η ανεργία είχε σχεδόν εξαλειφθεί. Αξιοπρόσεκτο επίσης, ήταν το γεγονός πως το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας ήταν διαρκώς πλεονασματικό και οι εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά και αφορούσαν διαφόρων ειδών προϊόντα και υπηρεσίες.
Οι επιπτώσεις
Η τουρκική εισβολή ανέτρεψε όλα τα πιο πάνω. Το αμεσότερο, ήταν πως η πολιτεία έπρεπε να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη για όλους τους εκτοπισθέντες. «Η μείωση των εισοδημάτων, η διακοπή των διατομεακών σχέσεων και η επικρατούσα αβεβαιότητα είχαν ως αποτέλεσμα τη σοβαρή μείωση της οικονομικής δραστηριότητας δημιουργώντας σωρευτικές επιπτώσεις», εξηγούσε ο Α. Πατσαλίδης. Η ανεργία προσέλαβε τρομακτικές διαστάσεις αφού οι άνεργοι ανέρχονταν στο 35% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.
Η τουρκική εισβολή είχε στερήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία τις πιο παραγωγικές της περιοχές για την εποχή εκείνη. Τη Μεσαορία με τα σιτάρια της, την Καρπασία με τις καπνοκαλλιέργειες, την Κερύνεια με τα εσπεριδοειδή. Η γεωργική περιοχή στις προαναφερόμενες περιοχές έφτανε το 47% του συνόλου. Περίπου 47 τετραγωνικά μίλια με κήπους εσπεριδοειδών ή το 80% της ολικής έκτασης εσπεριδοειδών καταλήφθηκε. Όχι μόνο αυτή η παραγωγή χάθηκε, αλλά κα οι επενδύσεις που έγιναν στους διάφορους τομείς, κατελήφθησαν, σχολίαζε ο τότε υπουργός Οικονομικών. Οι κεφαλαιουχικές επενδύσεις σε μηχανήματα σχετιζόμενα με τον πρωτογενή τομέα που έπεσαν στα χέρια των εισβολέων υπολογίστηκε πως είχαν αξία 7,5 εκατ. λιρών. Πολύ μεγάλο ποσό για την τότε εποχή. Επίσης στα κατεχόμενα έμειναν εκατοντάδες χιλιάδες ζώα αξίας 9 εκατ. λιρών ενώ 100 τετραγωνικά μίλια δάσους καταστράφηκαν από τους βομβαρδισμούς.
 
Μεγάλες ήταν οι επιπτώσεις και στον τομέα της βιομηχανίας, αφού σ’ αυτές που παρέμειναν στο κατεχόμενο μέρος, απασχολούνταν το 33% του εργατικού δυναμικού του τομέα. Η συνεισφορά τους στο σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής υπολογίστηκε στο 26%. Όπως εξηγούσε όμως ο υπουργός, αν λαμβάνονταν υπόψη και οι βιομηχανίες που βρίσκονταν σε επικίνδυνες περιοχές αλλά και οι βιομηχανίες στις ελεύθερες περιοχές που έμειναν χωρίς πρώτες ύλες, αφού τις αγόραζαν από περιοχές που καταλήφθηκαν, η μείωση στη βιομηχανική παραγωγή έφτανε το 50%. Σε 36 εκατ. λίρες υπολογίστηκαν οι απώλειες σε βιομηχανικό εξοπλισμό και σε 19 εκατ. λίρες οι απώλειες σε έτοιμα προϊόντα που δεν διατέθηκαν ποτέ.
Χάθηκε ο τουρισμός
Ενδεχομένως το σημαντικότερο πλήγμα που δέχθηκε τότε η κυπριακή οικονομία να αφορούσε στο νέο, αλλά ραγδαία αναπτυσσόμενο τουριστικό της προϊόν. Ήταν ο τομέας που έφερνε το μεγαλύτερο εισόδημα από το εξωτερικό και συνέβαλε τα μέγιστα στο να υπάρχει ένα ισορροπημένο ισοζύγιο πληρωμών.23,8 εκατ. λίρες ήταν τα έσοδα από τον τουρισμό το 1973, ενώ απασχολούνταν 10.000 άτομα στον τομέα. Ενδεικτικό της πολύ ανοδικής πορείας που ακολουθούσε ο τομέας τα χρόνια πριν την εισβολή είναι το γεγονός πως είχαν υλοποιηθεί συνολικές επενδύσεις 92 εκατ. λιρών, είτε για δημιουργία τουριστικών μονάδων είτε βοηθητικών διευκολύνσεων. Από τα πιο πάνω, το 61% βρέθηκε υπό τον τουρκικό ζυγό. Άλλωστε, την εποχή εκείνη το 75% των τουριστών διέμεναν στην Κερύνεια και την Αμμόχωστο.
Το Σχέδιο Διάσωσης
Αμέσως μετά την εισβολή καταρτίστηκε Έκτακτο Σχέδιο Οικονομικής Δράσης για τη διετία 1975-1976. Στόχος ήταν η αντιμετώπιση των άμεσων πιεστικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν. Η ανάγκη για βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό ήταν αναγκαία, σημείωνε ο Α. Πατσαλίδης, αφού έπρεπε να αντιμετωπιστούν άμεσα τα προβλήματα σε περίοδο αβέβαιων οικονομικών και πολιτικών συνθηκών. Άλλωστε, τότε υπήρχαν και ελπίδες για λύση του προβλήματος σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Προφανώς, προτεραιότητα του Σχεδίου ήταν η παροχή βοήθειας, ανακούφισης και στέγης στους εκτοπισθέντες . Οι κοινωνικοί στόχοι επίσης αναπροσαρμόστηκαν με ανακατανομή των οικονομικών βαρών και δημιουργία ενός κατώτατου αποδεκτού επιπέδου επιβίωσης.
 
 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: «Εξαίρετοι» το 95% της Δημόσιας Υπηρεσίας
Στο καθαρά οικονομικό σκέλος επιδιώχθηκε η δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης, η αναπλήρωση της χαμένης παραγωγής και η επανέναρξη των επενδύσεων.Τον βασικό ρόλο για ανάκαμψη της οικονομίας θα είχε ο ιδιωτικός τομέας, συνεπικουρούμενος από κυβερνητικά μέτρα: γενναιόδωρα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις, εξαγωγές, αποταμιεύσεις και ξένα κεφάλαια, παραχώρηση δανείων με ευνοϊκούς όρους, εγγυητικά σχέδια δανείων, εισαγωγή μέτρων για δικαιότερη κατανομή των οικονομικών βαρών. Παράλληλα, οι συντεχνίες αποδέχθηκαν μειώσεις μισθών ούτως ώστε οι εξαγωγές να καταστούν πιο ανταγωνιστικές και να ενθαρρυνθούν οι εργοδότες να προσλάβουν προσωπικό.
Για να γίνουν κατορθωτά τα πιο πάνω λήφθηκαν αρκετά νομοθετικά μέτρα. Για παράδειγμα, μέσω του περί αμοιβών (Προσωρινή Μείωση) Νόμου 1974, οι αμοιβές από μισθωτές υπηρεσίες (με εξαίρεση τα χαμηλά εισοδήματα, μειώθηκαν μέχρι 25% με το συγκεκριμένο ποσό να μεταβιβάζεται στο Ταμείο Ανακούφισης Εκτοπισθέντων και Παθόντων. Επίσης, τα ενοίκια για τις κατοικίες μειώθηκαν μέσω του περί Ακινήτων διά κατοικίας (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 1974. Άλλη νομοθεσία προέβλεπε για τη μείωση των ενοικίων υποστατικών εργασίας και παρείχε προστασία στους θέσμιους ενοικιαστές. Νομοθεσίες πέρασαν και για εργασιακά θέματα όπως ο τερματισμός εργοδότησης και οι περικοπές μισθών που επιτρέπονταν μόνο σε επιχειρήσεις που πλήγηκαν από την εισβολή.
Σ’ αυτά τα πλαίσια, και ο ρόλος του δημόσιου ήταν καθοριστικός αφού χρειαζόταν επεκτατική δημοσιονομική και πιστωτική πολιτική. Έγιναν δαπάνες για μεγάλα έργα όπως δρόμοι, νοσοκομεία, σχολεία, νέο αεροδρόμιο, νέα νοσοκομεία και αναβάθμιση των λιμανιών Λάρνακας και Λεμεσού ενώ δημιουργήθηκαν νέες βιομηχανικές ζώνες. Μεγάλα ποσά δαπανήθηκαν βέβαια και για τη δημιουργία προσφυγικών καταυλισμών. 
Οι τράπεζες της εποχής είχαν το δικό τους ρόλο να διαδραματίσουν και η πολιτεία φρόντισε να τον φέρουν εις πέρας αφού μειώθηκαν οι απαιτήσεις σε ρευστότητα και επιβάλλονταν ποινές σε όσες διατηρούσαν υπερβολική ρευστότητα. Για τους τομείς προτεραιότητας παραχωρούνταν κρατικές εγγυήσεις για δανεισμό ενώ η Αναπτυξιακή Τράπεζα είχε εκδώσει τότε ομόλογο ύψους 1 εκατ. λιρών. 
Η παραγωγή πλέον θα κατευθυνόταν προς τις εξαγωγές. Ευτυχώς τα χρόνια μετά την εισβολή η ζήτηση για βιομηχανικά προϊόντα από αραβικές χώρες ήταν τεράστια με αποτέλεσμα οι εξαγωγές να εκτοξευτούν.
Τα μέτρα δούλεψαν, αφού τη διετία 1975 και 1976 επιτεύχθηκε ρυθμός ανάπτυξης 15%. Εξαγωγές, αύξηση γεωργικής παραγωγής και δημοσιονομική πολιτική συνέβαλαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι ενδεικτικό πως το 1975 οι εξαγωγές ήταν στα ίδια επίπεδα με το 1973 ενώ το 1976 αυξήθηκαν κατά 90% από 52 εκατ. λίρες σε 101 εκατ. λίρες.
Όσον αφορά το καίριο θέμα της ανεργίας, περιορίστηκε μέσω της μετανάστευσης και την προσωρινή εργασία εργατικού δυναμικού στο εξωτερικό. Το 1977, 14,700 Κύπριοι ή το 7,3% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού εργαζόταν σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και οι Αραβικές χώρες, δημιουργώντας έτσι σημαντικές πηγές ξένου συναλλάγματος.
Στο ανθρωπιστικό κομμάτι η ανακούφιση των προσφύγων κατέστη δυνατή μέσω της αύξησης του όγκου δαπανών και εισαγωγής συγκεκριμένων νομοθεσιών. Όπως παραδέχεται ο Α. Πατσαλίδης στην ομιλία του, του 1977, στην ανακούφιση συνέβαλε και ξένη βοήθεια, μέσω εξωτερικού δανεισμού, χορηγιών και εμβασμάτων τόσο σε χρήμα όσο και σε είδος.
«Οικονομικό θαύμα»
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα προβλήματα και η από κοινού προσπάθεια πολιτείας και κοινωνίας για επιβίωση, είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον από το εξωτερικό ενώ η απόδοση της οικονομίας είχε χαρακτηριστεί ως οικονομικό θαύμα. «Εάν με τον όρο οικονομικό θαύμα εννοούμε την επιτυχία αποτροπής της πλήρους κατάρρευσης, η οποία φαινόταν να επέρχεται την επόμενη μέρα της εισβολής, και την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, τότε ο όρος είναι ακριβής», σχολίαζε ο τότε υπουργός Οικονομικών για να προσθέσει ωστόσο, πως «αν αυτό που εννοείται είναι πως η οικονομία έχει ανακάμψει πλήρως, τα προβλήματα έχουν επιλυθεί και έχουν εξασφαλιστεί οι συνθήκες για βιώσιμη και αυτοδύναμη ανάπτυξη, τότε ο χαρακτηρισμός απέχει πολύ από την πραγματικότητα». 
Σημειώθηκε μεν αξιοσημείωτη οικονομική ανάκαμψη, η οποία συνέβαλε στην άμβλυνση σημαντικών προβλημάτων, αλλά η ανάκαμψη αυτή διευκολύνθηκε σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες. Η βελτίωση ορισμένων μακρο-οικονομικών δεικτών δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αντικατοπτρίζει και τη βελτίωση της κατάστασης και του βιοτικού επιπέδου των άπορων τάξεων του λαού και ιδιαίτερα των προσφύγων, σημείωνε ο Πατσαλίδης. Χαμηλό εγχώριο εισόδημα, δυσκολία αποταμίευσης, εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες, περιορισμένες κεφαλαιουχικές επενδύσεις, εξάρτηση από εξωτερική βοήθεια, περιορισμένα δημόσια έσοδα αν και υπήρχε μεγάλη πίεση για αύξηση των δαπανών, ήταν μόνο μερικά από τα προβλήματα που συνέχιζαν να υφίστανται ασκώντας πιέσεις στην οικονομία. Αυτά θα αντιμετωπίζονταν με το δεύτερο Έκτακτο Σχέδιο Δράσης για τη διετία 1977-1978.

Ενιαία οικονομία
Στην ομιλία του της 19ης Ιουλίου 1977, ο Πατσαλίδης έκανε μία αναφορά η οποία είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Η πολιτική λύση που θα συμφωνηθεί, σχολίαζε ανάμεσα σ’ άλλα, πρέπει να περιλαμβάνει μία ενιαία οικονομία διότι εάν υπάρξουν αλληλο-εξαρτήσεις θα οδηγηθεί η χώρα σε στασιμότητα και οικονομική καταστροφή. Για τον Πατσαλίδη, ενοποίηση σήμαινε ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς διακίνηση προϊόντων, προσώπων, εργατών και κεφαλαίου από διάφορες περιοχές και οικονομικές ομάδες, διατήρηση της αποδοτικότητας μέσω του βέλτιστου συνδυασμού της κατανομής των πλουτοπαραγωγικών πόρων. «Η μικρή εγχώρια αγορά δεν πρέπει να κατατεμαχισθεί. Η οικονομία είναι ήδη πολύ μικρή, οποιαδήποτε περαιτέρω σμίκρυνση θα επιφέρει οικονομική οπισθοδρόμηση, ανέφερε χαρακτηριστικά.

ΠΗΓΕΣ
Ανδρέας Πατσαλίδης, Ομιλία του υπουργού Οικονομικών στο Διεθνές Δημοσιογραφικό Συμπόσιο, 19 Ιουλίου 1977
Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου – Ευρωσύστημα, Κυπριακή Οικονομία – Ανασκόπηση, Προοπτικές, Προκλήσεις (Επιμέλεια: Αθανάσιος Ορφανίδης – Γιώργος Συρίχας), 2012
Αρχείο Ο Φιλελεύθερος

 
Από το επιχειρηματικό περιοδικό Insider Οκτωβρίου που κυκλοφορεί στα περίπτερα