Εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πληθωριστικών τάσεων και μετά από μακροχρόνιες συζητήσεις, θεσπίστηκε και στην Κύπρο ο Εθνικός Κατώτατος Μισθός.
Εντούτοις, οι αντιδράσεις ποικίλουν και αφορούν από το ύψος του μισθού μέχρι τις αδιευκρίνιστες παραμέτρους, που μπορεί να τύχουν εκμετάλλευσης, όπως το θέμα του ωραρίου.
Για το θέμα ζητήσαμε από τους οικονομολόγους Δρ Άδωνη Πηγασίου, Δρ Στέλιο Πλατή και Δρ Μάριο Κληρίδη να εκφράσουν τις θέσεις τους.
Οι τρεις έγκριτοι οικονομολόγοι ανέλυσαν τις θετικές επιπτώσεις από την εισαγωγή του θεσμού, αλλά και τις αδυναμίες που διαπιστώνουν, ενώ συμφώνησαν ότι αποτελεί θετική πρωτοβουλία, κρίνεται όμως απαραίτητη η διόρθωση των στρεβλώσεων, όπως αναγκαία και η θεσμοθέτηση της διαδικασίας αναπροσαρμογής του ύψους του μισθού.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ:
Άδωνης Πηγασίου: H αρχή και όχι το τέλος του δρόμου
Ο Δρ Άδωνης Πηγασίου, ακαδημαϊκός, διευθυντής του European Institute of Management and Finance (EIMF), ανέφερε ότι «η εφαρμογή κατώτατου μισθού είναι μια απαραίτητη ρύθμιση για την αγορά εργασίας και ως θέμα αρχής είναι κάτι επιβεβλημένο να υπάρχει. Γι’ αυτό καταρχάς κρίνεται ως θετική εξέλιξη η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης, αλλά δεν μπορεί κάποιος να έχει ολοκληρωμένη εικόνα, παρά μόνο όταν εξετάσει τις πρόνοιες, που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη ρύθμιση».
Πρόσθεσε ότι «είναι σημαντικό να δούμε ποιος ήταν ο στόχος της κυβέρνησης: Ήταν να καλυτερεύσει τις υπάρχουσες συνθήκες εργασίας για συγκεκριμένα άτομα, που αμείβονται με εξευτελιστικούς μισθούς και θα επωφεληθούν μίας αύξησης στο μισθό τους ή να εξασφαλίσει ότι με τον κατώτατο μισθό κάποιος εργαζόμενος μπορεί αξιοπρεπώς να καλύψει τις βασικές του ανάγκες;», συμπληρώνοντας ότι «από τα δύο, το πρώτο έχει επιτευχθεί».
Υποστήριξε ότι «το ποσό που συμφωνήθηκε δεν είναι αρκετό για να προσφέρει οικονομική ανεξαρτησία, αφού δεν καλύπτει τις βασικές ανάγκες του οποιουδήποτε. Ως επακόλουθο, άτομα, που θα λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό, θα συνεχίζουν να χρειάζονται στήριξη, πιθανόν από την οικογένειά τους, το πιο σημαντικό και σταθερό δίκτυ ασφαλείας στην κυπριακή κοινωνία, προκειμένου να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν». Σχολίασε ότι «αυτή είναι μια τραγική πραγματικότητα και το δυστυχές είναι ότι δεν έχουν όλες οι οικογένειες την ευχέρεια να στηρίξουν τα παιδιά τους ή για άλλους μπορεί να μην υπάρχει καν η επιλογή αυτή».
Επεσήμανε ακόμη ότι «υπάρχουν σχετικά παραθυράκια που αφέθηκαν ανοικτά και δύναται να ξεχειλώσουν τη ρύθμιση», εξηγώντας ότι «δεν γίνεται αναφορά στις ώρες εργασίες που θα πρέπει να συμπληρώνει κάποιος μηνιαίως, ενώ κάποιες ευάλωτες ομάδες εξαιρούνται από τη ρύθμιση».
Ο Δρ Πηγασίου τόνισε στη συνέχεια ότι «θα πρέπει να υπάρξει έλεγχος όσον αφορά την προσφορά εργασίας μέσω συμβολαίων παροχής υπηρεσιών, αφού αυτή η εναλλακτική μορφή εργασίας μπορεί πρακτικά να ακυρώσει τη ρύθμιση».
«Είναι επίσης αξιοσημείωτο να δούμε πόσοι εργαζόμενοι θα επωφεληθούν από τη συγκεκριμένη ρύθμιση, δηλαδή πόσοι εργαζόμενοι στην Κύπρο λαμβάνουν σήμερα μηνιαίο ακάθαρτο μισθό κάτω από 940 ευρώ», ανέφερε στη συνέχεια, εξηγώντας ότι «αν ο αριθμός είναι μεγάλος, κάτι που θα καθρεφτίζει τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, που βιώνει ένα μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας, τότε οι επιχειρήσεις θα επωμιστούν ένα σημαντικό κόστος και είναι σημαντικό αυτό το κόστος να μην το μετακυλήσουν εξολοκλήρου στον καταναλωτή».
Υπογράμμισε ακόμη ότι σε μακροοικονομικό επίπεδο η αύξηση που θα δοθεί, πιθανόν να οδηγήσει σε τόνωση της αγοράς λόγω της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των δικαιούχων και των θετικών συνεπειών στην κατανάλωση.
«Διαδικαστικά», ανέφερε, «είναι απαραίτητο να συμφωνηθεί μια διαδικασία, μέσα από την οποία θα αναθεωρείται ο κατώτατος μισθός σε τακτά χρονικά διαστήματα, π.χ. ετησίως, ειδικά εν μέσω των πρωτοφανών πληθωριστικών τάσεων που βιώνουμε σήμερα. Παράλληλα θα πρέπει να εξεταστούν και οι υφιστάμενες εξαιρέσεις/παραθυράκια μέσα από την πρακτική εφαρμογής της ρύθμισης και να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές, όπου υπάρχουν στρεβλώσεις».
Καταληκτικά ανέφερε ότι κρίνεται ως μια θετική πρωτοβουλία, όμως είναι η αρχή και όχι το τέλος του δρόμου.
Στέλιος Πλατής: Επιβάλλεται η κατοχύρωση της διαδικασίας αναπροσαρμογής
«Ο Θεσμός του Εθνικού Κατώτατου Μισθού ήταν απαραίτητο να εφαρμοστεί επιτέλους και στην πατρίδα μας. Σήμερα παρά σε κάθε άλλη περίοδο. Αν μη τι άλλο, αποτελεί ένα κοινωνικό μέρισμα, προς αυτούς που το έχουν πραγματική ανάγκη. Και αφορά σε χρήματα που κατά τα άλλα θα έπρεπε να καταβάλει ο φορολογούμενος, ως αναγκαία κοινωνική στήριξη», σχολίασε αρχικά για το θέμα ο οικονομολόγος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Cambridge Δρ Στέλιος Πλατής.
Επεσήμανε ότι «όσον αφορά στα επιχειρήματα για αύξηση της ανεργίας, αυτό δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από στοιχεία εκεί που εφαρμόστηκε ο Θεσμός. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μικρότερου μεγέθους αγοράς εργασίας, όπου δεν θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υφίστανται τόσο μεγάλα αποθέματα εργατικού δυναμικού, που θα μπορούσαν να καταστήσουν την αγορά εργασίας πλήρως ελαστική».
«Γενικά οι μελέτες συγκλίνουν στο ότι ο κατώτατος μισθός, αλλά και η πληθωριστική αναπροσαρμογή του προς τα πάνω, για να αντισταθμίσει τις ψηλότερες τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, είναι πιθανόν να αυξήσει τις θέσεις εργασίας, παρά να τις μειώσει», υποστήριξε ακολούθως.
Ο Δρ Πλατής εξήγησε στη συνέχεια ότι «η σύγχρονη αντίληψη σε θέματα διοίκησης μας λέει ότι εργαζόμενοι με καλύτερες απολαβές είναι πιο παραγωγικοί, απουσιάζουν λιγότερο, συνεισφέρουν πολύ περισσότερο και παραμένουν περισσότερο στον ίδιο εργοδότη, μειώνοντας το σημαντικό κόστος αντικατάστασής τους». «Επίσης είναι λογικό ότι αφού ο κατώτατος μισθός αφορά σε αυτούς που πληρώνονται σήμερα κατά πολύ κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, κάθε σεντ περισσότερο που θα λαμβάνουν θα επανεπενδυθεί στην οικονομία», πρόσθεσε στη συνέχεια.
Σημείωσε ακόμη ότι «όσον αφορά σε πληθωριστικές πιέσεις, θεωρώ ότι δεν θα έχει την όποια σημαντική επίδραση γενικότερα. Ακόμη και να έφτανε στα χίλια ευρώ ο ΕΚΜ θα μιλούσαμε για το 0,0027% του ΑΕΠ στην καλύτερη περίπτωση. Πόσο μάλλον όταν αυτό είναι μέρος ενός ποσού που ενδεχομένως να απαιτηθεί να δοθεί σε κάθε περίπτωση ως μέτρο κρατικής στήριξης προς τα εν λόγω νοικοκυριά, αφού οι ετήσιες απολαβές αυτών που επηρεάζονται τους καθιστούν δικαιούχους».
Yπογράμμισε ότι «αυτό που επιβάλλεται να κατοχυρωθεί τώρα είναι η διαδικασία αναπροσαρμογής του, με σκοπό να μπορεί να συμβάλει ουσιαστικότερα προς την αξιοπρεπή διαβίωση αυτών που επηρεάζονται», σημειώνοντας ότι «το μέσο κόστος μιας 4μελούς οικογένειας στην Κύπρο με ένα παιδί σε σχολική ηλικία είναι τουλάχιστον 3 χιλιάδες ευρώ τον μήνα». «Το όριο φτώχειας πέρσι, μη λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό του 2022, ήταν γύρω στα 2 χιλιάδες ευρώ. Άρα ένας Εθνικός Κατώτατος Μισθός κάτω των χίλιων ευρώ σίγουρα δεν επαρκεί», υποστήριξε ο Δρ Πλατής.
Καταληκτικά υπογράμμισε ότι «γενικά η οικονομική επιστήμη έχει αποδείξει ότι «η αύξηση του κατώτατου μισθού συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, στην αύξηση των θέσεων εργασίας σε μακροοικονομικό επίπεδο και δεν ενισχύουν τον πληθωρισμό. Τα διεθνή παραδείγματα είναι εκεί».
Και προειδοποίησε ότι «σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής και ανταγωνιστικότητας, οικονομίες που βασίζονται σε κοινωνίες με ψηλό βιοτικό επίπεδο, όπως είναι σήμερα η δική μας, δεν θα πετύχουν ποτέ να καταστούν ανταγωνιστικές μέσα από απολαβές που δεν μπορούν να συντηρήσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε αυτές».
Μάριος Κληρίδης: Θα συνεισφέρει σημαντικά στο παζάρι
Θετικό μέτρο αποτελεί η κατοχύρωση του Εθνικού Κατώτατου Μισθού επεσήμανε ο οικονομολόγος Δρ Μάριος Κληρίδης, σημειώνοντας εντούτοις ότι χρειάζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα η αναπροσαρμογή του.
Σημείωσε ακόμη ότι μια παράμετρος, στην οποία δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στις συζητήσεις που ακολούθησαν είναι η θετική επίπτωση που θα έχει στο παζάρι η θέσπιση του θεσμού ως παράπλευρη ωφέλεια σε μακροοικονομικό επίπεδο.
Τόνισε ότι χρειάζεται να παρακολουθείται η εφαρμογή του μέτρου και να γίνονται οι απαραίτητες διορθώσεις στις στρεβλώσεις, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο συνηθίζουμε δυστυχώς να θεσπίζουμε νόμους και κανονισμούς και μετά να μην παρακολουθούμε την εφαρμογή τους.
Ερωτηθείς για το ύψος του κατώτατου μισθού σχολίασε πως αυτό είναι θέμα κοινωνικής πολιτικής, ενώ σημείωσε ακολούθως ότι χρειάζεται να ξεκαθαρίσει και το θέμα του ωραρίου όσον αφορά στον κατώτατο μισθό.
Κληθείς να σχολιάσει αν θεωρεί πως η θέσπιση του κατώτατου μισθού θα έχει επίπτωση στους εργαζομένους που εργάζονται σε κλάδους με συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες προνοούν υψηλότερο κατώτατο μισθό, επεσήμανε ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων σε αυτούς τους κλάδους συνήθως τα υπερασπίζονται οι συντεχνίες τους, ενώ περισσότερο ανησυχητική για τους εργαζομένους είναι η κατάσταση που επικρατεί σε κλάδους, όπου δεν υπάρχει συλλογική οργάνωση.
Καταληκτικά έκλεισε με το ρητό ότι «ο χειρότερος εχθρός του καλού είναι το καλύτερο», στέλνοντας το μήνυμα ότι έγινε το πρώτο βήμα αλλά χρειάζονται βελτιώσεις.