Επί προεδρίας Μπάιντεν, το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο του Βλαντιμίρ Πούτιν για τη συνέχιση της εισβολής στην Ουκρανία αποδείχθηκαν οι προειδοποιήσεις του για πυρηνική κλιμάκωση, μια τακτική που ώθησε τους συμμάχους του Κιέβου να περιορίσουν την προμήθεια όπλων υπό το φόβο να προκαλέσουν τελικά μια τέτοια κλιμάκωση. Αυτή η απειλή άρχισε να φθίνει λόγω της υπερβολικής χρήσης της, αλλά στην εποχή Τραμπ, το Κρεμλίνο απέκτησε ένα ακόμα ισχυρότερο όπλο: την ειρηνευτική διαδικασία.
Πάνω από ένα χρόνο μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων που, σύμφωνα με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, θα χρειάζονταν 24 ώρες για να λύσουν το Ουκρανικό, οι συνομιλίες στο Ντουμπάι την περασμένη εβδομάδα δεν απέδωσαν κανένα αποτέλεσμα, πέρα από μια ανταλλαγή κρατουμένων – ανεκτίμητη για τους στρατιώτες και τις οικογένειες που εμπλέκονται, αλλά άσχετη με την επίλυση του ζητήματος. Ο Στιβ Γουίτκοφ, ο επιχειρηματίας του real estate που επιλέχθηκε για να ηγηθεί της πρωτοβουλίας αυτής από την αμερικανική πλευρά, έκανε μια σύντομη αναφορά στην τριμερή συνάντηση μέσω X, στην οποία δεν μπόρεσε καν να επικαλεστεί “πρόοδο” στα κρίσιμα ζητήματα: τις εδαφικές παραχωρήσεις και τις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία.
Η πραγματικότητα είναι ότι, ενώ η ειρηνευτική πρωτοβουλία του Τραμπ μπορεί να φαίνεται άμεμπτη – όπως και κάθε έκκληση για κατάπαυση του πυρός – έχει γείρει την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της Μόσχας, παρέχοντας αντιπερισπασμό και πολιτική κάλυψητην ώρα που οι ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά διακόψει τη στρατιωτική τους στήριξη στην Ουκρανία, αφήνοντας ένα ετήσιο κενό 46 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη συνολική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο, το οποίο η Ευρώπη πασχίζει να καλύψει. Πέρυσι, οι ΗΠΑ σταμάτησαν ακόμη και για λίγο την ανταλλαγή κρίσιμων πληροφοριών, επιτρέποντας στη Ρωσία να ανακαταλάβει εδάφη στην περιοχή του Κούρσκ που είχε καταλάβει η Ουκρανία για να διασπάσει τις ρωσικές δυνάμεις και να έχει κάτι να διαπραγματευτεί στις μελλοντικές συνομιλίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Ο Πούτιν απέφυγε επίσης τις αυστηρότερες οικονομικές κυρώσεις που επιθυμούσε το Κογκρέσο των ΗΠΑ και οι οποίες – χωρίς τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο – σίγουρα θα είχαν ήδη επιβληθεί σε μια περίοδο που η ρωσική οικονομία εξασθενούσε. Περισσότερα όπλα και χρήματα στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με αυστηρότερους εμπορικούς περιορισμούς για τη Μόσχα, θα είχαν πολύ πιθανόν παγώσει το πεδίο της μάχης, δημιουργώντας τα κίνητρα για μια συμφωνία. Αντ’ αυτού, οι πολιτικές του Τραμπ επέτρεψαν την κλιμάκωση της βίας, καθώς ο Πούτιν κατέληξε στο μόνο λογικό συμπέρασμα: Να διατηρήσει τις ειρηνευτικές συνομιλίες ζωντανές αλλά αναποτελεσματικές, εκμεταλλευόμενος ταυτόχρονα τα πλεονεκτήματα που έχει αποκτήσει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μαζική επίθεση με 450 drones και 71 βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους κρουζ που εξαπέλυσε η Ρωσία στις 3 Φεβρουαρίου εναντίον των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας, τερματίζοντας μια σύντομη παύση των αεροπορικών επιδρομών που διεξάγονταν παράλληλα με τις επίγειες επιθέσεις, η οποία είχε επιτευχθεί με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ. Η επίθεση έγινε εν μέσω συνθηκών ψύχους στην Ουκρανία, με θερμοκρασίες που άγγιξαν τους -20°C. Η Ρωσία είχε χτυπήσει και τους πέντε μεγάλους υποσταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας γύρω από το Κίεβο πριν από την παύση, καθώς και τα κεντρικά θερμοηλεκτρικά εργοστάσια από τα οποία εξαρτάται το 55% περίπου των κατοίκων της πόλης.
Χωρίς θέρμανση και με ελάχιστη ηλεκτρική ενέργεια σε μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας, οι συνθήκες αυτές ήταν ήδη απειλητικές για τη ζωή των ηλικιωμένων, των ασθενών και των πολύ μικρών παιδιών. Αλλά η Ρωσία δεν σταμάτησε εκεί. Οι επιθέσεις που ξανάρχισαν με τέτοια σφοδρότητα την παραμονή των υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ειρηνευτικών συνομιλιών, στόχευσαν εκ νέου τους σταθμούς που είχαν ακόμη αρκετή υπολειπόμενη χωρητικότητα για να διατηρήσουν την παροχή νερού της πρωτεύουσας σε θερμοκρασία 5-10 βαθμών Κελσίου, το επίπεδο που απαιτείται για να μην παγώσει το νερό και σπάσουν οι σωληνώσεις.
Εάν η ρωσική προσπάθεια να εξαλείψει κάθε ίχνος κεντρικής θέρμανσης επιτύχει, 3 εκατομμύρια άνθρωποι θα μείνουν χωρίς θέρμανση και νερό, καθώς το δίκτυο θα πρέπει να αδειάσει για να μην καταστραφούν οι σωληνώσεις από τον παγετό.
Το Σάββατο, πραγματοποιήθηκε μια νέα μαζική επίθεση με 40 πυραύλους και 400 drones. “Εάν δεν λάβουμε σύντομα περισσότερα πυρομαχικά για την αεράμυνα και ισχυρότερη διπλωματική υποστήριξη, η ενεργειακή κρίση της Ουκρανίας θα μετατραπεί γρήγορα σε ανθρωπιστική κρίση”, προειδοποίησε σε δήλωσή του ο Μαξίμ Τιμτσένκο, διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης ιδιωτικής εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας της Ουκρανίας, της DTEK Group.
Ωστόσο, υπάρχει και μια αίσθηση απελπισίας στην επιθυμία του Πούτιν να εκμεταλλευτεί τις θερμοκρασίες του χειμώνα για να πλήξει τους απλούς Ουκρανούς πολίτες που υποτίθεται ότι σώζει από ένα “φασιστικό” καθεστώς. Όπως αναφέρει μια έκθεση (27/01) του Center for Strategic and International Studies της Ουάσιγκτον, η χερσαία εκστρατεία του Πούτιν δεν πηγαίνει καλά. Σύμφωνα με την έκθεση, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, οι ρωσικές δυνάμεις προχώρησαν με ρυθμό μεταξύ 15 και 70 μέτρων την ημέρα, κατά μήκος του μετώπου του Ντονμπάς, επικεντρωμένες γύρω από τη λεγόμενη “ζώνη οχυρό” των πόλεων που ο Πούτιν απαιτεί από την Ουκρανία να παραδώσει σε αντάλλαγμα για μια κατάπαυση του πυρός. Ακόμη και ο υψηλότερος ρυθμός είναι πιο αργός από την προέλαση των συμμάχων στη Σομ, τη μάχη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που έγινε συνώνυμο της στατικού πολέμου των χαρακωμάτων.

Αυτά τα οριακά κέρδη έχουν τεράστιο κόστος, καθώς το Κίεβο προσπαθεί να εξαντλήσει μια επιτιθέμενη Ρωσία προκαλώντας το μέγιστο αριθμό θυμάτων σε μια αργή υποχώρηση. Έτσι, όταν ο νέος υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Φεντόροφ, έθεσε τους στόχους του τον περασμένο μήνα, είπε ότι “ο δεύτερος στρατηγικός στόχος του είναι να σκοτώσει 50.000 Ρώσους το μήνα”, από τους 30.000-35.000 που σκοτώνονται σήμερα. Η Ουκρανία αγωνίζεται να σταματήσει τις στρατιές του Πούτιν με 1.000 μικρές “Πύρρειες νίκες”, όχι από επιλογή, αλλά λόγω έλλειψης καλύτερων επιλογών.
Παράλληλα, η εξαιρετικά ανθεκτική οικονομία της Ρωσίας δείχνει επιτέλους πραγματικά σημάδια πίεσης, πράγμα που σημαίνει ότι ο χρόνος τελειώνει και για τον Πούτιν. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο από το έγκυρο Κέντρο Μακροοικονομικής Ανάλυσης και Βραχυπρόθεσμων Προβλέψεων της Μόσχας, η οικονομία θα εισέλθει σε ύφεση φέτος, εκτός αν κάτι αλλάξει, με κίνδυνο κρίσης των τραπεζών και πιθανής φυγής των καταθετών μέχρι τον Οκτώβριο.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη ετοιμάζεται να αντικαταστήσει το πλαφόν στις τιμές πετρελαίου, για τη μείωση των ρωσικών εξαγωγών αργού πετρελαίου, σε μια πιθανώς πιο αποτελεσματική απαγόρευση των υπηρεσιών που απαιτούνται για τη μεταφορά του, σε μια εποχή που οι χαμηλότερες τιμές του αργού πετρελαίου σε παγκόσμιο επίπεδο ήδη μειώνουν τα έσοδα του ρωσικού προϋπολογισμού.
Αυτό, με τη σειρά του, αναγκάζει την κυβέρνηση να αυξήσει τους φόρους και να μειώσει τις δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια και την υγεία. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τον Πούτιν να παρουσιάσει τις μαζικές απώλειες και τη μείωση του βιοτικού επιπέδου για λίγα εδάφη ως θρίαμβο.
Η ειρηνευτική διαδικασία του Τραμπ μπορεί ακόμα να πετύχει. Και οι δύο λαοί είναι εξαντλημένοι, με τις δημοσκοπήσεις στη Ρωσία και την Ουκρανία να δείχνουν μια τάση προς την αποδοχή κάποιου είδους συμβιβασμού. Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποκάλυψε μετά τις συνομιλίες ότι οι ΗΠΑ έχουν θέσει ως προθεσμία για την ειρήνη τον Ιούνιο και ότι η Ρωσία έχει προσφέρει στον Τραμπ μια διμερή συμφωνία αξίας (εντελώς απίθανης) 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για οικονομική συνεργασία, κατά πάσα πιθανότητα για να τον δελεάσει να εγκρίνει μια άνιση συμφωνία.
Αν ο Λευκός Οίκος θέλει να επιτύχει μια συμφωνία, πρέπει να αρχίσει να ασκεί πίεση στο Κρεμλίνο για να τερματίσει αυτή την εισβολή και να σταματήσει να προσφέρει στον Πούτιν πλεονεκτήματα που τον ενθαρρύνουν να συνεχίσει τον πόλεμο. Στα θετικά, ο Φεντόροφ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ο Έλον Μασκ συμφώνησε να περιορίσει τη χρήση των τερματικών σταθμών του Starlink από τη Ρωσία, το οποίο τους τελευταίους μήνες είχε καταστεί ζωτικής σημασίας για τις επιθέσεις με drones.
Όλα αυτά τα μέτρα για να πειστεί ο Πούτιν ότι δεν έχει να κερδίσει τίποτα από τη συνέχιση του πολέμου θα έπρεπε να είχαν ληφθεί εδώ και καιρό. Το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν σημαίνει ότι όταν τελικά συμφωνηθεί η εκεχειρία, καθώς είναι αναπόφευκτο, δεν είναι ενα επίτευγμα αντάξιο ενός Νόμπελ. Αντίθετα, θα έχει έρθει αφού οι ΗΠΑ επέτρεψαν πρώτα στον πόλεμο να επεκταθεί, αφαιρώντας την πίεση από το Κρεμλίνο και αναγκάζοντας την Ουκρανία να κάνει πολύ μεγαλύτερες παραχωρήσεις από ό,τι θα έπρεπε.