Του David M. Drucker
Όλα, όπως φαίνεται, είναι στημένα αυτές τις μέρες. Δυσαρεστημένοι με την οικονομία; Αυτό συμβαίνει επειδή είναι στημένη. Έχετε βαρεθεί την υγειονομική σας περίθαλψη; Είναι κι αυτή στημένη. Απογοητευμένοι με τους εκλεγμένους ηγέτες στην Ουάσινγκτον, το Σακραμέντο, το Όστιν ή το Όλμπανι; Στημένα, στημένα, στημένα και στημένα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναμφισβήτητα ξεκίνησε αυτή τη λαϊκιστική τάση να αναφέρεται σε όλα όσα οι ψηφοφόροι βρίσκουν λάθος στη χώρα ως το έργο σκοτεινών δυνάμεων που έχουν στόχο να συσσωρεύουν πλούτο και εξουσία “εις βάρος μας”. Ο πρόεδρος συνεχίζει την τακτική των κατηγοριών για το ένα ή το άλλο, με αυτό να περιλαμβάνει και τις εκλογικές αναμετρήσεις που δεν πάνε όπως επιθυμεί. Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη πρακτική σε αυτό το είδος της πολιτικής. “Νομίζω ότι ήταν στημένο”, δήλωσε ο πρόεδρος τον περασμένο Μάρτιο, αναφερόμενος στην ήττα του στην Αριζόνα το 2020.
Οι Δημοκρατικοί έχουν επίσης μπει στο παιχνίδι: “Δεν φοβάμαι να κατονομάσω έναν εχθρό και ο εχθρός είναι η ολιγαρχία”, δήλωσε ο Γκράχαμ Πλάτνερ, ο Δημοκρατικός που αμφισβητεί τη Ρεπουμπλικανή γερουσιαστή Σούζαν Κόλινς στο Μέιν, στο βίντεο με το οποίο ανακοίνωσε την προεκλογική του εκστρατεία. Δείτε επίσης αυτή τη δήλωση από τον γερουσιαστή Τζον Όσοφ, τον Δημοκρατικό της Τζόρτζια που διεκδικεί επανεκλογή φέτος μετά από πέντε χρόνια στο Κογκρέσο: “Δεν είσαι εσύ το πρόβλημα. Ούτε οι συμπολίτες σου Αμερικανοί. Το πρόβλημα είναι ότι οι εκπρόσωποι του λαού δεν εκπροσωπούν τον λαό. Εκπροσωπούν τους δωρητές τους και ειδικά συμφέροντα”, δήλωσε σε ένα προεκλογικό βίντεο (εξαιρώντας τον εαυτό του, πιθανώς).
Είναι συνήθης πρακτική τόσο για τους εν ενεργεία όσο και για τους διεκδικητές να κατηγορούν σκοτεινές ομάδες – ή τον πρόεδρο και την πλειοψηφία του Κογκρέσου με άθλια ποσοστά αποδοχής στις δημοσκοπήσεις – για τα δεινά της κοινωνίας. Στη συνέχεια, αυτοί οι υποψήφιοι δηλώνουν ότι “μόνο εγώ” – ή εγώ και το πολιτικό μου κόμμα που έχει χάσει την εξουσία – είμαστε οι εξαιρέσεις που θα επιδιορθώσουν τα κατεστραμμένα οικονομικά και πολιτικά συστήματα. Αυτό το μήνυμα έχει απήχηση στους Αμερικανούς. Εκτός αυτού, κανένας πολιτικός που σέβεται τον εαυτό του δεν θα κατηγορήσει τους ίδιους τους ψηφοφόρους του για τη μοίρα τους στη ζωή, ακόμα κι αν αυτό τους αξίζει.
Η χρήση της λέξης “στημένο” παντού και πάντα και όσα αυτή υπονοεί είναι όμως ιδιαίτερα ανθυγιεινή για το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Υπονομεύει την πίστη και την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων στην κυβέρνηση και τους θεσμούς και υπονοεί ότι μόνο τα κορόιδα ασχολούνται με την προστασία των κρίσιμων στοιχείων του οικονομικού και εκλογικού μας συστήματος. Οι κατηγορίες αυτές δίνουν επίσης στους ψηφοφόρους την εντύπωση ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν είναι σκόπιμες και δυσεπίλυτες και όχι το αποτέλεσμα πολιτικών αδιεξόδων που όμως η αμερικανική κυβέρνηση και οι θεσμοί της έχουν τα εργαλεία να επιλύσουν.
“Είναι ένα επιχείρημα που σχεδόν σου δίνει την άδεια να κάνεις κάτι έξω από την κυρίαρχη, αμερικανική παράδοση – να ανατρέψεις τα πάντα”, μου είπε ο Nicholas F. Jacobs, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Colby College στο Waterville του Maine.
“Αν είναι στημένο, αυτό πιθανώς σημαίνει ότι δεν μπορείς να το επιδιορθώσεις, εκτός και αν αλλάξεις ριζικά τους κανόνες. Και νομίζω ότι τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα για να δικαιολογήσουν την επίθεση τους στο Σύνταγμα που εξαπολύουν ολοένα και περισσότερο”, προσθέτει ο Jacobs, συν-συγγραφέας του “What Happened to the Vital Center? Presidentialism, Populist Revolt and the Fracturing of America”.
Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η δυναμική δυσκολεύει πολύ περισσότερο τους αιρετούς αξιωματούχους, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους γραφειοκράτες που λειτουργούν μέσα στο λεγόμενο σύστημα – και όλοι τους το κάνουν – να αντιμετωπίσουν τις εύλογες ανησυχίες των ψηφοφόρων.
Η τρέχουσα εποχή του “όλα είναι στημένα”, που εγκαινίασε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεδρικής του εκστρατείας το 2016, δεν είναι η πρώτη του είδους της στην Αμερική. Η πολιτική σκηνή στις ΗΠΑ πάντα είχε και μια δόση λαϊκισμού αλλά και την αίσθηση ότι ορισμένες πτυχές της αμερικανικής κοινωνίας είναι άδικες.
Και κατά καιρούς ήταν απολύτως αληθές ότι τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα ήταν στημένα. Η εποχή του Τζιμ Κρόου απέκλειε τους μαύρους από τις πολιτικές διαδικασίες, τις θέσεις εργασίας και την κοινωνική ζωή, ειδικά στον – αλλά όχι μόνο – αμερικανικό Νότο, σε μια εποχή που εκεί κυριαρχούσε το Δημοκρατικό Κόμμα.
Σήμερα, ορισμένοι επικριτές του Ντόναλντ Τραμπ θεωρούν ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης στρέφεται κατά των πολιτικών αντιπάλων του προέδρου, όπως ο πρώην διευθυντής του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ και ορισμένα Δημοκρατικά μέλη του Κογκρέσου. Σίγουρα έχουν δίκιο με το λεγόμενο Ταμείο κατά της Στοχοποίησης (Anti-Weaponization Fund) που ανακοινώθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο του διακανονισμού της αγωγής του Τραμπ εναντίον της αμερικανικής Φορολογικής Υπηρεσίας (IRS) και του υπουργείου Οικονομικών. Περίπου 1,8 δισ. δολ. από τα χρήματα των φορολογούμενων θα διατεθούν για την αποζημίωση Αμερικανών – πιθανώς συμμάχων του προέδρου – που φέρεται να στοχοποιήθηκαν στο παρελθόν από τις ομοσπονδιακές αρχές επιβολής του νόμου.
Τι γίνεται όμως με τη χειραγώγηση εκλογικών αναμετρήσεων; Οι πόλεμοι ανακατανομής περιφερειών που δρομολογήθηκαν από τον Ντόναλντ Τραμπ εν μέσω αυτού του εκλογικού κύκλου είναι αναμφίβολα απαράδεκτοι και πολιτικά τοξικοί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει και “στημένο”. Οι Αμερικανοί πολιτικοί σχεδιάζουν τις βουλευτικές και νομοθετικές τους περιφέρειες με στόχο να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη από την αυγή της δημοκρατίας μας. Η πράξη αυτή για καθαρά κομματικούς σκοπούς έχει κριθεί συνταγματική από τα δικαστήρια.
Το ίδιο ισχύει και για το Ανώτατο Δικαστήριο και τη συντηρητική πλειοψηφία 6-3. Και οι εννέα δικαστές διορίστηκαν νόμιμα από τέσσερις διαφορετικούς εν ενεργεία προέδρους, τόσο Δημοκρατικούς όσο και Ρεπουμπλικάνους, και επικυρώθηκαν από τη Γερουσία των ΗΠΑ.
Πέρα από τη δυσφήμιση της κυβέρνησης και του οικονομικού συστήματος ως ουσιαστικά εγκληματικών οργανώσεων, η ανεξέλεγκτη χρήση της λέξης “στημένο” οδηγεί τους Αμερικανούς να αισθάνονται ανίσχυροι να αλλάξουν τη ζωή τους. Γιατί να εργάζεστε σκληρά αν δεν πρόκειται να προχωρήσετε οικονομικά; Γιατί να βελτιώσετε την κοινότητά σας αν βρίσκεται σε αδυσώπητη παρακμή; Γιατί να ψηφίσετε για να αλλάξετε την κατεύθυνση της κυβέρνησης αν η ψήφος σας δεν μετράει;
Αυτή η αποστασιοποίηση φαίνεται ήδη μεταξύ των νέων ψηφοφόρων. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση νέων του Χάρβαρντ έδειξε ότι μόνο το 33% των ατόμων ηλικίας 19 έως 29 ετών λέει πως “έχει εμπιστοσύνη ότι οι εκλογές του 2026 θα διεξαχθούν δίκαια” και το 50% πιστεύει ότι “άνθρωποι σαν εμένα δεν έχουν κανένα λόγο για το τι κάνει η κυβέρνηση”. Αυτό το ποσοστό είναι αυξημένο κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες από το 2017.
Πείτε στους Αμερικανούς για αρκετό καιρό ότι όλα είναι στημένα και είναι λιγότερο πιθανό να ασχοληθούν με το σύστημα και πιο πιθανό να το απορρίψουν: Θυμάστε την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021;