Οι τιμές κατοικιών στην Ελλάδα συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, με την αγορά να καταγράφει νέα ιστορικά υψηλά, τόσο στην Αττική όσο και στο σύνολο της χώρας. Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου δείχνουν νέα επιτάχυνση στις ζητούμενες τιμές πώλησης, την ώρα που εντείνονται οι ανησυχίες για τη στεγαστική κρίση και τη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στις αξίες των ακινήτων και τις πραγματικές δυνατότητες των αγοραστών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη Spitogatos SPI, οι ζητούμενες τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 8% στην Αττική και κατά 12,5% στη Θεσσαλονίκη κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, παρά το γεγονός ότι το 2025 είχε κλείσει με ηπιότερους ρυθμούς ανόδου. Στον Δήμο Θεσσαλονίκης η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 7,4%.
Η μεγαλύτερη άνοδος στην Αττική εντοπίστηκε στα Δυτικά Προάστια, όπου η μέση ζητούμενη τιμή αυξήθηκε κατά 11,4% σε ετήσια βάση. Ισχυρή άνοδος, κατά 9,4%, σημειώθηκε και στο κέντρο της Αθήνας. Οι μέσες ζητούμενες τιμές διαμορφώνονται πλέον στα 2.462 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στο κέντρο και στα 2.188 ευρώ ανά τετραγωνικό στα δυτικά, επίπεδα που συνιστούν τις υψηλότερες τιμές των τελευταίων 20 ετών, ξεπερνώντας ακόμη και τα προ κρίσης επίπεδα.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για παλαιά ακίνητα με περιορισμένες παρεμβάσεις ανακαίνισης ή ενεργειακής αναβάθμισης, γεγονός που ενισχύει τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι τιμές αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των κατοικιών.
Καταλυτικό ρόλο στην περαιτέρω ενίσχυση των τιμών φαίνεται να διαδραματίζει το πρόγραμμα «Σπίτι Μου», το οποίο, αν και διευκόλυνε μέρος των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση, συνέβαλε παράλληλα στη δημιουργία αυξημένης ζήτησης σε συγκεκριμένες περιοχές. Η ζήτηση αυτή επικεντρώνεται κυρίως σε ζώνες όπου οι τιμές παραμένουν κάτω από το όριο των 250.000 ευρώ, που είναι το ανώτατο ποσό αγοράς που μπορεί να καλυφθεί από το πρόγραμμα.
Μετά και τη φετινή άνοδο του πρώτου τριμήνου, οι τιμές στην Αττική εμφανίζονται αυξημένες κατά 54% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021. Στο κέντρο της Αθήνας η αύξηση φτάνει το 58,2%, ενώ στα Δυτικά Προάστια προσεγγίζει το 60%. Ακόμη μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται στον Πειραιά και τα προάστιά του, όπου η άνοδος από το 2021 ανέρχεται σε 69,3% και 73,3% αντίστοιχα. Μόνο στις περιοχές γύρω από το λιμάνι, οι τιμές συνέχισαν και φέτος την άνοδό τους με ετήσιο ρυθμό 8,7%.
Παρόμοια εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν το 2025 κατά 7,8% σε σύγκριση με το 2024, έναντι αύξησης 9,1% που είχε καταγραφεί το 2024. Παρά τη σχετική επιβράδυνση, η γενική τάση της αγοράς παραμένει ισχυρά ανοδική.
Σε αντίθεση με προηγούμενα χρόνια, το 2025 η άνοδος επεκτάθηκε με μεγαλύτερη ένταση και εκτός Αττικής. Στην Αττική, οι τιμές αυξήθηκαν συνολικά κατά 6,2% στο σύνολο του έτους, ενώ στη Θεσσαλονίκη η ετήσια άνοδος έφτασε το 9,6%. Στις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 9,8% στο σύνολο του 2025, ενώ στις υπόλοιπες, κυρίως τουριστικές περιοχές, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 8,8%.
Σε εθνικό επίπεδο, οι τιμές κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά 87,6% από το χαμηλό του 2017 και πλέον βρίσκονται 8,1% πάνω από το προηγούμενο υψηλό του 2008. Στη Θεσσαλονίκη, η άνοδος από το 2017 αγγίζει το 99,4%, με τις τιμές να ξεπερνούν κατά 6,2% και τα επίπεδα του 2008. Αντίθετα, στην περιφέρεια οι αυξήσεις είναι ηπιότερες, ωστόσο και εκεί οι τιμές έχουν πλέον υπερβεί τα υψηλά της προ κρίσης περιόδου.
Η τάση αυτή εντείνει το πρόβλημα της προσιτής κατοικίας, καθώς το χάσμα ανάμεσα στις τιμές και στην αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών διευρύνεται. Όπως επισημαίνεται και σε έκθεση των ΙΟΒΕ-CEPAL, παρά το γεγονός ότι ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε ονομαστικά με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,5% την περίοδο 2019-2025, σε πραγματικούς όρους παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμος λόγω της ακρίβειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για περισσότερες προσιτές κατοικίες καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική, καθώς το στεγαστικό ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, αλλά επεκτείνεται σταδιακά και στην υπόλοιπη χώρα.