Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα δοκιμασία στην ενεργειακή ασφάλεια, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιτείνουν τις πιέσεις στις αγορές ενέργειας, αυξάνουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και επαναφέρουν στο επίκεντρο την ανάγκη επιτάχυνσης της μετάβασης σε καθαρές και ασφαλείς πηγές ενέργειας.

Τον Απρίλιο, η Κομισιόν ανακοίνωσε σχέδιο με στόχο να «αποτρέψει τα χειρότερα από τη συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση», η οποία συνδέεται τόσο με τον πόλεμο στο Ιράν όσο και με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το πρόγραμμα αποσκοπεί στο να προσφέρει «άμεση ανακούφιση στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και στις βιομηχανίες» που έχουν πληγεί από την άνοδο των τιμών ενέργειας και την έλλειψη καυσίμων, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να θέσει την Ευρώπη σε σταθερή πορεία προς την ενεργειακή ανεξαρτησία.

Η Κομισιόν υπογράμμισε ότι η τρέχουσα παγκόσμια ενεργειακή κρίση «μάς υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να επιταχύνει τη μετάβασή της στην καθαρή, ασφαλή και προσιτή ενέργεια», τόσο για οικονομικούς λόγους όσο και για λόγους ασφάλειας.

Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε στο δελτίο Τύπου του AccelerateEU ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος «πρέπει να επιταχύνει τη μετάβαση σε εγχώριες, καθαρές μορφές ενέργειας». Όπως ανέφερε, αυτή η κατεύθυνση θα προσφέρει στην Ευρώπη ενεργειακή ανεξαρτησία και ασφάλεια, καθιστώντας την καλύτερα προετοιμασμένη να αντέξει τις γεωπολιτικές αναταράξεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ενέργεια και τη Στέγαση, Νταν Γιόργκενσεν, ανέφερε ότι «η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια ακόμη κρίση στον τομέα των ορυκτών καυσίμων». Μέσω του AccelerateEU, είπε, η ΕΕ στηρίζει τα κράτη μέλη στην παροχή άμεσης βοήθειας σε όσους αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις προσπάθειες για καθαρή ενεργειακή μετάβαση και ηλεκτροδότηση.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή αποτελεί τη μόνη βιώσιμη οδό για τη διασφάλιση σταθερού, ασφαλούς, καθαρού και οικονομικά προσιτού ενεργειακού εφοδιασμού για όλους τους Ευρωπαίους.

Οι προειδοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΕ αφορούν παρατεταμένες διαταραχές στην προσφορά ενέργειας, που ενδέχεται να οδηγήσουν σε περιορισμούς στην κατανάλωση καυσίμων, εξαιτίας του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, η Ευρώπη αντιμετωπίζει απότομη αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν προειδοποιήσει για ελλείψεις καυσίμων, ενώ ορισμένες αεροπορικές εταιρείες στην Ευρώπη έχουν προχωρήσει στην ακύρωση χιλιάδων πτήσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κομισιόν και η ΕΕ εξετάζουν τρόπους αντιμετώπισης της νέας ενεργειακής κρίσης.

Η σημερινή κατάσταση δεν είναι η πρώτη ενεργειακή έκτακτη ανάγκη που αντιμετωπίζει η Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, η ΕΕ ανακοίνωσε ότι θα σταματούσε να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επιδιώκοντας να περιορίσει τα έσοδα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη ρωσική οικονομία.

Η απόφαση αυτή οδήγησε σε αύξηση του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη, καθώς η ΕΕ περιόρισε την εξάρτησή της από έναν από τους βασικούς της προμηθευτές. Το μπλοκ στράφηκε στη διαφοροποίηση της ενεργειακής αγοράς, με αγορές πετρελαίου, φυσικού αερίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από χώρες όπως η Νορβηγία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αλγερία, ενώ παράλληλα επένδυσε στην αιολική, την ηλιακή και άλλες εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Οι κινήσεις αυτές συνέβαλαν στην άμβλυνση της ενεργειακής κρίσης. Τον Δεκέμβριο του 2025, η ΕΕ ανακοίνωσε σχέδια για σταδιακή κατάργηση των αγορών ρωσικού ΥΦΑ έως το τέλος του 2026, σε μια προσπάθεια περαιτέρω μείωσης της ευρωπαϊκής εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν δημιούργησε νέα πίεση. Τον Απρίλιο, η Κομισιόν ανέφερε ότι η ΕΕ «ξόδεψε επιπλέον 24 δισ. ευρώ σε εισαγωγές ενέργειας λόγω των υψηλότερων τιμών» που προκλήθηκαν από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, χωρίς να έχει αγοράσει περισσότερη ενέργεια.

Η Αλέσια Βιρόνε, διευθύντρια ευρωπαϊκών υποθέσεων της Clean Air Task Force, επισήμανε ότι ο πόλεμος στο Ιράν καταδεικνύει πως η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη στις παγκόσμιες διακυμάνσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων, ακόμη και όταν οι διαταραχές σημειώνονται εκτός ευρωπαϊκού εδάφους.

Όπως ανέφερε, το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο είναι εμπορεύματα που διακινούνται παγκοσμίως, γεγονός που σημαίνει ότι η γεωπολιτική αστάθεια μεταφέρεται γρήγορα στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης, των μεταφορών και της βιομηχανίας στην Ευρώπη. Πρόσθεσε ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν μόνο εταίρο, ένα μόνο καύσιμο ή μία τεχνολογία δημιουργεί συστημικές ευπάθειες σε περιόδους γεωπολιτικής κρίσης.

Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ έχει προκαλέσει αντιδράσεις από εκλεγμένους αξιωματούχους κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν νέα μέτρα. Τον Μάρτιο, ο τότε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν υποστήριξε ότι η ΕΕ θα πρέπει να χαλαρώσει τους ενεργειακούς περιορισμούς και τις κυρώσεις κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση της κρίσης.

Αντίστοιχα, τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίτσο κάλεσε την ΕΕ να τερματίσει τις κυρώσεις κατά της ρωσικής ενέργειας, με στόχο την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής πίεσης στην Ευρώπη.

Η Ταμάρα Λαγκουρασβίλι, διευθύντρια για την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στην Clean Air Task Force, σημείωσε ότι οι χώρες της περιοχής διαθέτουν περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο και εμφανίζουν μακροχρόνια υπερβολική εξάρτηση από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Αυτό, όπως ανέφερε, τις καθιστά πιο ευάλωτες στη μεταβλητότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών.

Παρά τις τοποθετήσεις Όρμπαν και Φίτσο, η ΕΕ επέλεξε να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Οι πολιτικές εξελίξεις του περασμένου μήνα στην Ευρώπη ενίσχυσαν περαιτέρω αυτή τη στάση. Στις 12 Απριλίου, η Ουγγαρία πραγματοποίησε κοινοβουλευτικές εκλογές, με νικητή τον Πέτερ Μαγιάρ, ο οποίος διαδέχθηκε τον Όρμπαν στην πρωθυπουργία.

Ο Μαγιάρ έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει να ενισχύσει τις σχέσεις της Ουγγαρίας με την ΕΕ και να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στη χώρα. Ως αποτέλεσμα, ο Φίτσο εμφανίζεται περισσότερο απομονωμένος εντός της Ένωσης, ενώ οι εξελίξεις δείχνουν ότι η ΕΕ δεν προτίθεται να αλλάξει στάση απέναντι στη ρωσική ενεργειακή αγορά. Στις 23 Απριλίου, το ευρωπαϊκό μπλοκ ανακοίνωσε νέες κυρώσεις κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Ο Δρ Μπέντζαμιν Λ. Σμιτ, ερευνητής στο Κέντρο Ενεργειακής Πολιτικής Kleinman και στο Perry World House του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας, εκτίμησε ότι οι αξιωματούχοι της ΕΕ θα αξιοποιήσουν το νέο πολιτικό κλίμα για να προωθήσουν πρόσθετες κυρώσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών πόρων, περιλαμβανομένων μέτρων κατά του «σκιώδους στόλου» πετρελαιοφόρων της Ρωσίας.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η συνεχιζόμενη κρίση στο Στενό του Ορμούζ σημαίνει πως η ΕΕ θα πρέπει να συνδυάσει τις ενέργειές της κατά της Ρωσίας με την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Κατά τον Σμιτ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει μόνο να συνεχίσει τη διπλωματική της δράση για την εξεύρεση και εξασφάλιση εναλλακτικών πόρων πετρελαίου και φυσικού αερίου, ώστε να καλύψει τους χαμένους όγκους εισαγωγών λόγω του κλεισίματος του Ορμούζ από το Ιράν. Ίσως, όπως εκτίμησε, χρειαστεί τελικά να επιδείξει και στρατιωτική ισχύ, με στόχο τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό.

Όπως ανέφερε, ακόμη και αν η Ευρώπη επιμένει ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν είναι δικός της πόλεμος, οι επιπτώσεις του πρέπει να περιοριστούν για λόγους σταθερότητας της ίδιας της Ευρώπης. Αυτό, κατά την εκτίμησή του, μπορεί να καταστήσει αναγκαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όσο ανεπιθύμητες και αν είναι σε ορισμένους ευρωπαϊκούς πολιτικούς κύκλους, προκειμένου να στηριχθούν οι ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και των κρατών του Κόλπου για τη διατήρηση ανοιχτού του Στενού.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να εφαρμόσει αλλαγές στον ενεργειακό τομέα μέσω του AccelerateEU, Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιχειρήσεις αναμένουν να διαπιστώσουν κατά πόσο το σχέδιο μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την παρούσα κρίση.

Η περαιτέρω μετάβαση της Ευρώπης σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας θα απαιτήσει χρόνο, καθώς προϋποθέτει την ανάπτυξη τεχνολογίας και υποδομών για την παραγωγή και τη συντήρηση αυτών των πηγών. Για τους Ευρωπαίους που πλήττονται από την αύξηση των τιμών ενέργειας λόγω του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ, το AccelerateEU μπορεί να αποτελέσει ευπρόσδεκτη επιλογή για την αντιστάθμιση μελλοντικών ενεργειακών δαπανών. Ωστόσο, μπορεί επίσης να θεωρηθεί μακροπρόθεσμη λύση που δεν επαρκεί για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης.

Forbes