Η απόφαση του Supreme Court of the United States να ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, με ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε νέο κύκλο αβεβαιότητας.

Το Δικαστήριο έκρινε την Παρασκευή ότι σημαντικό τμήμα των δασμών που επιβλήθηκαν μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο ήταν παράνομο, πλήττοντας έναν βασικό άξονα της οικονομικής του πολιτικής. Η απόφαση ακυρώνει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς που είχαν επιβληθεί σχεδόν στο σύνολο των εισαγόμενων προϊόντων στις ΗΠΑ. Ωστόσο, δεν επηρεάζονται δασμοί που αφορούν συγκεκριμένους τομείς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Παρά τη δικαστική εξέλιξη, εμπορικοί όμιλοι και αναλυτές στην Ευρώπη εκφράζουν επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις. Ο Πάολο Καστελέτι, γενικός γραμματέας της ιταλικής ένωσης οινοπαραγωγών UIV, δήλωσε ότι η απόφαση «κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ», προκαλώντας περαιτέρω αβεβαιότητα και πάγωμα παραγγελιών έως ότου διαμορφωθεί σαφέστερο κανονιστικό πλαίσιο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη μεγαλύτερη αγορά για το ιταλικό κρασί, με εξαγωγές ύψους περίπου 1,9 δισ. ευρώ το 2024, που αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα τέταρτο των συνολικών παγκόσμιων αποστολών της Ιταλίας.

Επιχειρήσεις εκτιμούν ότι ο Τραμπ ενδέχεται να αναζητήσει εναλλακτικές νομικές οδούς για την επιβολή παρόμοιων μέτρων, περιορίζοντας το όφελος από την ακύρωση των δασμών και ενδεχομένως αναζωπυρώνοντας εντάσεις με βασικούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Το ζήτημα των πιθανών επιστροφών ποσών που εισπράχθηκαν από δασμούς παραμένει ασαφές. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν είναι ξεκάθαρο αν θα υπάρξουν αποζημιώσεις, σημειώνοντας πως «η κατάληξη θα είναι ότι θα βρισκόμαστε στα δικαστήρια για την επόμενη πενταετία».

Παράλληλα, ανακοίνωσε την επιβολή νέων παγκόσμιων δασμών 10% για αρχική περίοδο 150 ημερών.

Ο Στιβ Οβάρα, πρόεδρος της Ομάδας Πρακτικής Διεθνούς Εμπορίου στη δικηγορική εταιρεία King & Spalding, ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις που συμβουλεύει – από μεγάλους Αμερικανούς κατασκευαστές έως ομίλους καταναλωτικών και τεχνολογικών προϊόντων – εκτιμούν πως οποιαδήποτε ελάφρυνση θα είναι προσωρινή. Όπως σημείωσε, το βασικό ζήτημα βραχυπρόθεσμα θα είναι «κάποια επιπλέον αβεβαιότητα».

Ανάλογη θέση διατύπωσε και ο Βόλφγκανγκ Γκρόσε Εντρουπ, διευθύνων σύμβουλος του γερμανικού συνδέσμου χημικών και φαρμακευτικών εταιρειών VCI, που εκπροσωπεί επιχειρήσεις όπως οι BASF, Bayer και Evonik. Όπως δήλωσε, η απόφαση δεν σηματοδοτεί επιστροφή στη σταθερότητα, αλλά «έναν νέο γύρο αβεβαιότητας», προειδοποιώντας ότι νέοι δασμοί με διαφορετική νομική βάση παραμένουν πιθανό ενδεχόμενο.

Στον τομέα των μεταφορών, ο Πίτερ Σαντ της πλατφόρμας τιμολόγησης ναύλων Xeneta ανέφερε ότι ο πολιτικός κίνδυνος παραμένει αυξημένος, με τις επιχειρήσεις να επιδιώκουν μόνιμες στρατηγικές μείωσης κινδύνου στις αλυσίδες εφοδιασμού. Όπως σημείωσε, η ζημιά σε πολλές εφοδιαστικές αλυσίδες έχει ήδη συντελεστεί και ενδέχεται να μην αποκατασταθεί.

Η γαλλική ένωση καλλυντικών FEBEA, μέλη της οποίας περιλαμβάνουν εταιρείες όπως η L’Oréal, δήλωσε «πολύ επιφυλακτική» ως προς τις επιπτώσεις της απόφασης, τονίζοντας ότι θα παρακολουθεί στενά τις επόμενες κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.

Από την πλευρά της αγροτικής παραγωγής, ο Μασιμιλιάνο Τζιανσάντι της Confagricoltura ανέφερε ότι, παρότι η απόφαση καταργεί τη νομική βάση των δασμών, δημιουργεί επιπλέον πολυπλοκότητα για τους εξαγωγείς σε μια περίοδο προσαρμογής στα αμερικανικά μέτρα.

Στην Ιρλανδία, ο Όιν Ο΄Κάταν της Irish Whiskey Association σημείωσε ότι οι εξαγωγείς ουίσκι αναμένουν τις επόμενες εξελίξεις, εκτιμώντας πως οι πολιτικές διαπραγματεύσεις και η αποκλιμάκωση ενδέχεται να αποτελέσουν αποτελεσματικότερη οδό αντιμετώπισης των δασμολογικών εντάσεων. Όπως ανέφερε, η δικαστική απόφαση «δεν αποτελεί μαγική λύση» αλλά μία ακόμη εξέλιξη σε μια ήδη περίπλοκη εμπορική διαμάχη.