Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκιά της για έκτη διαδοχική συνεδρίαση, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις της αγοράς, ενώ προειδοποίησε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει σημαντικά την αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές της ευρωζώνης.
Η ΕΚΤ παραμένει σε στάση αναμονής από τον περασμένο Ιούνιο, όταν ολοκλήρωσε τον κύκλο μειώσεων των επιτοκίων. Ωστόσο, οι εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας και ο κίνδυνος νέας πληθωριστικής πίεσης επαναφέρουν στο προσκήνιο τα σενάρια για ενδεχόμενη αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής στο επόμενο διάστημα.
Στην ανακοίνωσή της, η κεντρική τράπεζα σημειώνει ότι η σύρραξη στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη. Όπως αναφέρει, ο πόλεμος αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στον βραχυπρόθεσμο πληθωρισμό, κυρίως μέσω των υψηλότερων τιμών της ενέργειας, ενώ οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης, αλλά και από το πώς οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος θα περάσουν στις τιμές καταναλωτή και στην πραγματική οικονομία.
Την ίδια ώρα, το Διοικητικό Συμβούλιο εκτιμά ότι διαθέτει τα μέσα για να διαχειριστεί αυτή την αβεβαιότητα. Όπως επισημαίνει, ο πληθωρισμός κινείται γύρω από τον στόχο του 2%, οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τις τιμές παραμένουν σταθεροποιημένες και η οικονομία της ευρωζώνης έχει επιδείξει ανθεκτικότητα τα τελευταία τρίμηνα.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι τα νέα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία των επόμενων μηνών θα είναι καθοριστικά για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του πολέμου στις προοπτικές του πληθωρισμού. Επαναλαμβάνει επίσης ότι θα συνεχίσει να ακολουθεί προσέγγιση που βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία, χωρίς να προδεσμεύεται για συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων.
Στις νέες προβολές των εμπειρογνωμόνων της, που ενσωματώνουν κατ’ εξαίρεση στοιχεία έως τις 11 Μαρτίου, η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο γενικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,6% το 2026, στο 2,0% το 2027 και στο 2,1% το 2028. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι υψηλότερες σε σχέση με τις προβολές του Δεκεμβρίου, κυρίως λόγω της αναμενόμενης ανόδου στις τιμές της ενέργειας εξαιτίας του πολέμου.
Για τον πληθωρισμό χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα, οι προβλέψεις τοποθετούνται στο 2,3% το 2026, στο 2,2% το 2027 και στο 2,1% το 2028. Και σε αυτή την περίπτωση, οι νέες εκτιμήσεις είναι αυξημένες, αντανακλώντας τη μετάδοση των υψηλότερων ενεργειακών τιμών στον υποκείμενο πληθωρισμό.
Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ εκτιμούν ότι η οικονομία της ευρωζώνης θα αναπτυχθεί κατά 0,9% το 2026, κατά 1,3% το 2027 και κατά 1,4% το 2028. Οι νέες προβλέψεις συνιστούν αναθεώρηση προς τα κάτω, κυρίως για το 2026, αντανακλώντας τις επιδράσεις του πολέμου στις αγορές βασικών εμπορευμάτων, στα πραγματικά εισοδήματα και στην εμπιστοσύνη.
Παρά την επιβράδυνση, η ΕΚΤ εκτιμά ότι η χαμηλή ανεργία, οι ισχυροί ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιες δαπάνες για άμυνα και υποδομές θα συνεχίσουν να προσφέρουν στήριξη στην οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, η τράπεζα σημειώνει ότι έχει εξετάσει και εναλλακτικά σενάρια για την πορεία της οικονομίας υπό το βάρος του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Όπως επισημαίνεται, μια παρατεταμένη διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ παραμένουν αμετάβλητα, με το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,00%, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,15% και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,40%.
Η ΕΚΤ επαναβεβαίωσε επίσης ότι τα χαρτοφυλάκια στο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού (APP) και στο έκτακτο πρόγραμμα λόγω πανδημίας (PEPP) συνεχίζουν να μειώνονται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά από τίτλους που λήγουν.
Κλείνοντας, το Διοικητικό Συμβούλιο τονίζει ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία στο πλαίσιο της εντολής του, ώστε να διασφαλίσει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% και την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης.
Capital.gr