Από τη μια συνεχίζεται η διστακτικότητα των καταναλωτών να αιτηθούν δάνεια -εν μέσω υψηλών επιτοκίων και ανόδου του κόστους διαβίωσης και παραγωγής- και από την άλλη αυξάνεται το ποσοστό των αρνητικών απαντήσεων των τραπεζών επί του συνόλου των αιτήσεων για χρηματοδότηση.
Από τη χθεσινή έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας για τις τραπεζικές χορηγήσεις το πρώτο τρίμηνο του 2024 αναδεικνύεται πως στους πλέον συνήθεις λόγους απόρριψης αιτήσεων για δάνεια είναι η κακοπιστία του πελάτη, όπως την αντιλαμβάνεται η τράπεζα και τα πολύ αυστηρά κριτήρια που εφαρμόζονται.
Επισημαίνεται όμως στην έκθεση πως τα κριτήρια θα ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αν δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών που θέλουν να ελκύσουν νέους πελάτες για να διοχετεύσουν σε ασφαλή δάνεια μέρος της υπερβάλλουσας ρευστότητας που διαθέτουν.
Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι κατέγραψε αύξηση η αναλογία των αιτήσεων (επίσημων και ανεπίσημων) που απορρίφθηκαν, σε σχέση με το σύνολο των αιτήσεων για δάνεια από επιχειρήσεις, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2024, τόσο για μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσο και για μεγάλες επιχειρήσεις.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την Κεντρική, συνάδει με τη συνεχιζόμενη αυστηροποίηση των κριτηρίων χορήγησης δανείων προς επιχειρήσεις, γεγονός που καθιστά πιο πιθανό οι τράπεζες να απορρίψουν μια αίτηση παρά να την αποδεχθούν.
Επηρεάζει ο ανταγωνισμός
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός -και καταγράφεται στην έρευνα της Κεντρικής- ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών συγκρατεί την ακόμα μεγαλύτερη αυστηροποίηση των κριτηρίων χορήγησης επιχειρηματικών δανείων ή πιστωτικών ορίων που προσπαθούν να εφαρμόσουν τα πιστωτικά ιδρύματα.
Σημειώνεται συγκεκριμένα ότι «η αντίληψη των τραπεζών για αυξημένο κίνδυνο παρέμεινε και αυτό το τρίμηνο ο κύριος παράγοντας που επηρέασε την αυστηροποίηση των συνολικών όρων και προϋποθέσεων χορήγησης νέων επιχειρηματικών δανείων. Ωστόσο, λόγω της ετερογένειας και της αντιστάθμισης στις απαντήσεις των τραπεζών, η συνολική επίδραση του εν λόγω παράγοντα, κατά το υπό αναφορά τρίμηνο, παρουσιάζεται ουδέτερη. Αντίθετα, ο αυξημένος ανταγωνισμός από άλλα τραπεζικά ιδρύματα συνέχισε για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο να συγκρατεί τον βαθμό αυστηροποίησης των συνολικών όρων και προϋποθέσεων».
Ακόμη ένα στοιχείο που διαφοροποιεί την τελευταία έρευνα της Κεντρικής από τις προηγούμενες είναι το γεγονός ότι, στην περίπτωση των στεγαστικών δανείων, το ερωτηματολόγιο Απριλίου 2024 ζητούσε από τις τράπεζες, για πρώτη φορά να καταγράψουν τις μεταβολές των δανειστικών τους επιτοκίων σε ξεχωριστή υποκατηγορία. Ακόμη και σ’ αυτή την κατηγορία δανεισμού, ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για να πάρουν νέους πελάτες αντιστάθμισε τα πολύ αυστηρά κριτήρια.
Σύμφωνα με την έρευνα «η επίδραση της εκτίμησης των τραπεζών για αυξημένο κίνδυνο καθώς και του αυξημένου κόστους κεφαλαίων και περιορισμών που συνδέονται με τον ισολογισμό τους, αντισταθμίστηκε από την άσκηση πιέσεων από τον ανταγωνισμό».
Αυξημένες απορρίψεις και σε στεγαστικά
Στην έκθεση για τα δάνεια το πρώτο τρίμηνο του ‘24 η Κεντρική Τράπεζα σημειώνει ότι καταγράφηκε αύξηση και στην αναλογία των απορριφθέντων αιτήσεων από νοικοκυριά, τόσο για στεγαστικά δάνεια όσο και, σε μεγαλύτερο βαθμό, για καταναλωτικά και λοιπά δάνεια, συνεπεία των αυστηροποιήσεων των κριτηρίων χορήγησης στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.
Η Κεντρική Τράπεζα εξηγεί ότι σ’ ένα περιβάλλον αύξησης του κόστους ζωής και υψηλών επιτοκίων, οι τράπεζες παραμένουν ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά την ποιότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, δίνοντας μεγάλη σημασία στη μελλοντική ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Στα καταναλωτικά δάνεια καταγράφηκε αύξηση στα δανειστικά επιτόκια και στο περιθώριο επιτοκίου των τραπεζών. Και αυτό αφορούσε τόσο τα συνήθη καταναλωτικά και λοιπά δάνεια όσο και για τα δάνεια με υψηλότερο κίνδυνο.