Σε μια εποχή, στον αρχαίο κόσμο, που η κοινωνική οργάνωση θεωρείτο δεδομένη και στατική, δομημένη γύρω από βασιλιάδες και αυτοκράτορες, στην Αθήνα του 6ου αιώνα π.Χ. άρχισε να γεννιέται  μια ριζοσπαστική ιδέα, η ιδέα της αυτοκυβέρνησης των ανθρώπων.

Με εμπνευστή τον Σόλωνα τον Αθηναίο, κόντρα στις νόρμες του αρχαίου κόσμου, επινοήθηκε η αντιπροσώπευση, η οποία μετουσιώθηκε σε δημοκρατία με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη, που έφτασε στο απόγειο της τον 5ο αιώνα π.Χ., τον λεγόμενο Χρυσό Αιώνα του Περικλή.  

Σε μια εποχή που φάνταζε ότι δεν υπήρχε εναλλακτικός τρόπος διακυβέρνησης, παρά μόνο οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες, οι Έλληνες απέδειξαν ότι η Ιστορία πάει εκεί που θέλουμε να την πάρουμε, με τις επιλογές μας και τις πράξεις μας.

Το παράδειγμα της Μπαρτσελόνα

Στη σύγχρονη εποχή, ο άξονας χρήματος και κέρδους μοιάζει να κινεί σχεδόν κάθε πτυχή της κοινωνίας και το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί εξαίρεση. Η βιομηχανία του αθλήματος εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια αγορά δισεκατομμυρίων, όπου πολλοί σύλλογοι αντιμετωπίζονται ως επιχειρήσεις με μόνο στόχο το οικονομικό όφελος.

Οι περισσότερες μεγάλες ομάδες ανήκουν πλέον σε εταιρείες, επενδυτικά κεφάλαια ή ζάπλουτους ολιγάρχες, των οποίων οι αποφάσεις συχνά υπαγορεύονται από τη λογική της απόδοσης της επένδυσης και οι φίλαθλοι αντιμετωπίζονται απλώς ως πελάτες.

Και όμως, αυτό που φαντάζει ως κυρίαρχο μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, χωρίς να διαφαίνεται ενναλακτική επιλογή, είναι τουλάχιστον αναληθές.

Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα εναλλακτικής διοίκησης είναι η Μπαρτσελόνα στην Ισπανία. Ο ποδοσφαιρικός κολοσσός της Βαρκελώνης λειτουργεί από την ίδρυσή του ως σύλλογος μελών (socios), πράγμα που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει μέλος με μια ετήσια συνδρομή και έτσι να αποκτήσει λόγο στα δρώμενα του συλλόγου. Συγκεκριμένα, το μοντέλο των socios προβλέπει ότι τα μέλη πληρώνουν μια ετήσια συνδρομή και σε αντάλλαγμα έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για την ανάδειξη του προέδρου και της διοίκησης​.

Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν μηχανισμό δημοκρατικής διακυβέρνησης μέσα στον σκληρό πυρήνα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Η ηγεσία λογοδοτεί στα μέλη και μπορεί να αντικατασταθεί αν δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες τους. Σήμερα, η Μπαρτσελόνα αριθμεί πάνω από 150.000 μέλη-ιδιοκτήτες​, γεγονός που την καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους σε λαϊκή βάση συλλόγους παγκοσμίως.

Το 50+1 στη Γερμανία

Αν η Ισπανία προσφέρει μερικά ιστορικά παραδείγματα, η Γερμανία αποτελεί ολόκληρο οικοσύστημα εφαρμογής της φιλοσοφίας των συλλόγων-σωματείων. Στην Bundesliga ισχύει εδώ και δεκαετίες ο περίφημος κανόνας «50+1», ένας κανονισμός που εξασφαλίζει ότι οι φίλαθλοι-μέλη διατηρούν τον έλεγχο των ομάδων τους. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, για να λάβει μέρος ένας σύλλογος στο πρωτάθλημα, το σωματείο και οι φίλαθλοί του πρέπει να κατέχουν τουλάχιστον το 50% συν μία μετοχή των δικαιωμάτων ψήφου στη διοίκηση​.

Με άλλα λόγια, οι επιχειρηματίες ή εταιρείες επενδυτών δεν μπορούν να αποκτήσουν πλειοψηφικό πακέτο και να επιβάλουν τη βούλησή τους ενάντια στις επιθυμίες της πλειονότητας των μελών. Ο στόχος είναι να αποτραπεί η κατάσταση όπου ένας ιδιώτης επενδυτής θα προωθεί και θα επιβάλλει την προσωπική του ατζέντα, εις βάρος της βούλησης του συλλόγου και των φιλάθλων του.​

Ο κανόνας 50+1 έχει διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο τοπίο στο γερμανικό ποδόσφαιρο, όπου οι περισσότερες ομάδες διοικούνται με συλλογικές, δημοκρατικές διαδικασίες και οι φίλαθλοι έχουν θεσμικό ρόλο.

Οι μεγαλύτερες και πλουσιότερες ομάδες της Γερμανίας λειτουργούν βάσει αυτού του συστήματος. Η Μπάγερν Μονάχου, ένας από τους ιστορικότερους ευρωπαϊκούς συλλόγους, παραμένει κατά 75% στην ιδιοκτησία των μελών του (το υπόλοιπο 25% ανήκει σε στρατηγικούς εταιρικούς εταίρους, όπως οι Adidas, Audi, Allianz, χωρίς όμως αυτοί να ελέγχουν το μάνατζμεντ).

Η Μπορούσια Ντόρτμουντ, παρότι είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, έχει διασφαλίσει ότι το μητρικό σωματείο κατέχει το 100% των δικαιωμάτων ψήφου​ διατηρώντας πλήρως τον έλεγχο στους οπαδούς.

Αυτά τα παραδείγματα εξηγούν γιατί ο κανόνας 50+1 συχνά επαινείται ως μοντέλο “λαϊκής ιδιοκτησίας” στο ποδόσφαιρο της Γερμανίας. Τα αποτελέσματα είναι ορατά: έχει δημιουργηθεί ένα υγιές και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα.

Ευρωστία και οικονομία

Σύλλογοι όπως η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης (επίσης ιδιοκτησία των μελών τους) συγκαταλέγονται στους πιο επιτυχημένους και πλούσιους συλλόγους του κόσμου,​ καταρρίπτοντας τον μύθο ότι η συμμετοχική διοίκηση οδηγεί σε οικονομική υστέρηση, αντιθέτως δείχνουν πως η αγωνιστική επιτυχία και η οικονομική ευρωστία μπορούν να συνδυαστούν αρμονικά με τη δημοκρατία στην πράξη.

Το πλέον σημαντικό είναι ότι αυτό το μοντέλο διοίκησης, όχι απλά δεν έχει σταθεί εμπόδιο στην αγωνιστική και οικονομική επιτυχία αλλά μάλλον το αντίθετο ισχύει.

Ο ρόλος των φιλάθλων και η κοινωνία που θέλουμε

Ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό του εναλλακτικού μοντέλου διοίκησης είναι ότι απαιτεί ενεργούς φιλάθλους-μέλη. Δεν αρκεί οι οπαδοί απλώς να αγαπούν την ομάδα, οφείλουν να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, να ενημερώνονται και να ασκούν τα δικαιώματά τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι φίλαθλοι μετατρέπονται σε συνειδητούς “πολίτες” του συλλόγου. Όπως σε μια δημοκρατία απαιτείται οι πολίτες να μετέχουν στα κοινά για να λειτουργήσει σωστά το πολίτευμα, έτσι και εδώ απαιτείται οι φίλαθλοι να συνεισφέρουν χρόνο, σκέψη και υπευθυνότητα για το καλό της ομάδας.

Το εναλλακτικό μοντέλο διοίκησης εγείρει ένα ευρύτερο ερώτημα: τι ποδόσφαιρο (και κατ’ επέκταση τι κοινωνία) θέλουμε; Στο κυρίαρχο, πλήρως εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο, ο κίνδυνος είναι το άθλημα να χάσει τον κοινωνικό του χαρακτήρα. Οι ομάδες μετατρέπονται σε brands, οι παίκτες σε assets και οι φίλαθλοι σε πελάτες. Αντιθέτως, στο μοντέλο των φιλάθλων-μετόχων, το ποδόσφαιρο παραμένει ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας. Η ομάδα λειτουργεί ως κοινότητα ανθρώπων με κοινό πάθος, αντανακλά την τοπική ταυτότητα και τις αξίες των οπαδών της, και η επιτυχία μετριέται όχι μόνο σε τρόπαια και ισολογισμούς, αλλά και σε κοινωνική συνοχή και υπερηφάνεια.

Όταν οι φίλαθλοι ελέγχουν τον σύλλογο δημοκρατικά, είναι πιο δύσκολο να συμβούν αδιαφανείς μεθοδεύσεις, υπερβολικές αυξήσεις τιμών εισιτηρίων ή μετεγγραφές που ρισκάρουν το μέλλον του συλλόγου για ένα πρόσκαιρο όφελος.

Το μοντέλο αυτό, δείχνει μια πρακτική εναλλακτική προοπτική, τόσο για το ποδόσφαιρο όσο και για την κοινωνία. Δείχνει ότι δεν είναι μονόδρομος η πλήρης παράδοση στο κεφάλαιο και στο αχόρταγο κέρδος, υπάρχει χώρος για συλλογικότητα, δημοκρατία και κοινωνικό όφελος ακόμα και σε πεδία που θεωρούνται πλέον επιχειρήσεις.

Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε ως παιχνίδι των απλών ανθρώπων, των εργατικών συνοικιών και κοινοτήτων. Σε μια εποχή που κινδυνεύει να καταντήσει προνόμιο των λίγων και θέαμα για καταναλωτές, οι σύλλογοι λαϊκής βάσης μάς θυμίζουν την καταγωγή του. Δίνουν τον πρώτο λόγο στον άνθρωπο-οπαδό και όχι στο χρήμα. Και εν τέλει, επιβεβαιώνουν ότι όταν οι πολλοί ενώνονται και συμμετέχουν ενεργά, μπορούν να δημιουργήσουν κάτι πιο δίκαιο, ένα ποδόσφαιρο καλύτερο και γιατί όχι, μια κοινωνία καλύτερη!

* Advocates-Legal Consultants