Τα κυπριακά πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, βρίσκονται την περίοδο 2024–2025 σε μια κρίσιμη φάση μετασχηματισμού, κατά την οποία η ανώτερη εκπαίδευση επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της σε σχέση με την τεχνολογία, την καινοτομία και την αγορά εργασίας.

Μέσα από αναβαθμισμένα προγράμματα σπουδών, ερευνητικές υποδομές, θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αυξημένη διεθνοποίηση, τα ιδρύματα επιχειρούν να λειτουργήσουν ως ενεργοί κόμβοι παραγωγής δεξιοτήτων και γνώσης, ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες μιας οικονομίας που μετασχηματίζεται ψηφιακά και τεχνολογικά.

Η ανώτερη εκπαίδευση στην Κύπρο έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς της εθνικής οικονομίας. Περισσότεροι από 50.000 φοιτητές φοιτούν σήμερα σε πανεπιστήμια και κολέγια της χώρας, με περίπου τους μισούς να προέρχονται από το εξωτερικό. Η διεθνοποίηση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας συστηματικής στρατηγικής που στοχεύει στην καθιέρωση της Κύπρου ως περιφερειακού εκπαιδευτικού και ερευνητικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο τομέας της ανώτερης εκπαίδευσης συμβάλλει περίπου κατά 6% στο ΑΕΠ, καταδεικνύοντας τον αυξημένο οικονομικό και κοινωνικό του ρόλο.

Στο πλαίσιο αυτό, η περίοδος 2024–2025 χαρακτηρίζεται από μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες που επιχειρούν να εδραιώσουν ένα σύγχρονο, δυναμικό και ελκυστικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, με προσανατολισμό όχι μόνο στην ακαδημαϊκή παραγωγή γνώσης, αλλά και στην εφαρμογή της γνώσης στην οικονομία και την καινοτομία. Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από τον δημόσιο διάλογο και τις πολιτικές επιλογές της περιόδου, είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος που να συνδέει πιο αποτελεσματικά σπουδές, δεξιότητες και απασχολησιμότητα, ενώ παράλληλα ενισχύει την ερευνητική δραστηριότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Στρατηγικές μεταρρυθμίσεις και θεσμικό πλαίσιο

Τον Δεκέμβριο του 2024, η κυπριακή κυβέρνηση ενέκρινε νέο Στρατηγικό Σχέδιο για τη Βελτίωση και Αναβάθμιση της Ανώτερης Εκπαίδευσης, το οποίο θέτει το πλαίσιο για τις εξελίξεις της περιόδου 2024–2025 και πέραν αυτής. Το σχέδιο διαμορφώθηκε σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς φορείς, άλλα υπουργεία και την κοινωνία των πολιτών και εστιάζει σε τέσσερις βασικούς άξονες: ποιότητα και αριστεία, σύνδεση με την αγορά εργασίας, διεθνοποίηση και κίνητρα για ξένους φοιτητές.

Η έμφαση στην ποιότητα και την αριστεία περιλαμβάνει εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και ενίσχυση της λήψης αποφάσεων βάσει επιστημονικών δεδομένων, με στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των κυπριακών πανεπιστημίων σε διεθνές επίπεδο. Παράλληλα, η σύνδεση με την αγορά εργασίας αναδεικνύεται ως κεντρική προτεραιότητα, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων (skills mismatch), που παρατηρείται στην κυπριακή οικονομία.

Η διεθνοποίηση, από την άλλη, επιδιώκει να ενισχύσει το διεθνές αποτύπωμα των ιδρυμάτων μέσω συνεργασιών, συμμετοχής σε ευρωπαϊκά δίκτυα και προσέλκυσης φοιτητών από τρίτες χώρες. Τέλος, τα κίνητρα για ξένους φοιτητές περιλαμβάνουν υποτροφίες και δυνατότητες εργοδότησης, με στόχο τη διεύρυνση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα των πανεπιστημίων και την ενίσχυση της διεθνούς τους ελκυστικότητας. Το στρατηγικό πλαίσιο συνοδεύεται από συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και δράσεις, με στόχο να αυξηθεί ο αριθμός εγχώριων και διεθνών φοιτητών, να δημιουργηθούν νέα προγράμματα σπουδών και να ενισχυθεί η εικόνα της Κύπρου ως προορισμού σπουδών και έρευνας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διεθνοποίηση και νέες ακαδημαϊκές ισορροπίες

Η διεθνοποίηση αποτελεί κεντρικό πυλώνα της εκπαιδευτικής στρατηγικής για την περίοδο 2024–2025. Η Διεύθυνση Ανώτερης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας υλοποιεί στοχευμένες δράσεις, όπως η υπογραφή μνημονίων συνεργασίας με άλλες χώρες, οι συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης τίτλων σπουδών και η συμμετοχή σε διεθνείς εκπαιδευτικές εκθέσεις για την προώθηση των κυπριακών ιδρυμάτων. Επιπλέον, παρέχεται χρηματοδοτική υποστήριξη προς πανεπιστήμια της Κύπρου που εντάσσονται σε Ευρωπαϊκά Δίκτυα Πανεπιστημίων, ενισχύοντας τη διασύνδεσή τους με την ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή κοινότητα.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ίδρυση παραρτήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κύπρο, εξέλιξη που ενισχύει τους ακαδημαϊκούς δεσμούς Κύπρου–Ελλάδας και προσθέτει έναν νέο πόλο ανταγωνισμού αλλά και συνεργασίας στο εκπαιδευτικό τοπίο. Παράλληλα, οι αλλαγές στη νομοθεσία της Ελλάδας για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων έχουν οδηγήσει κυπριακά ιδρύματα να εξετάζουν ή να δρομολογούν τη δημιουργία παραρτημάτων στην Ελλάδα, αξιοποιώντας ευκαιρίες επέκτασης, με ορισμένα να αναφέρεται ότι έχουν λάβει και άδεια.

Το μήνυμα που προκύπτει από την πορεία αυτή είναι ότι ο τομέας λειτουργεί σε περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού. Όπως σημειώνεται, ο ανταγωνισμός αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία για περαιτέρω πρόοδο, με τα πανεπιστήμια να καλούνται να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες, αξιοποιώντας τη διεθνή παρουσία ως μοχλό αναβάθμισης της ποιότητας και διεύρυνσης του ρόλου τους.

Δημόσια πανεπιστήμια: Έρευνα, τεχνογνωσία και εφαρμοσμένη γνώση

Στον δημόσιο τομέα, το Πανεπιστήμιο Κύπρου και το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ) αποτελούν βασικούς πυλώνες παραγωγής έρευνας και τεχνογνωσίας. Τμήματα Πληροφορικής, Μηχανικής, Επιστήμης Δεδομένων και συναφών επιστημών διασυνδέονται άμεσα με ερευνητικά κέντρα και διεθνή δίκτυα, ενισχύοντας τη συμμετοχή της Κύπρου σε ευρωπαϊκά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα.

Στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, η συνεργασία με ερευνητικά κέντρα όπως το KIOS και η διοργάνωση δράσεων τύπου industry days προσφέρουν στους φοιτητές τη δυνατότητα συμμετοχής σε εφαρμοσμένη έρευνα και έργα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τον ιδιωτικό τομέα. Οι εμπειρίες αυτές λειτουργούν συχνά ως προθάλαμος επαγγελματικής αποκατάστασης, καθώς πολλοί φοιτητές εντάσσονται στην αγορά εργασίας μέσω των ίδιων των ερευνητικών έργων στα οποία συμμετείχαν.

Το ΤΕΠΑΚ, με πιο εφαρμοσμένο προσανατολισμό, επενδύει συστηματικά σε γραφεία διασύνδεσης και καριέρας, μέσω των οποίων οι φοιτητές έρχονται σε επαφή με επιχειρήσεις στους τομείς της τεχνολογίας, των κατασκευών και της ενέργειας. Η πρακτική άσκηση αποτελεί βασικό στοιχείο αρκετών προγραμμάτων σπουδών, ενισχύοντας τη σύνδεση θεωρίας και πράξης και διευκολύνοντας την επαγγελματική μετάβαση των αποφοίτων.

Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, αν και λειτουργεί εξ αποστάσεως, αναπτύσσει επίσης μηχανισμούς διασύνδεσης με την αγορά εργασίας, εστιάζοντας κυρίως σε ενήλικες φοιτητές και επαγγελματίες που επιδιώκουν αναβάθμιση δεξιοτήτων σε τομείς όπως η πληροφορική και ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια και ευελιξία στην αγορά εργασίας

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια κινούνται με μεγαλύτερη ευελιξία, δίνοντας έμφαση στη γρήγορη προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών και στην άμεση επαφή με εργοδότες. Το University of Nicosia έχει ενσωματώσει την πρακτική άσκηση στα προγράμματά του μέσω credit-based internships σε τομείς όπως η πληροφορική, το fintech και η κυβερνοασφάλεια, με την πρακτική άσκηση να λειτουργεί συχνά ως άμεσος δίαυλος πρόσληψης.

Το European University Cyprus και το UCLan Cyprus διοργανώνουν ετήσιες εκθέσεις καριέρας και πρακτικής άσκησης, με συμμετοχή δεκάδων εταιρειών τεχνολογίας, συμβουλευτικών οργανισμών και startups. Οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούν βασικό εργαλείο διασύνδεσης φοιτητών και εργοδοτών, ενισχύοντας την ορατότητα των αποφοίτων στην αγορά εργασίας.

Το Frederick University, με έντονη παρουσία σε μηχανική και πληροφορική, διατηρεί σταθερούς μηχανισμούς πρακτικής άσκησης και διεθνών ανταλλαγών, ενισχύοντας την απασχολησιμότητα των αποφοίτων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

Έρευνα, καινοτομία και μεταφορά τεχνογνωσίας

Η προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας αποτελεί βασικό άξονα της πολιτικής για την ανώτερη εκπαίδευση. Την περίοδο 2024–2025, προωθούνται νομοθετικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν την ίδρυση νέων Ερευνητικών Μονάδων και Κέντρων Αριστείας στα δημόσια πανεπιστήμια. Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει εγκρίνει κανονισμούς που θεσμοθετούν τη λειτουργία τέτοιων Κέντρων Αριστείας, δίνοντας στα πανεπιστήμια τη δυνατότητα να εξειδικεύονται σε τομείς υψηλής προτεραιότητας και να προσελκύουν εξωτερική χρηματοδότηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Κέντρο Αριστείας “QSciTec” στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, που εξασφάλισε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για έρευνα στην κβαντική τεχνολογία.

Παράλληλα, σε συνεργασία με το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής, καταρτίστηκαν νομοσχέδια για εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου των πανεπιστημίων, με στόχο τα δημόσια πανεπιστήμια να καταστούν πιο ευέλικτα ως προς τη συμμετοχή τους σε εταιρείες-τεχνοβλαστούς (spin-offs), ώστε τα ερευνητικά αποτελέσματα να μετατρέπονται πιο αποτελεσματικά σε προϊόντα και υπηρεσίες. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αναφέρεται ότι έχουν κατατεθεί στη Βουλή και αναμένεται εξέτασή τους.

Η περίοδος χαρακτηρίζεται και από διακρίσεις. Το Κέντρο Αριστείας KIOS του Πανεπιστημίου Κύπρου τιμήθηκε το 2024 με το ευρωπαϊκό βραβείο Digital Water Award του Water Europe, για την έρευνά του στην ψηφιακή διαχείριση υδάτινων πόρων. Μέσω του Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΙδΕΚ) και ευρωπαϊκών προγραμμάτων διοχετεύονται κονδύλια σε πανεπιστήμια και συνεργατικά ερευνητικά δίκτυα, με στόχο την ενίσχυση της συμμετοχής Κυπρίων επιστημόνων σε έργα αιχμής. Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι η συνολική επίδοση καινοτομίας της χώρας βελτιώθηκε από το 2018, ωστόσο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν επιβράδυνση του ρυθμού βελτίωσης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στοιχείο που αναδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω επενδύσεις.

Το οικοσύστημα startups και ο ρόλος των πανεπιστημίων

Η σύνδεση ανώτερης εκπαίδευσης και καινοτομίας αποτυπώνεται και στη ραγδαία ανάπτυξη του κυπριακού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τον StartupBlink Ecosystem Index 2024, η Κύπρος κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο παγκοσμίως, ανεβαίνοντας εννέα θέσεις και κατακτώντας τον τίτλο του ταχύτερα αναπτυσσόμενου startup οικοσυστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η χώρα κατατάσσεται τέταρτη παγκοσμίως μεταξύ χωρών με πληθυσμό κάτω των δύο εκατομμυρίων. Μεταξύ των δεικτών που παρατίθενται, καταγράφονται επίσης η 6η θέση παγκοσμίως σε αριθμό startup exits κάτω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων και η 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό επενδυτών ανά κάτοικο, ενώ αναφέρεται ότι υπάρχουν πέντε φορές περισσότερα startups σε σχέση με το 2020. Επισημαίνεται ακόμη ότι πρόκειται για τη μόνη χώρα με πληθυσμό κάτω των δύο εκατομμυρίων που διαθέτει τέσσερις πόλεις καταχωρημένες στον παγκόσμιο δείκτη startups.

Η Κύπρος εμφανίζει ισχυρές επιδόσεις σε τομείς όπως το fintech και το gaming. Αναφέρεται ότι κατατάσσεται 39η παγκοσμίως στον τομέα του Fintech και 25η παγκοσμίως στον τομέα του Gaming, με τη Λεμεσό να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στη Νότια Ευρώπη.

Ο Γενικός Διευθυντής του ΙδΕΚ, Θεόδωρος Λουκαΐδης, έχει επισημάνει ότι η επιτυχία βασίζεται στη συνδυασμένη κρατική στήριξη, στα χρηματοδοτικά προγράμματα και στα επενδυτικά κίνητρα. “Δημιουργούμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τις startups, ώστε να αναπτύξουν προϊόντα, να αντλήσουν ιδιωτικές επενδύσεις, να επεκταθούν διεθνώς και να πετύχουν”, ανέφερε.

Προκλήσεις δεξιοτήτων, STEM και απασχολησιμότητας

Παρά τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για δεξιότητες στους τομείς STEM (επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική και μαθηματικά) και τις πολιτικές πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής φοιτητών σε σπουδές STEM στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που εντείνει τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

Σύμφωνα με προβλέψεις της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑνΑΔ), περίπου το 40% της συνολικής ζήτησης απασχόλησης την περίοδο 2022-2032 αναμένεται να αφορά επαγγέλματα STEM. Ωστόσο, μόλις το 25% του ενεργού πληθυσμού έχει λάβει σχετική εκπαίδευση. Το 2023, το ποσοστό των φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ήταν εγγεγραμμένοι σε προγράμματα STEM ανήλθε σε 14,9%, έναντι 26,9% στην ΕΕ, καταγράφοντας μείωση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2015 και υπολειπόμενο σημαντικά του ευρωπαϊκού στόχου του 32% έως το 2030. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέστησε το 2025 στην Κύπρο να αυξήσει τη συμμετοχή των φοιτητών στους τομείς STEM.

Η πλειονότητα των φοιτητών STEM στην Κύπρο κατευθύνεται σε σπουδές μηχανικής, μεταποίησης και κατασκευών (51,2%), ποσοστό κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι η συμμετοχή σε προγράμματα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (28,6%). Αντίθετα, χαμηλότερη παραμένει η εγγραφή στις φυσικές επιστήμες. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι τα προγράμματα STEM στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, με τον νεοσύστατο Εθνικό Μηχανισμό Παρακολούθησης Αποφοίτων να αναμένεται να αναδείξει περαιτέρω κενά και αναντιστοιχίες.

Εμπόδιο για την ενίσχυση των σπουδών STEM αποτελεί και η χαμηλή επίδοση των μαθητών σε βασικές δεξιότητες, όπως αποτυπώνεται στα αποτελέσματα του PISA 2022 του ΟΟΣΑ, τα οποία περιορίζουν τη δυνατότητα αριστείας και καινοτομίας. Για την ενίσχυση της ελκυστικότητας των STEM, έχουν εφαρμοστεί προαιρετικά εξωσχολικά προγράμματα σε επιλεγμένα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς ωστόσο να υφίσταται μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική αποκλειστικά για την εκπαίδευση στους τομείς αυτούς.

Η προώθηση των STEM εντάσσεται κυρίως σε ευρύτερες πολιτικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η εθνική ψηφιακή στρατηγική 2020-2025 στοχεύει στην αύξηση των αποφοίτων STEM και στη βελτίωση της απασχολησιμότητάς τους, ενώ κονδύλια ύψους περίπου 24 εκατ. ευρώ από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας χρηματοδοτούν δράσεις ψηφιακής εκπαίδευσης και ανάπτυξης σχετικών δεξιοτήτων. Παράλληλα, η εθνική στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη επιδιώκει την ενίσχυση ψηφιακών και δεξιοτήτων ΤΝ στα σχολεία. Ωστόσο, απουσιάζουν μηχανισμοί συστηματικής παρακολούθησης και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων αυτών.

Την ίδια ώρα, η Κύπρος συγκαταλέγεται σταθερά στις χώρες της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2024, το 60,1% των ατόμων ηλικίας 25-34 ετών κατείχε πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ τόσο τον μέσο όρο της ΕΕ όσο και τον ευρωπαϊκό στόχο για το 2030. Η επέκταση του τομέα, ιδίως μετά την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων από το 2007-2008, οδήγησε σε αύξηση 42% των εγγεγραμμένων φοιτητών την περίοδο 2015-2023 και σε άνοδο 125% του αριθμού των αποφοίτων την τελευταία δεκαετία.

Παρά τη βελτίωση των δεικτών απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων, που το 2024 ανήλθε σε 83,8%, οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων παραμένουν έντονες. Το 2023, το 30% των εργαζομένων με τίτλους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολούνταν σε θέσεις που δεν απαιτούσαν αυτό το επίπεδο προσόντων, ενώ το χάσμα μεταξύ των φύλων υπέρ των γυναικών παραμένει σημαντικό. Παράλληλα, η Κύπρος καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή εξερχόμενη κινητικότητα φοιτητών, με σχεδόν έναν στους τρεις αποφοίτους να αποκτά τον τίτλο σπουδών του στο εξωτερικό.

Στο πλαίσιο αναβάθμισης του τομέα, τον Δεκέμβριο του 2024 εγκρίθηκε νέο στρατηγικό σχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας και της αριστείας, στη στενότερη σύνδεση με την αγορά εργασίας και στην προσέλκυση διεθνών φοιτητών. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η παροχή προπτυχιακών προγραμμάτων σε ξένες γλώσσες από δημόσια πανεπιστήμια και η λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων ως μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων.

Παρά τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την ισχυρή παρουσία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η Κύπρος καλείται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ υψηλής εκπαιδευτικής συμμετοχής και πραγματικών αναγκών της οικονομίας, ιδίως στους τομείς STEM που θεωρούνται κρίσιμοι για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της χώρας.

Προοπτικές και συμπεράσματα

Συνολικά, την περίοδο 2024–2025, τα κυπριακά πανεπιστήμια ενισχύουν τον ρόλο τους ως γέφυρα μεταξύ εκπαίδευσης, τεχνολογίας και αγοράς εργασίας. Μέσα από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, διεθνοποίηση, επενδύσεις στην έρευνα και στενότερη διασύνδεση με το οικοσύστημα καινοτομίας, επιχειρούν να διαμορφώσουν ανθρώπινο δυναμικό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας σύγχρονης, ψηφιακής οικονομίας.

Η πορεία αυτή δεν στερείται προκλήσεων.

Ωστόσο, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η ανώτερη εκπαίδευση στην Κύπρο βρίσκεται σε φάση ωρίμανσης, με προοπτική να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη βιώσιμη ανάπτυξη, στην οικονομική διαφοροποίηση και στη διεθνή τοποθέτηση της χώρας ως κόμβου γνώσης, έρευνας και τεχνογνωσίας στην περιοχή.

Από περιοδικό Insider Δεκεμβρίου