Αυξάνονται οι καλοπληρωτές στις τράπεζες και μειώνονται τα δάνεια που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην πληρωμή δόσης πάνω από 90 μέρες (3 μήνες), ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε σταθερός στο 2,1% τον Νοέμβριο, όπως και τον Οκτώβριο, ενώ τον Δεκέμβριο του 2024 ο δείκτης ήταν στο 3,1%.

Τα δάνεια των οποίων η δόση δεν πληρώνεται για τρεις μήνες μειώθηκαν στα €887 εκατ. τέλος Νοεμβρίου 2025 από €891 εκατ. τον Οκτώβριο και €1,19 δισ. τέλος Δεκεμβρίου 2024.

Η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη την τελευταία πενταετία αν ληφθεί υπόψη ότι το 2020 τα δάνεια αυτής της κατηγορίας ήταν €3,93 δισ. Η καθυστέρηση πληρωμής δόσης πάνω από 90 μέρες ζημιώνει τόσο τον δανειζόμενο όσο και την τράπεζα.

Στον πελάτη επιβάλλεται επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο μπορεί να φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ανάλογα με τη σύμβαση και το είδος του δανείου και το επιτόκιο αλλάζει δραματικά. Πέρα από το επιτόκιο, μετά τους 3 μήνες μπορεί να επιβληθούν στον πελάτη επιπλέον έξοδα διαχείρισης της καθυστέρησης. Για τις τράπεζες, αυτά τα δάνεια θα πρέπει να μεταφερθούν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερες προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις, άρα μεγαλύτερη δέσμευση κεφαλαίων για τυχόν μελλοντικούς κινδύνους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε χθες η Κεντρική Τράπεζα, οι συνολικές μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις τέλος Νοεμβρίου 2025 ήταν €1,06 δισ. από συνολικά δάνεια €51,59 δισ., το χαμηλότερο ποσό στο τραπεζικό σύστημα από την ένταξη στην Ευρωζώνη με βάση τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Bankinhg Authority).

Παρά την πρόοδο, η Κύπρος πρέπει να συνεχίσει να μειώνει το ποσοστό των ΜΕΔ για να συγκλίνει με τον μέσο όρο της ΕΕ και  αυτό απαιτεί στοχευμένες πολιτικές που θα αντιμετωπίσουν τις αιτίες του προβλήματος. Το ποσό των κόκκινων δανείων μοιράζεται σε €435 εκατ. στις επιχειρήσεις και €393 εκατ. στα νοικοκυριά.

Να διευκρινίσουμε κάτι για το οποίο συχνά αναφέρεται η Κεντρική Τράπεζα, η πρόοδος στην περαιτέρω μείωση των προβληματικών δανείων είναι ανομοιογενής, με τα μικρότερα τραπεζικά ιδρύματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην επίλυση των σχετικών χαρτοφυλακίων. Συγκεκριμένα, το  2024 ο δείκτης ΜΕΧ των λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων διαμορφώθηκε στο 21,0%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από το 3% που κατέγραφε ο δείκτης των συστημικών τραπεζών.

Πώς, όμως, φθάσαμε ως εδώ, τα κόκκινα δάνεια να φεύγουν από τις τράπεζες αλλά οι κόκκινοι δανειολήπτες να παραμένουν στην οικονομία. Οι λόγοι είναι γνωστοί. Οι τράπεζες έλυσαν το μέρος της εξίσωσης που τους απασχολεί, μείωσαν δηλαδή το τοξικό μέρος του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, πουλώντας τα κόκκινα δάνεια σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων. To πρόβλημα όμως των κόκκινων δανειοληπτών δεν λύθηκε και με βάση την τελευταία πληροφόρηση από την Κεντρική Τράπεζα (30 Ιουνίου 2025) περίπου 70.000 δανειολήπτες έχουν μεταφερθεί στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, με την αξία των δανείων να είναι κοντά στα €19 δισ.

Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο του τραπεζικού συστήματος είναι οι αναδιαρθρώσεις των δανείων που ανέρχονται στο €1,06 δισ. τέλος Νοεμβρίου, εκ των οποίων αυτές που παραμένουν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων είναι €541 εκατ.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, όταν μια μη εξυπηρετούμενη χορήγηση αναδιαρθρώνεται, δεν μεταφέρεται αυτόματα στις εξυπηρετούμενες χορηγήσεις, αλλά παραμένει υπό παρακολούθηση στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων για πρόσθετη περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών, ακόμη και αν ο δανειολήπτης ακολουθεί χωρίς καθυστερήσεις το νέο συμφωνημένο πρόγραμμα αποπληρωμής.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, ένα μέρος των αναδιαρθρωμένων χορηγήσεων εμφανίζεται ως μη εξυπηρετούμενο έστω και αν ο δανειολήπτης τηρεί το νέο πρόγραμμα αποπληρωμής.