Θετικές προβλέψεις για την κυπριακή οικονομία, χωρίς να χρειάζεται να γίνουν περικοπές ή να υπάρξει λιτότητα όπως σε άλλες χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης, περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση «Debt Sustainability Monitor 2025» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που καταγράφει μια επισκόπηση στο δημόσιο χρέος όλων των κρατών-μελών.

Επισημαίνει όμως ότι θα πρέπει να συνεχίσει η δημοσιονομική πειθαρχία που εφαρμόζει σήμερα η Κύπρος.

Υπάρχουν παράγοντες που αυξάνουν τους κινδύνους υποδεικνύεται στην έκθεση και αυτοί σχετίζονται με τις πιέσεις για υψηλότερους μισθούς στο δημόσιο, λόγω της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της Κύπρου.

Από την άλλη πλευρά, σημειώνεται, οι παράγοντες μετριασμού του κινδύνου περιλαμβάνουν τις σχετικά υψηλές λήξεις χρέους τα τελευταία χρόνια, το χαμηλό μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους, τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα, τις σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης με διαφοροποιημένη βάση επενδυτών, και το ευρώ στο οποίο εκφράζεται το χρέος.

Πιο αναλυτικά, στην έκθεση αναφέρεται ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα αποτυπώνονται από διάφορους δείκτες. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Κυβέρνησης αναμένεται να αυξηθούν, αλλά θα παραμείνουν μικρές, περίπου στο 4% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2026-2027.

Οι αντιλήψεις των χρηματοπιστωτικών αγορών για την Κύπρο είναι ευνοϊκές, καθώς η αξιολόγηση του χρέους της συνέχισε να αναβαθμίζεται το 2025. Οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι δημοσιονομικής βιωσιμότητας είναι μέτριοι, σύμφωνα με την έκθεση.

Με βάση το βασικό σενάριο, το χρέος προβλέπεται να μειωθεί σταθερά, μεσοπρόθεσμα, φθάνοντας περίπου το 20% του ΑΕΠ το 2036. Η μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους οφείλεται εν μέρει στο υποτιθέμενο διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ από το 2026, εξαιρουμένων των μεταβολών στο κόστος της γήρανσης πληθυσμού. Ταυτόχρονα, οι δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά.

Η βασική πρόβλεψη επωφελείται από ένα ακόμη ευνοϊκό (αν και μειούμενο) φαινόμενο. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Κυβέρνησης αναμένεται να μειωθούν στο 0,4% του ΑΕΠ έως το 2036. Στο σενάριο χρηματοοικονομικής πίεσης (στο οποίο τα επιτόκια της αγοράς αυξάνονται προσωρινά κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με το βασικό σενάριο), ο δείκτης χρέους θα παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητος σε σύγκριση με το βασικό σενάριο έως το 2036.

Χαμηλοί κίνδυνοι

Στην έκθεση αναφέρεται ότι 11 χώρες βρίσκονται σε χαμηλό κίνδυνο. Για πέντε χώρες – Βουλγαρία, Τσεχία, Εσθονία, Ολλανδία και Σουηδία – το χρέος αυξάνεται, αλλά παραμένει κάτω από το 60% του ΑΕΠ. Για τις άλλες έξι χώρες – Δανία, Ιρλανδία, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Μάλτα και Πορτογαλία – το χρέος μειώνεται, φτάνοντας έως το 2036 σε επίπεδο κάτω του 60% του ΑΕΠ για όλες, εκτός από την Πορτογαλία.

Η ταξινόμηση της Κύπρου σε θετικά επίπεδα βασίζεται στην υπόθεση ότι η χώρα θα διατηρήσει την αρχική της θέση, δηλαδή ένα σχετικά μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα που θεωρείται επί του παρόντος απαιτητικό με βάση τα ιστορικά πρότυπα. Στην έκθεση σημειώνεται ότι η επενδυτική βάση των κρατών μελών παραμένει σταθερή, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, το σημαντικό μερίδιο του χρέους που κατέχουν μη κάτοικοι ενδέχεται να χρειάζεται παρακολούθηση.

Μια σημαντική βάση ξένων επενδυτών υπογραμμίζει την πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας και μειώνει τους κινδύνους μεταξύ του κρατικού και του εθνικού τραπεζικού συστήματος. Αρκετά κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ έχουν μεγάλα μερίδια δημόσιου χρέους που κατέχεται από ξένους, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Βαλτικής, της Ελλάδας, της Αυστρίας, του Βελγίου, της Κύπρου, της Φινλανδίας, της Σλοβακίας, του Λουξεμβούργου, της Σλοβενίας και της Γαλλίας (πέραν του 50% του συνολικού δημόσιου χρέους.

Σχετικά με το τραπεζικό σύστημα, σημειώνεται ότι η υψηλή μεταβλητότητα των λόγων δανείων προς καταθέσεις μεταξύ των κρατών μελών αντανακλά τις διαφοροποιημένες αγορές δανεισμού στην ΕΕ. Χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Ολλανδία καταγράφουν υψηλότερους λόγους δανείων προς καταθέσεις, με τις τράπεζες να επικεντρώνονται κυρίως σε δανειοδοτικές δραστηριότητες. Αντίθετα, τα τραπεζικά συστήματα της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας και της Κύπρου επικεντρώνονται περισσότερο να εισπράττουν καταθέσεις (με χαμηλότερους λόγους δανείων προς καταθέσεις).