Έντονη αντίδραση εκφράζει η ΠΕΟ μετά την παραλαβή επιστολής από το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, με την οποία οι συντεχνίες καλούνται να εγγραφούν στο μητρώο της Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς ως ομάδες ειδικού συμφέροντος, εφόσον επιθυμούν συναντήσεις με αξιωματούχους του Υφυπουργείου για ζητήματα που δεν αφορούν αυστηρά όρους και συνθήκες εργασίας.
Σε ανακοίνωσή της, η ΠΕΟ χαρακτηρίζει την απαίτηση αδιανόητη, σημειώνοντας ότι, παρότι θα μπορούσε να εκληφθεί ως γραφειοκρατικό λάθος, πρόκειται για επίσημη κυβερνητική τοποθέτηση. Όπως τονίζεται, το συνδικαλιστικό κίνημα στην Κύπρο – και ειδικότερα η ΠΕΟ – συγκροτήθηκε μέσα από αγώνες, απεργίες και θυσίες, με σκοπό να δώσει φωνή στους εργαζομένους και να υπερασπιστεί όχι μόνο εργασιακά, αλλά και κοινωνικά δικαιώματα.
Η οργάνωση υπενθυμίζει ότι, διαχρονικά, η πολιτεία έχει αναγνωρίσει τον ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων ως εκφραστών συλλογικών συμφερόντων εργαζομένων, συνταξιούχων, νεολαίας και γυναικών. Θέτει, μάλιστα, το ερώτημα από πότε η συλλογική διεκδίκηση κοινωνικών πολιτικών μπορεί να θεωρείται προώθηση ιδιωτικών συμφερόντων ή λόμπινγκ, υπογραμμίζοντας ότι οι συνδικαλιστικές και κοινωνικές οργανώσεις δεν αποκομίζουν οικονομικό όφελος από τέτοιες παρεμβάσεις.
Η ΠΕΟ αναφέρει ότι, εάν η κυβέρνηση επιδιώκει την ουσιαστική καταπολέμηση της διαφθοράς, οφείλει να στραφεί αλλού και όχι προς τις συνδικαλιστικές και κοινωνικές οργανώσεις, προειδοποιώντας ότι τέτοιες προσεγγίσεις υπονομεύουν τον κοινωνικό διάλογο. Όπως επισημαίνει, η κοινωνική συνοχή οικοδομείται μέσα από θεσμική συνεργασία και διάλογο και όχι μέσω της δαιμονοποίησης των διεκδικήσεων εργαζομένων και ευάλωτων ομάδων.
Καταληκτικά, η ΠΕΟ καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει άμεσα την επίμαχη επιστολή, να αναθεωρήσει τη στάση της και να αναγνωρίσει ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και άλλων οργανωμένων συνόλων δεν είναι λομπίστες, αλλά φορείς που υπηρετούν το κοινό καλό.