Παρά τις αντιδράσεις από την ΑΗΚ, εντός Μαρτίου οδηγείται στην Ολομέλεια το νομοσχέδιο που δίνει τη δυνατότητα στη Cyta να εισέλθει στην αγορά προμήθειας ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ).
Η πρόεδρος της Cyta, Μαρία Τσιάκκα, δήλωσε ότι στο εξωτερικό οι πάροχοι επικοινωνιών προσφέρουν και ενέργεια, σημειώνοντας πως «είναι σαν να εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά» εάν δεν αφεθεί η Cyta να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ενέργειας. Προειδοποίησε πως σε περίπτωση απόρριψης του νομοσχεδίου διακυβεύεται το μέλλον της Cyta, καθώς –όπως είπε– δεν γίνεται κάποιοι να εφαρμόζουν ρυθμίσεις που τους αποφέρουν έσοδα, σε αντίθεση με τον Οργανισμό.
«Έχουμε μιλήσει για πράσινη ενέργεια και ως ΑΤΗΚ παίρνουμε πολύ σοβαρά την πράσινη ενέργεια και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Δεν θα μπούμε στη συμβατική ενέργεια, ούτε μας ενδιαφέρει», πρόσθεσε. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η ένταξη της Cyta στον τομέα της ενέργειας δεν θα γίνει άμεσα, καθώς θα πρέπει πρώτα να υλοποιηθούν οι απαραίτητες υποδομές.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΑΗΚ, Γιώργος Πέτρου, σημείωσε ότι δεν μπορεί η Cyta, επειδή παρουσιάζει κέρδη, να ενταχθεί στον τομέα της ενέργειας. Υπέδειξε ότι σε περίπτωση έγκρισης του νομοσχεδίου η ΑΗΚ θα καταγράψει απώλειες, οι οποίες, όπως είπε, θα μετακυλιστούν στους πολίτες.
Ο γενικός διευθυντής της ΑΗΚ, Άδωνις Γιασεμίδης, υποστήριξε ότι δεν έγινε καμία διαβούλευση για το νομοσχέδιο. «Ακούσαμε την ΑΤΗΚ να μιλά ως εταιρεία και όχι ως οργανισμός, καθώς δεν έγινε ανάλυση επιπτώσεων για το πώς θα συνυπάρχουν δύο δημόσιοι οργανισμοί. Το θέμα δεν είναι επιχειρηματικό αλλά θεσμικό», σημείωσε. Υπέδειξε, τέλος, ότι εάν ο στόχος είναι η πράσινη ενέργεια, αυτό θα πρέπει να γίνει μέσα από συνεργασία.
Εκπρόσωπος της συντεχνίας της Cyta τάχθηκε υπέρ του νομοσχεδίου, τονίζοντας ότι όσοι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών δεν ασχολήθηκαν με την ενέργεια αντιμετωπίζουν πρόβλημα βιωσιμότητας.
Έντονη ήταν και η αντίδραση των εργαζομένων της ΑΗΚ, οι οποίοι κάνουν λόγο για πρόχειρη και ακατανόητη ενέργεια η κατάθεση του νομοσχεδίου χωρίς διαβούλευση. «Έρχεται το κράτος, με δημόσιο χρήμα, να συνεισφέρει στον μύλο των αυξήσεων των τιμών. Η ΑΗΚ είναι ρυθμιζόμενη και η είσοδος ενός οργανισμού με αυτό το περιουσιακό στοιχείο δημιουργεί θέμα αθέμιτου ανταγωνισμού», διερωτήθηκαν.