Σε σημαντική διόρθωση πρωτόδικης απόφασης για παλαιές τραπεζικές διευκολύνσεις προχώρησε το Εφετείο, αυξάνοντας κατά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ το ποσό που οφείλεται σε εταιρεία διαχείρισης δανείων.

Η απόφαση, ημερομηνίας 19 Μαΐου 2026, αφορά δύο τραπεζικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί το 2000 και τερματίστηκαν το 2005. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε υπολογίσει λανθασμένα τα χρέη σε ευρώ, αντί σε λίρες Κύπρου, που ήταν το νόμισμα που ίσχυε τότε.

Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εκδώσει απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον των οφειλετών, επιδικάζοντας δύο ποσά σε ευρώ με επιτόκιο 8% από το 2005 μέχρι εξόφλησης. Μετά την απόφαση, η Τράπεζα μεταβίβασε τις απαιτήσεις της σε εταιρεία διαχείρισης δανείων, η οποία κατέστη ο νέος δικαιούχος των ποσών και άσκησε την έφεση.

Σύμφωνα με το Εφετείο, η μεταβίβαση έγινε δυνάμει του Άρθρου 18 του Ν. 169(Ι)/2015, με την Τράπεζα να μεταβιβάζει στους εφεσείοντες τις επίδικες συμφωνίες, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές.

Οι εφεσείοντες ζήτησαν τη διόρθωση των ποσών, υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο υπολόγισε εσφαλμένα τις οφειλές σε ευρώ αντί σε λίρες Κύπρου. Το Εφετείο έκανε δεκτή τη θέση τους, σημειώνοντας ότι «όλα τα δεδομένα αναφέρονται σε λίρες Κύπρου, το δε νόμισμα που ίσχυε κατά τον Νοέμβριο του 2005 στην Κύπρο ήταν οι λίρες Κύπρου και όχι το ευρώ».

Παρά ταύτα, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σε ευρώ, χωρίς να μετατρέψει τα ποσά. Το Εφετείο απέδωσε το λάθος σε εκ παραδρομής υπολογισμό, διευκρινίζοντας ότι η απόφαση θα έπρεπε να εκδοθεί σε ευρώ, αλλά στο αντίστοιχο ποσό των λιρών Κύπρου που ήταν οφειλόμενο.

Με βάση τη σωστή μετατροπή, το οφειλόμενο ποσό για το δάνειο καθορίστηκε σε €562.602,68, αντί €329.277, ενώ για τον τρεχούμενο λογαριασμό το ποσό αυξήθηκε σε €63.710,27, αντί €37.288.

Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τρεις επιπλέον λόγους έφεσης που αφορούσαν τον τρόπο υπολογισμού των επιτοκίων. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 αντί του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, καθώς και ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τους όρους περί αυξομείωσης επιτοκίων.

Το Εφετείο, ωστόσο, δεν εντόπισε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση ως προς τα επιτόκια και απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης.

Τελικά, το Δικαστήριο έκανε δεκτό μόνο τον πρώτο λόγο έφεσης, που αφορούσε το νόμισμα και τον υπολογισμό των ποσών. Η πρωτόδικη κρίση παραμερίστηκε μόνο ως προς το ύψος των ποσών, ενώ κατά τα υπόλοιπα η απόφαση επικυρώθηκε.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη κρίση ως προς ύψος των ποσών που εκδόθηκε η απόφαση παραμερίζεται και εκδίδεται απόφαση για τα ποσά των (α) €562.602,68 (ήτοι ΛΚ329.277,00) και (β) €63.710,27 (ήτοι ΛΚ37.288,00). Κατά τα υπόλοιπα, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται».

ΚΥΠΕ