Η θέρμανση και η ψύξη αντιστοιχούν περίπου στο 70% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών στην Κύπρο, σύμφωνα με νέα έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Κομισιόν για την αγορά αντλιών θερμότητας στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η έκθεση καταγράφει τις ιδιαίτερες ενεργειακές ανάγκες της Κύπρου, όπου οι ανάγκες θέρμανσης είναι αισθητά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά οι ανάγκες ψύξης είναι σημαντικά υψηλότερες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Κύπρος έχει περίπου 81% λιγότερες βαθμοημέρες θέρμανσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά 610% περισσότερες βαθμοημέρες ψύξης, γεγονός που επηρεάζει τη χρήση των ενεργειακών συστημάτων στα κτίρια.
Την ίδια ώρα, περίπου το 15% των νοικοκυριών στην Κύπρο δεν μπορεί να διατηρήσει επαρκώς θερμαινόμενο το σπίτι του, ενώ το 8% εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Τα αποτελέσματα της έκθεσης βασίζονται σε συγκεντρωτικά δημόσια δεδομένα από πηγές όπως η Eurostat, το EurObserv’ER, η Ευρωπαϊκή Ένωση Αντλιών Θερμότητας και εθνικές στατιστικές αρχές.
Στην Κύπρο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν περίπου το 43% της συνολικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη σε όλους τους τομείς.
Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 150.000 νοικοκυριά χρησιμοποιούν λέβητα πετρελαίου ή αερίου για θέρμανση, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 39% του συνόλου των νοικοκυριών.
Εξοικονόμηση ενέργειας από αντλίες θερμότητας
Οι αντλίες θερμότητας στην Κύπρο χρησιμοποιούνται κυρίως για ψύξη, με την παραγόμενη ψύξη να υπερβαίνει τη χρήση για θέρμανση περισσότερο από πέντε φορές.
Σύμφωνα με την έκθεση, η αντικατάσταση ενός λέβητα πετρελαίου με ηλεκτρική αντλία θερμότητας μπορεί να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας κατά περίπου 83%, ενώ η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα υπολογίζεται στο 68%.
Ωστόσο, η ακριβής εξοικονόμηση ενέργειας εξαρτάται από παράγοντες όπως η θερμομόνωση του κτιρίου, η αποδοτικότητα της αντλίας θερμότητας και η συμπεριφορά των χρηστών.
Η μέση τελική κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση χώρων εκτιμάται σε 22 kWh ανά τετραγωνικό μέτρο ετησίως.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο κτιριακό απόθεμα της Κύπρου, καθώς το 57% των κτιρίων έχει κατασκευαστεί πριν από το 2000, δηλαδή πριν από την υιοθέτηση αυστηρότερων προτύπων ενεργειακής απόδοσης.
Η χώρα παρουσιάζει χαμηλότερες ανάγκες θέρμανσης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά σημαντικά υψηλότερες ανάγκες ψύξης, στοιχείο που καθιστά κρίσιμη την αποδοτική χρήση των ενεργειακών συστημάτων στα κτίρια.
Σε επίπεδο ενεργειακής μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχο τον διπλασιασμό των ετήσιων ρυθμών ενεργειακής ανακαίνισης κτιρίων έως το 2030.
Η έκθεση σημειώνει ότι οι αντλίες θερμότητας αποδίδουν καλύτερα σε κτίρια υψηλότερης ενεργειακής απόδοσης, ενώ η απανθρακοποίηση της θέρμανσης εξαρτάται τόσο από την αναβάθμιση των κτιρίων όσο και από την υιοθέτηση καθαρών τεχνολογιών.
Στο χρηματοδοτικό σκέλος, η υιοθέτηση αντλιών θερμότητας επηρεάζεται από το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα, καθώς και από τα διαθέσιμα προγράμματα επιδότησης.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι αντλίες θερμότητας καθίστανται ανταγωνιστικές όταν η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας είναι έως περίπου τριπλάσια της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης.
Παράλληλα, υπάρχουν διαθέσιμες επιδοτήσεις που καλύπτουν έως και το 60% του κόστους εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
ΚΥΠΕ