Οι αριθμοί εξακολουθούν να δείχνουν ότι ο πληθυσμός στην Κύπρο ευημερεί, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας το 2025 ήταν μόλις 2% κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης και το θετικό περιβάλλον ενισχύεται από το γεγονός ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) ανά κάτοικο συγκρίνεται ευνοϊκά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Eurostat δείχνουν αφενός ποια είναι τα δεδομένα της κάθε χώρας αλλά και τις μεγάλες ανομοιομορφίες που επικρατούν. Το 2025, το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία κατέγραψαν τα υψηλότερα επίπεδα κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ, στο 139% και 138% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα ήταν οι χώρες της ΕΕ με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στο 32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Στην Κύπρο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι στο 98% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το σημαντικό στοιχείο στην περίπτωση της Κύπρου είναι ότι τα τελευταία δέκα χρόνια (2015-2025) το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει ανοδική πορεία και από το 81% αυξήθηκε 17 μονάδες έως το 2025.

– Παρόμοια σταθερή ανοδική πορεία με την Κύπρο είχαν η Ρουμανία, η Κροατία, η Λιθουανία και η Πολωνία, ενώ αρκετές χώρες με υψηλότερο εισόδημα (Σουηδία, Γερμανία, Αυστρία, Φινλανδία και Γαλλία) έχουν μετακινηθεί σταδιακά προς τα κάτω, προς τον μέσο όρο της ΕΕ, συμβάλλοντας στη μείωση του εύρους τόσο από το ανώτερο όσο και από το κατώτερο άκρο.

– Το Λουξεμβούργο παρέμεινε στην κορυφή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, αν και ο δείκτης του μειώθηκε στην πραγματικότητα από 279% το 2015 σε περίπου 239% το 2025 (με μια προσωρινή ανάκαμψη στο 262% το 2021).

– Η Βουλγαρία παρέμεινε στο χαμηλότερο επίπεδο κατά την ίδια περίοδο, αλλά παρουσιάζει τη σταθερότερη αναπλήρωση της διαφοράς: αυξάνεται σταθερά από 49% το 2015 σε 68% το 2025, σημειώνοντας αύξηση περίπου 19 μονάδων.

– Η Ιρλανδία παρουσίασε διαφορετική εικόνα από την υπόλοιπη ΕΕ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο δείκτης όγκου του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της αυξήθηκε από το 185% του μέσου όρου της ΕΕ το 2015 στο 238% το 2025, σημειώνοντας αύξηση 53 μονάδων – τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ όλων των χωρών του συνόλου δεδομένων.

Η πραγματική κατανάλωση

Ενώ το ΑΕΠ είναι κυρίως ένας δείκτης του επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας, η πραγματική ατομική κατανάλωση (Actual Individual Consumption) είναι ένας εναλλακτικός δείκτης, που είναι καλύτερα προσαρμοσμένος για να περιγράψει την υλική ευημερία των νοικοκυριών.

– Το 2025, το Λουξεμβούργο είχε το υψηλότερο επίπεδο AIC κατά κεφαλήν, 145% μεταξύ και των 36 χωρών που συμπεριλήφθηκαν σε αυτήν τη σύγκριση, 42% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (103%). Ένας λόγος για αυτό, σύμφωνα με την Eurostat, είναι ότι οι διασυνοριακοί εργαζόμενοι συμβάλλουν στο ΑΕΠ του Λουξεμβούργου, ενώ οι καταναλωτικές τους δαπάνες καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς της χώρας διαμονής τους.
– Η Ιρλανδία, με το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο ΑΕΠ κατά κεφαλήν στην ΕΕ, είχε AIC κατά κεφαλήν σχεδόν ίσο με τον μέσο όρο της ΕΕ (100%).
Στην Κύπρο, ο συγκεκριμένος δείκτης είναι στο 98%, στα ίδια επίπεδα με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και παρουσιάζει ανοδική πορεία από το 2015.
– Η Βουλγαρία κατείχε τη χαμηλότερη θέση για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου, αυξανόμενη από 55% το 2015 σε 77% το 2025. Η Ουγγαρία και η Λετονία κατέγραψαν το χαμηλότερο επίπεδο AIC μεταξύ των χωρών της ΕΕ από το 2025, στο 73%.