Μεγάλα γεγονότα, μεγάλες ανατροπές – ή όχι; Η πολιτική ατζέντα στην Κύπρο κινείται πλέον στους ρυθμούς των διεθνών εξελίξεων και του πολέμου στο Ιράν. Η προσοχή της κοινής γνώμης επικεντρώνεται στα δελτία ειδήσεων και στις ανακοινώσεις γύρω από τις εξελίξεις που έχουν πλέον τη χώρα μας στο επίκεντρο. Από τον κίνδυνο επίθεσης με drones ή πυραύλους στις Βρετανικές Βάσεις, μέχρι την αντιαεροπορική και αντιπυραυλική «ομπρέλα» προστασίας που έστησαν για την Κύπρο χώρες της ΕΕ, από την εθνική ανάταση για την επιστροφή του «Κίμωνα» μέχρι τα μηνύματα προστασίας των πολιτών που δεν έφτασαν και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα καταφύγια της Πολιτικής Άμυνας.

Σε αυτή τη σφαίρα κινείται πλέον και η προεκλογική ατζέντα. Από τις συζητήσεις στα τηλεοπτικά πάνελ και τις κομματικές ανακοινώσεις μέχρι και τις αναρτήσεις υποψηφίων.

Θα είναι αυτό κριτήριο για την κάλπη;

Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα, στο οποίο ίσως είναι ακόμη πρόωρο να δοθεί απάντηση. Από τις εξελίξεις προκύπτουν, ωστόσο, κάποια δεδομένα.

Πρώτον: Η δημόσια συζήτηση στρέφεται σε άλλα ζητήματα, πέραν της καθημερινότητας όπως την αντιλαμβανόμασταν μέχρι σήμερα.

Δεύτερον: Η εξωτερική πολιτική και ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας προσεγγίζει το θέμα αποτελούν πλέον πεδίο προβληματισμού και συζήτησης.

Τρίτον: Η άμεση ανταπόκριση της Ελλάδας με τα πλέον σύγχρονα οπλικά συστήματα που διαθέτει, στο κάλεσμα για προστασία της Κύπρου. Ο συμβολισμός του ονόματος «Κίμων» της φρεγάτας «Belharra» του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, που παραπέμπει στον Αθηναίο στρατηγό, και η παρομοίωση της αποστολής ως «επιστροφή» του άγγιξαν πολλές ευαίσθητες χορδές του εθνικού υποσυνείδητου στην κυπριακή κοινωνία.

Τέταρτον: Το στήσιμο της αντιαεροπορικής ασπίδας προστασίας από ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν το παράδειγμα της Ελλάδας, με πρώτη τη Γαλλία και στη συνέχεια την Ιταλία και την Ισπανία, συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας της κοινωνίας. Οι εξελίξεις αυτές διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο να ξεπεραστεί το αρχικό «σοκ» της περασμένης Κυριακής και του πρωινού της Δευτέρας, όταν η Λεμεσός ξύπνησε από τον ήχο της έκρηξης από την επίθεση drone στη βάση Ακρωτηρίου και η υπόλοιπη Κύπρος από την αμηχανία της είδησης ότι οι Βρετανικές Βάσεις έγιναν στόχος επίθεσης. Είχαν ακολουθήσει και εκκενώσεις κοινοτήτων της επαρχίας Πάφου.

Πέμπτον: Η αντίδραση, έστω και ετεροχρονισμένη, της βρετανικής κυβέρνησης να στείλει πολεμικά πλοία για την προστασία των βάσεων, η τηλεφωνική επικοινωνία Στάρμερ – Χριστοδουλίδη με πρωτοβουλία του πρώτου και η επίσκεψη του Βρετανού Υπουργού Άμυνας την Πέμπτη καταλάγιασαν τις αντιδράσεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο εναντίον της Βρετανίας και των βάσεών της στην Κύπρο. Από πλευράς κυπριακής κυβέρνησης εκφραζόταν τη Δευτέρα έντονη δυσαρέσκεια, που έφτανε μέχρι και διαρροές για συζήτηση του καθεστώτος των ΒΒ στην Κύπρο.

Έκτον: Το όλο ζήτημα ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό τη γύμνια του κυπριακού κράτους σε θέματα Πολιτικής Άμυνας και πολιτικής προστασίας. Ο αριθμός των καταφυγίων δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε καν τον μισό πληθυσμό της Κύπρου, ενώ πολλά από αυτά βρίσκονται σε μη λειτουργική κατάσταση, χωρίς τις απαιτούμενες υποδομές και με αρκετά να χρησιμοποιούνται ως αποθήκες. Το μήνυμα που στάλθηκε στα κινητά την περασμένη Τετάρτη για σκοπούς πρόληψης και ενημέρωσης ανέδειξε αδυναμίες τόσο του συστήματος ενημέρωσης όσο και γενικότερα της διαχείρισης της κρίσης.

Όλα τα πιο πάνω αποτελούν τους πυλώνες γύρω από τους οποίους πλέον περιστρέφεται η σκέψη και ο προβληματισμός της κοινωνίας. Σε αυτό το σκηνικό, οι ισορροπίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, ανάλογα με τις εξελίξεις. Μια νέα επιθετική ενέργεια εις βάρος της Κύπρου —για παράδειγμα με πύραυλο ή drone— είτε επιτύχει τον στόχο της είτε αναχαιτιστεί, μια τρομοκρατική επίθεση στο εσωτερικό ή μια ενδεχόμενη νέα οικονομική κρίση που θα προκληθεί, είναι στοιχεία που θα έχουν τη δική τους βαρύτητα στα κριτήρια της κοινωνίας την ώρα της κάλπης. Όπως, φυσικά, και η διάρκεια της όλης κατάστασης. Αυτή τη στιγμή ενδεχομένως η επιθυμία για «εκδίκηση» στην κάλπη να υποχωρεί υπό το βάρος της ανάγκης μιας σοβαρής επιλογής με πολιτικά κριτήρια.

Η αναδίπλωση και η κόντρα

Στην κάλπη των βουλευτικών εκλογών δεν αναμετράται η κυβέρνηση, όπως πολλές φορές —και δια στόματος του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Κυβερνητικού Εκπροσώπου— έχει λεχθεί. Κρίνεται, βέβαια, για τον συνολικό χειρισμό της κατάστασης και μαζί της κρίνονται και πολιτικές κατευθύνσεις.

Άλλη ήταν η ατζέντα των κομμάτων τη Δευτέρα και άλλη εκείνη των επόμενων ημερών. Στον απόηχο του σοκ από το χτύπημα στη ΒΒ τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, επικρατούσε η θεωρία των «μπελάδων» στους οποίους έχει μπλέξει η Κύπρος. Με την ανακοίνωση της αποστολής της ελληνικής βοήθειας, η «επιστροφή» του «Κίμωνα» επισκίασε τον αρχικό φόβο, καλύπτοντάς τον με αισθήματα εθνικής υπερηφάνειας για τη συμπαράσταση της Ελλάδας.

Η παρέμβαση της Γαλλίας, η ανταπόκριση της Ιταλίας και της Ισπανίας και οι διπλωματικές εξελίξεις πρόσθεσαν πλέον στην εξίσωση τον παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής και του προσανατολισμού της χώρας. Είναι ίσως η πρώτη φορά που, ακόμη κι αν κατά βάθος είναι γνωστό ότι δεν γίνεται όλη αυτή η κινητοποίηση μόνο για τα μάτια μας, η συντριπτική πλειοψηφία νιώθει απτά τη σημασία του γεγονότος ότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά και τη βαρύτητα των διπλωματικών συμμαχιών.

Η κομματική αποτύπωση των εξελίξεων

Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής της αποτύπωσης των εξελίξεων σε κομματικό επίπεδο ήταν η τελευταία συνεδρία της Βουλής.

Η Ολομέλεια της Βουλής ενέκρινε ψήφισμα που κατέθεσαν οι κοινοβουλευτικές ομάδες ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ με τίτλο «Σχέδιο ψηφίσματος για την καταδίκη της επίθεσης που έλαβε χώρα εντός του εδάφους των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο και την υπεράσπιση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο», ενώ απέρριψε το εναλλακτικό ψήφισμα του ΑΚΕΛ. Με το ψήφισμα καταδικάζεται η ιρανική επίθεση στις ΒΒ, ενώ υπογραμμίζεται η ανάγκη διασφάλισης της σταθερότητας στην περιοχή.

Το ψήφισμα των τριών κομμάτων εγκρίθηκε με 28 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές.   Υπέρ ψήφισαν οι βουλευτές των κομμάτων ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ,  το ΕΛΑΜ και ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους. Εναντίον τοποθετήθηκαν οι βουλευτές του ΑΚΕΛ και οι Ειρήνη Χαραλαμπίδου και Κωστής Ευσταθίου. Αποχή τήρησαν οι Οικολόγοι, η ΕΔΕΚ και η Αλεξάνδρα Ατταλίδου. Το σχέδιο ψηφίσματος που υπέβαλε η κοινοβουλευτική ομάδα του ΑΚΕΛ καταψηφίστηκε.

Η παρέμβαση Αννίτας

Η πρόεδρος του ΔΗΣΥ σπεύδει να κερδίσει έδαφος. Η Αννίτα Δημητρίου, σε δήλωσή της την περασμένη Πέμπτη, έδωσε το στίγμα της πολιτικής τοποθέτησης στο ζήτημα. Μετέφερε, όπως είπε, προσωπικό μήνυμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι ο Δημοκρατικός Συναγερμός είναι έτοιμος να στηρίξει κάθε υπεύθυνη πρωτοβουλία που θα συμβάλει στη σταθερότητα της χώρας και στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, αλλά και να παρέμβει με εισηγήσεις για την αντιμετώπιση πιθανών επιπτώσεων.

Επανέλαβε τη σημασία της στήριξης της Κύπρου από την Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι επιβεβαιώνει στην πράξη τους εθνικούς και ιστορικούς δεσμούς των δύο χωρών «αλλά και τη στήριξη από χώρες συμμάχους ως απόδειξη της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και συνεργασίας, αποτέλεσμα της πολυεπίπεδης εξωτερικής πολιτικής με σαφή δυτικό προσανατολισμό που όχι μόνο χρειάζεται να συνεχιστεί αλλά και να ενισχυθεί σε όλα τα επίπεδα».

Παράλληλα, έριξε το γάντι στο ΑΚΕΛ, καλώντας το να τοποθετηθεί σε ένα πεδίο στο οποίο ο ΔΗΣΥ θεωρεί ότι διαθέτει το πολιτικό πλεονέκτημα. «Και είναι πραγματικά με λύπη και απογοήτευση που παρατηρώ τοποθετήσεις στελεχών και ειδικά του ΑΚΕΛ, να επιχειρούν να υποβαθμίσουν ή να θέσουν σε δεύτερη μοίρα τη σημαντικότητα αυτής της απόφασης και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις με απαξιωτικές και προσβλητικές αναφορές κατά της Ελλάδας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «η ουδετερότητα, οι ιδεολογικές αγκυλώσεις και η διαφοροποίηση από την ενιαία στρατηγική της πατρίδας μας μόνο επιζήμιες μπορεί να είναι σε μια τέτοια κρίσιμη συγκυρία».

Έντονη ήταν και η τοποθέτηση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, με ευχαριστίες προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Εμανουέλ Μακρόν.

Σε ανάλογες τοποθετήσεις, με ευχαριστίες προς την ελληνική κυβέρνηση και παρεμβάσεις σε ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια, προέβη και ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος. Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινήθηκε και η ΔΗΠΑ.

Η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι είχαν έντονη τοποθέτηση κατά των Βρετανικών Βάσεων, ενώ το ΕΛΑΜ κινήθηκε πιο έντονα με συνθήματα γύρω από την ελληνική παρουσία στο νησί.

Η γραμμή ΑΚΕΛ και η υπόδειξη

Το ΑΚΕΛ, από την άλλη, είχε έντονη τοποθέτηση τη Δευτέρα, υποδεικνύοντας ότι η διακήρυξη μετά το χτύπημα στις ΒΒ του Προέδρου Χριστοδουλίδη —ότι η χώρα δεν εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή— «θα πρέπει να διέπει έμπρακτα την εξωτερική πολιτική της χώρας σε όλες τις διπλωματικές τοποθετήσεις και ενέργειές της, στις πολιτικές επιλογές και στα μηνύματα που επιλέγει να στέλνει». «Πρέπει να είναι πλέον αυτονόητο σε όλους ότι η πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν διασφαλίζει τα συμφέροντα του κυπριακού λαού, ούτε και την ειρήνη στην περιοχή μας», σημείωνε.

Τις επόμενες ημέρες, οι τοποθετήσεις στελεχών —κυρίως του ΑΚΕΛ— κινήθηκαν στο ίδιο πλαίσιο, εστιάζοντας ωστόσο κυρίως στην κριτική προς τις αδυναμίες που επέδειξε η κυβέρνηση στη διαχείριση της κρίσης.