Η πολιτική απόφαση για εκκίνηση της συζήτησης γύρω από την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 ΣΕΕ ελήφθη στη σύνοδο της Αγίας Νάπας, αλλά η δύσκολη δουλειά μόλις αρχίζει: από τα νομικά κενά που εντοπίστηκαν από τη γαλλική ενεργοποίηση του 2015, ως την έλλειψη μηχανισμών καταγραφής και «playbook» για πραγματικό χρόνο, διπλωματικές πηγές στη Λευκωσία αποκαλύπτουν στο philenews τα επόμενα βήματα.

Δέκα χρόνια αδράνειας

Η τελευταία φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ασχοληθεί σοβαρά με το άρθρο 42.7 (η ρήτρα εισήχθη το 2009 και ορίζει ότι σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν ρητή υποχρέωση να παρέχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους) ήταν το 2015–2016, όταν η Γαλλία ενεργοποίησε τη ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι. Τότε εντοπίστηκαν σοβαρά κενά στον μηχανισμό. Το Συμβούλιο εξέδωσε νομική γνωμάτευση που ανέλυε ακριβώς τι σημαίνει η διάταξη, ενώ η Επιτροπή ετοίμασε ένα «πρόχειρο χαρτί» με τα «lessons learned» από τη γαλλική ενεργοποίηση.

Και εκεί σταμάτησε η όλη συζήτηση.

«Δέκα χρόνια δεν έγινε τίποτε», παραδέχονται διπλωματικές πηγές. Η Κύπρος, αξιοποιώντας τον ρόλο της ως χώρα που εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ρήτρας, μπήκε στη διαδικασία να ελέγξει βήμα προς βήμα τα κενά που υπάρχουν – και τώρα λέει ότι ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πού ακριβώς βρίσκονται τα προβλήματα.

Νομική υποχρέωση, όχι πολιτική επιλογή

Η κυπριακή προσέγγιση ξεκινά από ένα κεντρικό νομικό επιχείρημα: η συνδρομή των υπόλοιπων 26 κρατών μελών, όταν ένα κράτος ενεργοποιεί το άρθρο 42.7, δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι νομικό καθήκον.

«Δεν έχουν ρόλο οι 26 να μπουν να δουν γιατί το κάνεις», τονίζουν οι ίδιες πηγές. Το μόνο κριτήριο που απαιτεί η διάταξη για την ενεργοποίησή της είναι η ένοπλη επίθεση στην επικράτεια κράτους μέλους. Τίποτε άλλο. Η συνδρομή, άλλωστε, δεν μπορεί να είναι συμβολική: πρέπει να είναι ουσιαστική, ανάλογη των δυνατοτήτων κάθε κράτους.

Εξίσου σαφής είναι και η οριοθέτηση ως προς το τι δεν είναι: «Δεν είναι υποκατάστατη ρήτρα. Δεν είναι συμμαχία όπως το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για υποχρέωση συνδρομής». Η Λευκωσία επιμένει ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξηγείται σε κάθε συζήτηση είναι ακριβώς αυτό – ότι δεν αντικαθιστά το ΝΑΤΟ.

Τα κενά που πρέπει να καλυφθούν

Πέρα από τη νομική βάση, το ζήτημα είναι βαθιά επιχειρησιακό και εντοπίζονται αρκετά κενά.

Το πρώτο αφορά τον μηχανισμό καταγραφής: τι ζητά το κράτος που ενεργοποιεί τη ρήτρα, τι έχουν διαθέσιμο τα άλλα, τι μπορεί να δώσει το καθένα. «Αυτή τη στιγμή κανένας μας δεν έχει εικόνα ποιες χώρες έχουν ειδικές διαδικασίες, ποιες είναι αυτές οι διαδικασίες, τι δυνατότητες έχουν, πόσο γρήγορα μπορούν να ανταποκριθούν», λένε οι ίδιες πηγές.

Το δεύτερο αφορά τις εθνικές διαδικασίες. Πολλά κράτη μέλη έχουν ειδικές νομοθετικές ή κοινοβουλευτικές διαδικασίες για να αποστείλουν βοήθεια προς τρίτες χώρες – και αυτό σημαίνει ότι δεν έχει νόημα να ζητηθεί κάτι που δεν μπορεί να παραδοθεί εγκαίρως. «Εσύ που καίγεσαι πρέπει να ξέρεις τι μπορείς να πάρεις», σημειώνουν χαρακτηριστικά οι πηγές.

Τρίτο κενό: το επιχειρησιακό ερώτημα «με ποιον θα μιλούν». Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν έχουν ρόλο στη διαδικασία – εκτός εάν το ίδιο το κράτος που ενεργοποιεί τη ρήτρα αποφασίσει να τους αναθέσει κάποιον.

Το σύνολο αυτών των κενών είναι που οδηγεί στην ιδέα ενός «playbook»: ενός ολοκληρωμένου οδηγού που θα απαντά σε όλα αυτά τα ερωτήματα πριν από την κρίση, ώστε η ανταπόκριση να μπορεί να γίνει σε πραγματικό χρόνο. «Όταν ξέρεις τι θα ζητήσεις και από ποιον, τότε μπορείς να κάνεις και τον δικό σου προγραμματισμό», συνοψίζουν οι πηγές.

Τα επόμενα βήματα

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) έχει ήδη αρχίσει να σκέφτεται τα επόμενα βήματα. Η Κύπρος δηλώνει έτοιμη να συνεισφέρει: «Έχουμε κάνει την προεργασία μας, θα τους βοηθήσουμε, θα μιλήσουμε και με άλλα κράτη προκειμένου να υπάρξει κίνημα προς αυτή την κατεύθυνση».

Τον Μάιο προγραμματίζεται άσκηση προσομοίωσης σε επίπεδο πρέσβεων, με διάφορα σενάρια που αφορούν το πώς αντιδρά η ΕΕ σε ενεργοποίηση του άρθρου 42.7. Η Λευκωσία εκτιμά ότι η άσκηση είναι χρήσιμη για τους άλλους, αλλά «αχρείαστη για εμάς, γιατί εμείς κάναμε ήδη την άσκηση».

Μετά την άσκηση, αναμένεται έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία θα τη διαβιβάσει στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. Το σώμα αυτό θα καταγράψει τα ευρήματα, αλλά το κείμενο που θα προκύψει δεν θα είναι οριστικό – τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν δικές τους εισηγήσεις.

Σημείο εκκίνησης για τη Λευκωσία παραμένουν δύο έγγραφα: η νομική γνωμάτευση του Συμβουλίου του 2016 και το «lessons learned» χαρτί της Επιτροπής από την ενεργοποίηση της Γαλλίας. Από εκεί ξεκινά η συζήτηση που – μετά από δέκα χρόνια σιωπής – φαίνεται να ξαναρχίζει.