Το αποτέλεσμα των Βουλευτικών Εκλογών και τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων ερμηνεύει στο philenews ο καθηγητής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Frederick, Γιώργος Δημοσθένους:

Ολοκληρώθηκαν οι βουλευτικές εκλογές του 2026 για την ανάδειξη των 56 μελών της ΙΓ΄ Κοινοβουλευτικής Περιόδου, με τη διαδικασία να καταγράφει ρεκόρ συμμετοχής 19 συνδυασμών και 753 υποψηφίων, σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2021.

Από μια επτακομματική Βουλή το 2021 σε μια εξακομματική το 2026—ένα αποτέλεσμα που διαψεύδει ουσιαστικά όλες τις δημοσκοπήσεις, καθώς αποτελούσε το λιγότερο πιθανό σενάριο.

Η ανθεκτικότητα και η στρατηγική ανασύνταξη των δύο παραδοσιακών πυλώνων της πολιτικής ζωής του τόπου —του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ— αποτελούν ίσως το πιο καθοριστικό, δομικό συμπέρασμα αυτής της κάλπης. Σε ένα εκλογικό περιβάλλον που χαρακτηρίστηκε από έντονη τάση αποδόμησης, αντισυστημικής ψήφου και πρωτοφανή πολυδιασπαση, οι δύο μεγάλοι κομματικοί σχηματισμοί κατάφεραν να ενεργοποιήσουν έγκαιρα τους οργανωτικούς τους μηχανισμούς, να συσπειρώσουν τις βάσεις τους και να ανακόψουν τα κύματα φθοράς, διατηρώντας τις έδρες τους και με το ΑΚΕΛ να επιτυγχάνει αύξηση των ποσοστών του, σταματώντας μια καθοδική πορεία. Από την άλλη, το ΔΗΚΟ υποχωρεί μεν, αλλά λιγότερο από όσο προέβλεπαν οι μετρήσεις, χάνοντας ωστόσο την τρίτη θέση, η οποία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τα κοινοβουλευτικά θέσμια.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερης προσοχής τυγχάνει η περίπτωση του ΕΛΑΜ. Παρά τη σημαντική του αύξηση και τον διπλασιασμό των εδρών του, η δυναμική του δεν μετουσιώθηκε στα ποσοστά που προέβλεπαν με έμφαση οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά, ενδεχομένως, τα ανακλαστικά μιας κοινωνίας που επέλεξε να τιμωρήσει τις ακραίες θέσεις, τον αποκλεισμό και τις συγκρουσιακές ρητορικές που επιστρατεύθηκαν κατά την τελευταία περίοδο. Η δημοκρατία οφείλει να επιδεικνύει ανοχή, αλλά ταυτόχρονα το εκλογικό σώμα έδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στον πολωτικό λόγο.

Η είσοδος του ΑΛΜΑ και της Άμεσης Δημοκρατίας στη Βουλή με ποσοστά αισθητά χαμηλότερα των προσδοκιών τους, αποκαλύπτει τη χαλαρή οργανωτική τους συνοχή και την απουσία στέρεης κοινωνικής γείωσης.

Σε ό,τι αφορά στην Άμεση Δημοκρατία, ο σχηματισμός αυτός εξαργύρωσε την τυφλή ψήφο διαμαρτυρίας για να εισέλθει στο Κοινοβούλιο, παρά την παντελή έλλειψη προγραμματικών θέσεων και πολιτικής συγκρότησης. Η λαϊκή εντολή τούς έδωσε μια ευκαιρία, όμως στη σκληρή νομοθετική πραγματικότητα, η άγνοια στοιχειωδών θεμάτων και η αποφυγή συγκεκριμένων προτάσεων δεν κρύβονται. Η καιροσκοπική λογική τού «θα μάθω στην πορεία» δεν αποτελεί ελαφρυντικό και η έλλειψη προετοιμασίας δεν συγχωρείται.

Σε ότι αφορά στο ΑΛΜΑ, παρουσίασε σίγουρα πιο ολοκληρωμένες και επεξεργασμένες θέσεις,  αλλά θα πρέπει να μετατραπεί, το συντομότερο δυνατόν, από «κίνημα διαμαρτυρίας» σε ένα σοβαρό πολιτικό οργανισμό με δομή και τεκμηριωμένο λόγο σε όλα τα επίπεδα, αν θέλει να αντέξει και να επιβιώσει. Το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν σε Κύπρο και Ελλάδα είναι γεμάτο από τέτοια κινήματα, που εμφανίστηκαν ως φορείς της «υγιούς αντίδρασης», αλλά κατέρρευσαν λόγω της δομικής τους ανεπάρκειας.

Η κοινοβουλευτική έξοδος ιστορικών κομμάτων (ΕΔΕΚ, Οικολόγοι) και της ΔΗΠΑ προκαλεί έναν δομικό ακρωτηριασμό του κέντρου και της κεντροαριστεράς. Οι σχηματισμοί αυτοί, εγκλωβισμένοι σε μια υπαρξιακή εσωστρέφεια, θα πρέπει πλέον να καταβάλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες και να προχωρήσουν σε βαθιές τομές προκειμένου να διασφαλίσουν την αυτόνομη πολιτική τους επιβίωση. Η επιτακτική αυτή ανάγκη, ενόψει και των Προεδρικών Εκλογών του 2028, θα λειτουργήσει ως καταλύτης εξελίξεων. Είναι νομοτελειακά αναμενόμενο να οδηγηθούμε σε διαδικασίες εσωτερικής ανασύνταξης, χωρίς να αποκλείονται οι ασύμμετρες συμμαχίες ή η σταδιακή απορρόφηση και ενσωμάτωση στελεχών τους από τους μεγαλύτερους κομματικούς πόλους (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ), οι οποίοι αναζητούν στρατηγική διεύρυνση.

Η επόμενη μέρα των βουλευτικών εκλογών του 2026 διαμορφώνει ένα ρευστό και εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό πεδίο, όπου η αξιοπιστία προσώπων και σχηματισμών θα κριθεί αναπόφευκτα στην πράξη. Το ρεκόρ συμμετοχής νέων ανθρώπων στα ψηφοδέλτια αποτελεί μια εκ πρώτης όψεως ελπιδοφόρα δυναμική, ανεξάρτητα από το έλλειμμα πολιτικής προπαίδειας και την αδυναμία άρθρωσης συγκροτημένου λόγου που παρατηρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις.

Ωστόσο, η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι 697 υποψήφιοι —στην πλειονότητά τους νέοι— βρέθηκαν εκτός Κοινοβουλίου. Τα παραδοσιακά κόμματα οφείλουν να αποδείξουν έμπρακτα ότι δεν εργαλειοποίησαν αυτή την ανανεωτική τάση, χρησιμοποιώντας τους νέους απλώς για την προσέλκυση ψηφοφόρων. Οφείλουν να τους παραχωρήσουν ζωτικό πολιτικό χώρο, χρόνο και ουσιαστική θεσμική προοπτική.

Από την άλλη, η αξιοπιστία των ίδιων των νέων σοβαρών υποψηφίων (καθώς δεν έλειψαν, ασφαλώς, και οι περιπτώσεις πολιτικής φαιδρότητας) θα κριθεί από τη μετεκλογική τους συνέπεια. Αν διολισθήσουν στην απογοήτευση και την ιδιώτευση, θα επιβεβαιώσουν ακέραια τη συνευθύνη τους για την εκχώρηση του δημόσιου χώρου στη μετριότητα. Έχουν χρέος να επιμείνουν, αρθρώνοντας έναν σύγχρονο, τεκμηριωμένο πολιτικό λόγο, μακριά από παλαιοκομματικά στερεότυπα και στείρες αντιδράσεις.