«Οι γυναίκες επιστρέφουν» από τη ΣΕΖΟΝ Γυναίκες σε σκηνοθεσία Μαγδαλένας Ζήρα.
Μια εικόνα που θέλοντας και μη βλέπω καθημερινά, σχεδόν με το που ανοίξω το πρωί το μάτι, είναι το ξωκλήσι του Τιμίου Σταυρού στην κορφή του αποστρογγυλωμένου λόφου των Λυμπιών, το οποίο έχει μετατραπεί σε τουρκικό φυλάκιο. Το πρωί της περασμένης Πέμπτης, στάθηκα και κοίταξα λίγο πιο… εναλλακτικά, επιστρατεύοντας την άτακτη φαντασία μου για να «ντύσω» το θολωτό ξεροτόπι με εικόνες «κλεμμένες» από άλλη χρονική διάσταση. Το προηγούμενο βράδυ είχα παρακολουθήσει το ντοκουδράμα της Μαγδαλένας Ζήρα και της Νέδης Αντωνιάδη «Οι γυναίκες επιστρέφουν» στο κατάμεστο και ολοφόρτιστο Θέατρο Πόλης και το μυαλό μου έκανε πουλάκια. Σχεδόν άκουγα την οχλοβοή των εκατοντάδων γυναικών που συγκεντρώθηκαν αιφνίδια στο χωριό στις 19 Μαρτίου 1989, σχεδόν τις έβλεπα να σκαρφαλώνουν στην κακοτράχαλη, ασβεστολιθική λοφοπλαγιά, να υπερβαίνουν τα ίδια τους τα όρια, να εξυψώνονται στο στερέωμα της ζώσας Ιστορίας.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι η μαζική, απόκοτη και κινηματογραφική πορεία στα Λύμπια, που ανακόπηκε βίαια από τον κατοχικό στρατό, ήταν περισσότερο ένας τακτικός ελιγμός προς όφελος του ταυτόχρονου εγχειρήματος στην Άχνα. Τα κατορθώματα αυτών των σύγχρονων Λυσιστράτων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακά υπό το πρίσμα όχι μόνο της της γενναιότητας και της θέλησης, αλλά και της οργάνωσης, της ομοφροσύνης, της μεθοδικότητας. Όταν αυτή η ομοφροσύνη, άλλωστε, άρχισε να υποχωρεί κι επήλθε το σχίσμα, ουσιαστικά έπεσαν με συνοπτικές διαδικασίες οι τίτλοι τέλους αυτής της ωραίας ακτιβιστικής περιπέτειας, που είχε έξι σταθμούς. Κι είναι να απορεί κανείς πώς ο δαίμων του διχασμού βρήκε τον τρόπο να τρυπώσει ακόμη και σ’ ένα τόσο αγνό, ξεκάθαρο και συμπεριληπτικό κίνημα.
Ξαναρίχνοντας μια ματιά στον λόφο, πιο κυνική αυτή τη φορά και συγκρίνοντας με αρχειακές εικόνες, δεν δυσκολεύεται κανείς να διαπιστώσει ότι πέρα από τα φρύγανα που αυξομειώνονται, σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει στο τοπίο από το 1989 ή κι από το 1974. Τα σύμβολα της κατοχής ανεμίζουν ανενόχλητα, η συνθήκη της διαίρεσης φαντάζει πιο ακλόνητη από ποτέ, το status quo ακόμη πιο εδραιωμένο, ο χρόνος έσφιξε κι άλλο το τσιμέντο της διχοτόμησης.
Αναπόφευκτα, κουδουνίζει ο βόμβος ενός αμείλικτου ερωτήματος: πέτυχε κάτι επί της ουσίας όλη αυτή η ρομαντική «φασαρία», πέρα από την αυταξία της αδρεναλίνης, το καμάρι της ευψυχίας, την ηθική ικανοποίηση των γυναικών αυτών ότι τουλάχιστον δεν κάθισαν με σταυρωμένα χέρια; Από την άλλη, νομιμοποιούμαστε σήμερα υπό την άνετη καθήλωση στην πολυθρόνα μας κι υπό τη βαριά σκιά της απραξίας να υποβαθμίζουμε αυτον τον ψυχικό–έστω- θρίαμβο, αυτό το μικρό αλλά πιο γρήγορο από τη φθορά άλμα; Έχουμε την πολυτέλεια να υποτιμούμε το συμβολικό ρήγμα που επέφεραν στην τειχοδομία του διαχωρισμού, ανεξάρτητα αν αυτό δεν κατέστη τελικά δυνατόν να κεφαλαιοποιηθεί;
Νομίζω, ότι παρακολουθώντας αυτή την παράσταση- αναπαράσταση διαπιστώνεις ότι η απάντηση βρίσκεται στα βαρίδια στα πόδια που σε κάνουν να μη θέλεις να φύγεις όταν πια έχει κοπάσει το θερμό χειροκρότημα στο τέλος. Παραμένεις στον χώρο, μέσα ή έξω, αναζητάς κάποιον γνωστό να σχολιάσεις το δρώμενο, κάποιον συντελεστή για να τον επαινέσεις, κάποια από τις ορίτζιναλ πρωταγωνίστριες να την αγγελοστορίσεις. Έχεις την ανάγκη να ξεστομίσεις μια καλή κουβέντα, όχι μόνο για την τιτάνια προσπάθεια αλλά κυρίως για τα όσα κατάφερε να σε κάνει να νιώσεις και, ακόμη περισσότερο, να συλλογιστείς. Δηλαδή, ν’ αντιπαραβάλλεις στο ατάραχο σήμερα μια εποχή πολύ πιο πολυκύμαντη, πιο διεκδικητική, πιο παρορμητική, όπου ρεαλισμός σήμαινε να κυνηγάς το άπιαστο. Να αναλογιστείς ότι είναι ο σκοπός που δικαιώνει την πράξη κι όχι το αποτέλεσμα.
Την επιπλέον αξία του εγχειρήματος του project ΣΕΖΟΝ Γυναίκες προσδίδει ο τρόπος που κατασκευάστηκε αυτή η παραγωγή. Εδώ το ντοκουδράμα ακολουθεί τη μέθοδο verbatim, όπου οι προφορικές αφηγήσεις των εμπλεκομένων, έμφορτες με την επιπλέον γνώση και ψυχραιμία της χρονικής απόστασης, αποδίδονται αυτολεξεί. Ένας όγκος ερευνητικής εργασίας δύο ετών συμπυκνώθηκε σε λιγότερο από δύο ώρες και γονιμοποιήθηκε από την ποίηση της θεατρικής πράξης. Το δρώμενο πατάει από τη μια πλευρά στη σχολαστικότητα της ιστορικής τεκμηρίωσης κι από την άλλη στην εξιδανίκευση της εξιστορητικής μαρτυρίας, που αναπόφευκτα προσδιορίζεται από την παροντική οπτική.
Το συγκείμενο, η φύση και οι προϋποθέσεις αυτής της παραγωγής την καθιστούν σταθμό για τα θεατρικά μας –και όχι μόνο- πράγματα και δικαίως γίνεται κάθε βράδυ το αδιαχώρητο. Η Μαγδαλένα Ζήρα καθοδηγεί επιδέξια και σεβαστικά απέναντι στη μεγάλη πρόκληση τις έξι ηθοποιούς που σηκώνουν όλο το στοιχειοθετικό βάρος, με το βίντεο, τη μουσική, τον φωτισμό, τα σκηνικά και τα κοστούμια, να εμβυθίζουν τον θεατή στην αληθινότητα όχι των γεγονότων, αλλά της σημασίας τους. Η χωμάτινη παραλληλόγραμμη λωρίδα γης, αλληγορεί το γήινο σύνορο της υπέρβασης, ταυτόχρονα με την πάντα απροσπέλαστη μεθοριακή γραμμή ανάμεσα στο κράτος της μίμησης και της πραγματικότητας, της σκηνής και της πλατείας, της πράξης και της απραξίας.
Ελεύθερα, 30.10.2022