“Σε αυτό τον κόσμο δεν φτάνουν οι πιο φιλικοί και ενσυναισθηματικοί ηγέτες στην κορυφή, αλλά το αντίθετο. Σε αυτό τον κόσμο επιβιώνουν οι αναίσχυντοι” γράφει ο Rutger Bregman. Ο πιο ρομαντικός -σε βαθμό αφέλειας- και αισιόδοξος διανοητής του καιρού μας αδυνατεί να παραβλέψει την πιο εκκωφαντική αλήθεια. Οι ηγέτες μας, αυτοί οι αναίσχυντοι, κατά τον Ολλανδό συγγραφέα, καθορίζουν μεταξύ πολλών άλλων και την πολιτιστική διακυβέρνηση. Οι κατευθύνσεις που δίνονται στον τομέα αυτό ξεκινούν από τις επιλογές τους στα πρόσωπα που επανδρώνουν τις επιτελικές θέσεις.

Στην Ελλάδα η κομματοκρατία, ο νεποτισμός και η ημετεροκρατία καλά κρατούν. Ωστόσο, το επίπεδο της πολιτιστικής παραγωγής διατηρείται υψηλό. Η αυστηρή, ισοπεδωτική κριτική, που ασκείται σε δημόσια βήματα εκεί, δυσκολεύει την αυθαιρεσία και την σχετικοκρατία. Αυτή η αυθαιρεσία των αυτοανακηρυγμένων επαιόντων επιτρέπει στο κυπριακό κατεστημένο να κυριαρχεί παρουσιάζοντας όλες τις παραγωγές του ως σπουδαία δημιουργήματα της τέχνης. Μπορεί, λοιπόν, ο Γιατρομανωλακης, η Ευαγγελάτου κ.ο.κ. να προέκυψαν σε υψηλές θέσεις στη βάση πολιτικών σκοπιμοτήτων, αλλά το κύρος που διαθέτουν ως προσωπικότητες τους εμποδίζει να αυθαιρετούν αναίσχυντα. Μπορεί πολλές επιλογές τους να μου φάνηκαν μέτριες, όμως καμία δεν ήταν άθλια. 

Στην Κύπρο όλα περνούν και όλοι έχουν χορηγίες στην τσέπη αρκεί να ανήκουν σε κάποια “Αυλή”. Οι μεγαλόσχημοι επιτελείς του πολιτισμού, διορισμένοι από διεφθαρμένες κυβερνήσεις, με προσωπικές ατζέντες και μαύρες λίστες στα χαρτοφυλάκιά τους, αλλά με κανένα πραγματικό τεκμήριο αντίληψης του πολιτισμού, καθορίζουν το σκηνικό με τελεσίδικο τρόπο. Στο αποσκορακισμένο σύμπαν μας πολλοί διεγκονίζονται για τα αξιώματα αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η απόκτηση αξιωμάτων δεν συνεπάγεται απόκτηση κύρους. 

Ενώ, λοιπόν, στην Ελλάδα οι ιθύνοντες έχουν προσωπικές ατζέντες, αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να τις επιβάλουν αυθαίρετα, φοβούμενοι την κατακραυγή. Από την άλλη στην Κύπρο, οι αναίσχυντοι και ανίκανοι έχουν το θράσος να πατούν στο βάθρο της εξουσίας τους και να προωθούν σαβούρες ολκής, χωρίς να δέχονται καμία αμφισβήτηση. Γνωρίζουν, βέβαια, ότι η κοινωνία δεν είναι σε θέση να τους αξιολογήσει, ενώ και όσοι έχουν τα εχέγγυα αποφεύγουν να τοποθετηθούν από φόβο, μήπως αυτοί που αποφασίζουν, τους εκδικηθούν ρίχνοντάς τους στον πολιτιστικό Καιάδα του τόπου.

Οι υποψήφιοι πρόεδροι δεν προοιωνίζουν αλλαγές στην νοσηρή και τοξική καθεστηκυίαταξη πραγμάτων σε σχέση με τον πολιτισμό. Η υποκουλτούρα που μαστίζει τον τόπο, μαστίζει και τα πολιτικά περιβάλλοντα των υποψηφίων. Πρόσωπα αμφίβολης ηθικής βγήκαν από την ναφθαλίνη και προβάλλονται στα επιτελεία των υποψηφίων ως οι αυριανοί διαμορφωτές της πολιτιστικής πολιτικής, που τελικά θα ανακυκλώνει σπουδαιοφανείς δημιουργούς σε πολυδάπανες παραγωγές με δημόσιο χρήμα αλλά χωρίς καμία καλλιτεχνική αξία. 

Καθώς οι προεδρικές εκλογές πλησιάζουν αναζητώ απάντηση στο ερώτημα: ποιον να ψηφίσω, ποιος έχει κατανοήσει το ειδικό βάρος του πολιτισμού σε ένα σύγχρονο κράτος, ποιος έχει διάθεση να τα βάλει με το κατεστημένο του καλλιτεχνικού μας βόθρου και να φέρει νέους και ικανούς ανθρώπους στα πράγματα; Η φωνή του Κωνσταντίνου Καβάφη επίκαιρη όσο ποτέ μου στέλνει την απάντηση από το παρελθόν: “βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο”.