Η Δέσποινα Αικατερίνης Ανδρέα Τενίζη, μοιράζεται ένα διήγημα για τις μέρες των γιορτών.

Κι αφού μετρήσαμε αντίστροφα τις σαράντα  ημέρες προετοιμασίας και καθαριότητος σώματος και ψυχής, κι αφού αναποδογυρίσαμε στις δουλειές και στην καθαριότητα όλο το σπίτι, το στολίσαμε, φτιάξαμε όλα τα χριστουγεννιάτικα γλυκά, ήλθε η αγορά των δώρων! Τι να διαλέξουμε για τον καθένα  από τους αγαπημένους φίλους μας και τους δικούς μας. 

Ο πιο δύσκολος από όλους τους, ο Παναγιώτης μου! Με τίποτα δεν βολεύεται με τίποτα δεν χαίρεται, με όλα, μα όλα, γκρινιάζει! Μόνο στα γλυκά στραβώνει λίγο η γκριμάτσα του και ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του που έχει την αρχή του από το χορτασμένα λαίμαργό του το στομάχι! 

«Παναγιώτη, ετοιμάσου, θα περάσω να σε πάρω! Θα σε πάω στο νέο πολυκατάστημα του mall να διαλέξουμε το δώρο σου! Δύσκολος είσαι! Δεν θα ζοριστώ τι να σου βρω και να μου ξινίζεις για όλα κι ύστερα να τρέχω να στο αλλάξω!» 

Άλλο που δεν ήθελε! Τρελλαίνεται για βόλτες! Τρελλαίνεται με κάθε μας κίνηση που τον κάνει να αισθάνεται ο πυρήνας του κόσμου. Από άρχοντας, μέχρι το παιδί που στα 50 κάτι του θέλει από όλους μας ντάντεμα και δεν λέει να μεγαλώσει. 

Χρειάστηκαν τουλάχιστον δέκα λεπτά να τον περιμένω έξω από το σπίτι του να ψιλοετοιμαστεί. 

«Μισό, ξυρίζομαι!»

«Μισό, φοράω το σακάκι μου και κατεβαίνω!». 

Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και σωριάστηκε κουρασμένος ήδη στο διπλανό μου κάθισμα.

«Καλημέρα Παναγιώτη μου».

Απάντηση καμία. Έγειρε στο κάθισμα το κακομαθημένο και μόνο ρώτησε:

«Πού θα με πας, καρδούλα μου;»

«Είχα στο πρόγραμμα αρχικά να σε πάω για το δώρο σου αλλά με προβλημάτισες σήμερα πάλι και λέω να βρω το πρώτο υπομονετικό νηπιαγωγείο να σε αφήσω εκεί για τα επόμενα 50 χρόνια μπας και βρεθεί μια ψυχή καλή και σου κάνει επαναπρογραμματισμό πώς να ζεις! Πώς να μπεις σε μία σειρά και μια ρουτίνα, Παναγιώτη μου! Σωστά το συμπεραίνεις, θύμωσα! Πότε θα συνέλθεις; Τρέχει η ζωή και σέρνεσαι κουρασμένος πίσω της, πριν ξυπνήσεις, πριν αρχινήσει η μέρα σου!»

Άρχισε πάλι να δικαιολογείται, «μα και μου, είναι που…» κι η ψυχούλα του, η αγαπημένη μου, να βγαίνει πάλι αγγελάκι πάνω από όλη του τη βαριεστημάρα.

Οδηγούσα και τον άκουγα να αραδιάζει δυσκολίες, μισόλογα, μισοτελειωμένους πρόσφατους στόχους, τι θέλει να κάνει μα δεν έχει όλη τη θέληση, οράματα, επιθυμίες ξέπνοες, δίχως παλμό, σβησμένες!

Το έκανα! Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην μέση του πουθενά ανάμεσα σε κάτι καινούρια δρομάκια που ακόμα ασφαλτοστρώνονται και γύρισα με όσο πιο σοβαρό και σταθερό ύφος και του είπα:

«Ο καιρός είναι ιδανικός για βόλτα! Σου χρειάζεται η συντροφιά με τον εαυτό σου. Θα περπατήσεις μέχρι το κατάστημα και σε κάθε βήμα θα ρωτάς: Πού πάω; Τι κάνω; Τι περιμένω; Ποιόν περιμένω να τα κάνει όλα για ´μένα; Πότε; Πού με έχω αφήσει; Και γιατί; Κι αν θες όσο πιο γλυκά θα στο πω σκέψου όλα όσα έχεις καταφέρει. Φέρε μπροστά σου όλα τα πτυχία σου, την καριέρα σου, τα πλούτη που έκανες με τόσους κόπους, αφήνοντας όμως εσένα τον ίδιο πίσω»

Πήρε το πιο αγγελικό του ύφος. Η καρδιά μου έσπασε στα δυο. Έπρεπε όμως να παραμείνω σταθερή, να τον ταρακουνήσω. 

«Γίνεσαι σκληρή μαζί μου ενώ δεν είσαι…». Σβηστά το μισοέκλεισε, μπήκε όμως στην διαδικασία να δει μέσα στην ψυχή του. 

Κατέβηκε με αξιοπρέπεια. 

«Άσε το αυτοκίνητο εδώ να περπατήσουμε μαζί ως το κατάστημα», το πρότεινε πιο πολύ με ύφος ικετευτικό για να με πείσει.

«Δως μου το χέρι σου μαζί να περπατήσουμε, στο υπόσχομαι θα σκεφτώ όλα όσα μου έθεσες!»

«Όχι! Όσο και αν σε αγαπώ και αγαπώ τόσο πολύ να περπατήσω, είμαι υποχρεωμένη να το κάνω. Στο τέλος αυτής της μικρής διαδρομής, το βραβείο θα είναι το Χριστουγενιάτικο το δώρο σου»

Αισθανόμουνα να γίνομαι ασυγχώρητα κακιά, μα παρέμεινα ανυποχώρητη. Οδήγησα αργά αλλά σταθερά ενώ τον κοίταζα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου για να βεβαιωθώ πως είναι εντάξει. Τον είδα να φορά πάλι εκείνο το ύφος πως όλα στην ζωή του είναι καλά, ταξινομημένα και ισορροπημένα, ίσως έχοντας στην έγνοια του πως τον μελετούν οι περαστικοί ως το κατάστημα. Ένιωσα την ανάγκη να πατήσω απότομα τα φρένα στα μισά του δρόμου το αυτοκίνητο, εκεί πιο κάτω στην μέση του πουθενά και τρεχτή να πάω κοντά του και να τον αγκαλιάσω. 

Τι του κάνω; Αναρωτήθηκα. Ένας χαρισματικός πτυχιούχος, μαστεράς καταξιωμένος επιστήμονας και τον έχω λιώσει στην ταπείνωση. Αισθάνθηκα πως παραέγινα σκληρή! Αν δεν είχα την κάλυψη να ξέρει πόσο πολύ τον αγαπώ για να μου το συγχωρέσει ποτέ δεν θα το έφτανα ως τα άκρα. 

Αντί όποιου συναισθηματικού ενδοιασμού έφτασα ως το κατάστημα, πάρκαρα  στο υπόγειο κι ανέβηκα στην αγαπημένη μου καφετέρια. Πήρα τον καφέ μου και κάθισα κάπου ήσυχα. Δυό φορές τουλάχιστον σηκώθηκα κι από την βεράντα του ορόφου τον έψαξα με το βλέμμα να δω πού είναι.

Μόλις είχα καθίσει όταν τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Τίποτα δεν μαρτυρούσε πόσο ανησύχησα,  πόσο κακιά αισθάνθηκα και πόσο στάθηκα στην βεράντα ανήσυχα να τον ψάχνω.

Τα μάτια του ήταν υγρά συγκινημένα κι είχε μια λάμψη χαράς στην προηγούμενη του θλίψη, όταν έσκυψε κοντά μου να με αγκαλιάσει. Παγωμένα τα χέρια και το πρόσωπό του από την πρωινή του βόλτα αλλά ξεχείλιζε ζέστα καρδιάς! 

«Σε ευχαριστώ, αγάπη μου!» 

Η αγάπη του η ερωτική, με αυτή την έννοια στην κυριολεξία, δεν είμαι, αλλά με λέει έτσι από τότε που πιτσιρίκια  κινούσαμε κάθε πρωί μαζί για το σχολείο. Η αγάπη που τον κατάντησε να παραιτηθεί από τους στόχους του είναι η λατρεμένη του σύντροφος ζωής  που για βλακίστικους λόγους κι εγωισμούς τη χώρισε-για να έχει χρόνο και χώρο να σκεφτεί ο βλάκας-και μαζί χώρισε και από την ίδια τη ζωή του.  

«Είσαι το πιο γλυκό μου πλάσμα. Ξέρεις τι να μου πεις και ποτέ να το πεις, πότε βουλιάζω και πότε να μου τείνεις το χέρι για βοήθεια»

Δεν μπόρεσα να αρθρώσω μισή λέξη, βούρκωσαν τα μάτια μου και έμεινα να τον κοιτάζω.

«Στο υπόσχομαι θα πάρω τη Μαρία να την καλέσω για φαγητό. Την έβγαλα από τη ζωή μου και ναυάγησα. Νόμιζα πως τελείωσε μα δεν τελείωσε εγώ τελείωσα τη ζωή μου μόνος μου, νόμιζα πως η δουλειά και η καριέρα και η δανεική ζωή στο εικοσιτετράωρο είναι το παν στο προφίλ ενός άντρα, όλα τα πέτυχα, άριστα σε όλα, χρήματα, σπίτια ταξίδια. Όταν με άφησες μόνο μου να περπατήσω ως εδώ και να σκεφτώ, περπάτησα χέρι με χέρι με την μοναξιά μου, 20 χρόνια ίσως μπροστά σε αυτό που θα κατέληγα, 20 λεπτά μόνο απόσταση χρονική σε αυτό που είμαι τώρα. Ήμουν βυθισμένος μέσα στη ζωή, στην ρουτίνα μου, βολεμένος μέσα στις ώρες του γραφείου και στο εικοσιτετράωρό μου…»

Μεσολάβησαν στιγμές αμήχανης σιωπής από μέρους μου. Δεν έβρισκα τι να πω πάνω από τα δικά του λόγια, με ποιό χρώμα της αγάπης κορδελάκι να τύλιξω γύρω-γύρω  την όμορφη ψυχή του. 

Σηκώθηκα. Τον πήρα από το χέρι.

«Πάμε να πάρουμε το δώρο σου» 

Γεφύρωσα την αμήχανη στιγμή, τη σιωπή μου, τη συγκίνησή μου. 

«Καφέ θα πάρουμε, το δώρο μου,  μου το έκανες ήδη όταν με ανάγκασες παρατηρητής να κοιτάξω τη ζωή μου»

Κι έλαμπε, από χαρά και από συγκίνηση όσο χρόνια δεν τον έχω δει ως τώρα! 

Από την καρδιά μου το εύχομαι κάθε μέρα ο καθένας μας να ξανακάνει τη μικρή διαδρομή μες την ψυχή του και να καταλήγει αποφασιστικά στα θέλω του, είτε εγκαταλείποντας τις λανθασμένες μας επιλογές, είτε γεφυρώνοντας τις διαφορές, είτε αποπερατώνοντας τα μισοτελειωμένα έργα της ζωή μας! 

Παναγιώτης μπορεί να είναι ο καθένας μας και Μαρία μπορεί να είναι κάθε μια μας, είθε να υπάρχει πάντα μια Δέσποινα με ανιδιοτέλεια να μας πάρει από το χέρι με φιλία και αγάπη πραγματική κι είθε σε αυτών την ύπαρξη, παράμερα να μπορούμε να κάνουμε όλοι τον εγωισμό μας και βαθιά μες την ψυχή μας να κοιτάζουμε!

Είναι Χριστούγεννα!

Αξίζει σε όλες κι όλους η αγάπη! 

Ελεύθερα, 1.1.2023.