Μια προσωπική ιστορία αντί επικηδείου.

Την πρώτη φορά που με πήγε ο μπαμπάς μου για να δούμε την Δώρα Κακουράτου, ήταν στον «Απόλλωνα» της Ονασαγόρου (που τώρα έχει γίνει υπεραγορά). Ήμουνα μόνο πέντε χρόνων. Λίγα αντιλαμβανόμουν – πιο πολύ το σούσουρο γύρω μου. Αλλά έχω ακόμη πεντακάθαρα στο μυαλό μου την φιγούρα της να μπαίνει οδοστρωτήρας στη σκηνή, να χειροκροτείται στο πρώτο της «ρε Γιακουμή» προς τον Παπαμαρκίδη, να κοιτάει το κοινό -το κοινό της!- και να γελάει κι εκείνη σ’ ένα φευγαλέο της «καλησπέρα σας, ευχαριστούμε που ήρθατε απόψε» – η σχέση της Δώρας με τους θεατές ήταν σχέση λατρείας και καρδιακή, ψυχικής συνοδοιπορίας· δύο αλληλοσυμπληρώμενα φορτία εκτίμησης, κυρίως.

Θυμάμαι, επίσης, εκείνο το βράδυ, που με κράτησε ο μπαμπάς μου απ’ το χεράκι και πήγαμε στο καμαρίνι της (μικρό, μια σταλιά ήταν, ή έτσι μου φάνηκε γιατί αλλιώς φανταζόμουν τα σουσούμια μίας σταρ που ήταν η Βλαχοπούλου της Κύπρου), μου χάιδεψε απαλά το κεφάλι, πήρε ένα αυτόγραφο από την τσάντα της που στη φωτογραφία κράταγε με το χέρι το πηγούνι της και μ’ έγραψε «Γιαννάκη» – ο μπαμπάς μου ήταν εκστασιασμένος!

Θυμάμαι, μετά, το «Οθέλλος» της Μακεδονίτισσας που τώρα είναι ένα ετοιμόρροπο φιλέτο, και όλες τις παραστάσεις με τον Ζένιο και τον Μαυρομμάτη -έπειτα και με τον Γιωργαλλή και τον Κυριακίδη- και την πρώτη σειρά που είχαμε καπαρωμένη στις πρεμιέρες επειδή ο μπαμπάς μου -ο θαυμαστότερος θαυμαστής της Δώρας- τύπωνε στου Κασουλίδη τα εισιτήρια και τα προγράμματα των θιάσων – πλέον ήταν «η κυρία Δώρα μου» και ο «κύριος Νικηφόρος μου». Εγώ, παρέμενα πάντα ο «μικρός Γιαννάκης» που απλώς «μεγάλωνε»· ένα μυγάκι στην μεταξύ τους λατρεία. «Είδες την Δώρα; Η Δώρα είναι θεατρίνα!», μου έλεγε εκείνος. Κι ήταν όλα παραδεισένια. 

Έπειτα χαθήκαμε. Και με τη Δώρα και με τον μπαμπά μου. Ήταν η εποχή των Τζέιμς Ντιν, της έντονης αμφισβήτησης και των δρόμων. Των παράλληλων διαδρομών που κάποτε, ωστόσο, θα τέμνονταν ξανά. Σε διαφορετικές συνθήκες. Που έχαναν χρόνο αλλά θα έμπαιναν σε συμμετρία αλλιώτικη, είκοσι χρόνια μετά. «Μπαμπά, θα πάω να κάνω συνέντευξη με τη Δώρα Κακουράτου. Θέλεις να έρθεις να τη δεις;». Τι δώρο ήταν εκείνο! Τρεις μέρες διαδικασία να πάει στον μπαρμπέρη του, να βρει το καλό του το πουκάμισο και το καφέ σακάκι με τις σκουρόχρωμες ρίγες, το κασμίρ, από τον «Παραίκκα», τα παπούτσια τα βερνικωμένα· σα να ‘ταν ο γάμος ο δικός μου που δεν θα γινόταν ποτέ. «Μπαμπά, η Δώρα είναι απλή γυναίκα, λαϊκή, δεν θα καταλάβει ότι εσύ είσαι ένας όμορφος!». «Γιατί, δεν είμαι όμορφος;». Έρωτας η Δώρα!

Στο σπίτι της, στον Αρχάγγελο, εκείνο το βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου, ο μπαμπάς μου έκανε σαν γκρούπι – γέλασα γιατί αυτά, με άλλους, με την οικειότητα πια των σελέμπριτυς που είχα, τα κορόιδευα· «ο Νικηφόρος γιατί κάνει σαν μωρό;», έλεγα στη μάνα μου. Η Δώρα μαζί μου, ωστόσο, σ’ αυτή μας την συνάντηση, κράταγε απόσταση: Μιλούσαμε ως το τέλος στον πληθυντικό, καθόμασταν απέναντι σε απόσταση «ασφαλείας» ως άλλου κόσμου πουλιά, οικεία ταυτόχρονα αλλά και ξένα· κάναμε απλώς μια «δουλειά» – μ’ εκείνον όμως, όχι.

Σφιχταγκαλιάστηκαν μετά στην εξώπορτα σα να ‘βλεπαν ξανά στη σκηνή του «Μιμόζα» ένα νέο εμπνευσμένο νούμερο του Παπαδημήτρη και συγκινούνταν με εγκαρδιότητα – «εν τούτος ο Γιαννάκης μου, θυμάσαι τον Δώρα;». Της έκλεισα το μάτι μπροστά στον θαυμαστή κι είπε στα ψέματα: «Θυμάμαι – πώς δεν τον θυμάμαι! Μα, πώς μεγάλωσε έτσι ο γιος σου!». Κόρδωνε εκείνος. «Είδες τι λεβέντισσα που είναι η Δώρα; Είδες τι κυρία;». «Φυσικά, παπάκη μου, φυσικά και ξεχωρίζει η Δώρα– είναι από άλλους πλανήτες η Κακουράτου». Το εννοούσα· αλλά, αλλιώς. 

Απ’ την επόμενη μέρα είχε αναζωπυρωθεί η παλιά αυτή αγάπη: Ο μπαμπάς μου με έβαζε να του διαβάζω την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξής της ξανά και ξανά (λίγα γράμματα ήξερε εξάλλου, σπάνια μπορούσε να διαβάζει ολόκληρη αυτήν εδώ τη στήλη με την αλφαβήτα του δημοτικού που είχε μάθει, αλλά, αν κάτι τον εξέπληττε στις φωτογραφίες, ήθελε να ξέρει τι ακριβώς γράφω· πολλές φορές, εκ των πραγμάτων, έκοβα προτάσεις στην προφορική αποτύπωση) και κοιτούσε εκστασιασμένος το ταβάνι για το πόσο σοβαρή αποδεικνυόταν μέσα στα χρόνια η σταρ της ζωής του– πόσο ισορροπημένα πορεύθηκε η θεατρική της εξωστρέφεια με την εσωτερική της συγκράτηση στα αναίτια. «Αν κάτι μου αρέσει στη Δώρα, είναι που δεν εξευτελίστηκε ποτέ της!».

Συμφώνησα. Και αυτό θα το θυμόμουν, έτσι ακριβώς, τέσσερα χρόνια μετά, που το κράτησα ως «οδηγό» και για εκείνον, για το δικό του τέλος – στις σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον των καταστολών της υγείας του -στις πιο σημαντικές που καλείται να πάρει ένας άνθρωπος για τις ζωές άλλων ανθρώπων- όταν πια οριστικοποιούσα με τους γιατρούς της ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας να μην εκφυλιστεί η κινητικότητά του, η ζωντάνια του, η χαρά του, η αφέλειά του αυτή που είχε μια παιδικότητα μοναδική για τα 76 του χρόνια (νομίζω πως φαίνεται στην έκφρασή του, στη φωτογραφία αυτή του κηδειόσημου που ποζάρει μπροστά από τη θάλασσα της Μόρφου, κοντά στο χωριό του, στην Κάτω Ζώδια· να κάτι που θα τον έκανε πάλι να κόρδωνε: Πως μπήκε η ομορφιά του, δυο φορές μέσα σε τρεις μέρες, στον «Φιλελεύθερο» – μια για την κηδεία του και μια για τα «γραψίματα» του παιδιού του). 

Αχ και να ‘χα λίγη από την αφέλεια σου κι εγώ, μπαμπά. Αχ, και να την είχα…

Ο μπαμπάς μου πέθανε τελικά την ίδια μέρα που πέθανε και η κυρία Δώρα. Την Τετάρτη. Στο ταξίδι τους αυτό, που το κάρμα αποφάσισε να κάνουν μαζί παρέα ως την οριστική ανάληψη των σαράντα ημερών, εκείνην θα τη συνοδεύει το πιο δυνατό χειροκρότημα που θα μπορούσε να της δώσει ποτέ ο πιο πιστός της θαυμαστής κι εκείνον ένα ίνδαλμα να τον λούζει με φως ακτινοβόλο, αποχαιρετώντας ευχαριστημένος τη Γη. Χαμογελώντας ευτυχισμένος κι ήρεμος πια, χωρίς άλλο πόνο, σ’ αυτό το grand finale.  

Ελεύθερα, 18.12.2022.