Με αφορμή την πρεμιέρα της «Λυσσασμένης γάτας» στον ΘΟΚ.
Δεν είναι λίγες οι φορές που μια θεατρική παράσταση προκαλεί στους θεατές αμηχανία, ιδιαίτερα όταν αδυνατούν να προσλάβουν ή να κατανοήσουν τους στόχους της συγκεκριμένης σκηνοθετικής γραμμής που τη διέπει. Κι αυτό συμβαίνει κυρίως όταν η σκηνοθεσία δεν προσφέρει τα κατάλληλα εναύσματα για τη μέθεξη, που είναι κεφαλαιώδους σημασίας στη θεατρική πράξη. Τέτοια παράσταση ήταν η «Λυσσασμένη γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς (Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, πρεμιέρα 15 Ιανουαρίου 2023). Μια παράσταση που εν τέλει δεν δικαίωσε τις προσδοκίες του θεατρόφιλου κοινού για ένα σημαντικό θεατρικό γεγονός, όπως θα άξιζε στον παγκόσμιας εμβέλειας κορυφαίο Αμερικανό δραματουργό.
Η υπερβολική χρήση της τεχνολογίας, η διάσπαση της σκηνικής δράσης σε δύο διαφορετικούς σημειολογικούς κώδικες, οι πληθωρικές αναφορές στο ημερολόγιο του συγγραφέα, η υπερκάλυψη του θεατρικού λόγου από τη μουσική, η μάλλον αισθητικά αδικαίωτη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην τελευταία πράξη του θεατρικού έργου ήταν, κατά την άποψή μας, οι κυριότεροι παράγοντες που είχαν ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη παράσταση να μη στεφθεί με την επιτυχία που θα ανέμενε κανείς.
Ποιο στόχο υπηρετούσε άραγε η διάσπαση της σκηνικής δράσης σε δια ζώσης δρώμενα επί σκηνής και σε βιντεοσκοπημένα δρώμενα στα παρασκήνια; Μάλιστα σε αρκετά σημεία της θεατρικής πλοκής οι δύο αυτοί διακριτοί σημειολογικοί κώδικες συνδυάζονταν κατά τρόπο που προκαλούσε σύγχυση στον θεατή. Επιπλέον, μέρος των προβαλλόμενων σκηνών δεν ήταν ευκρινές, δεδομένου ότι προβαλλόταν σε μέρος της σκηνής στο οποίο ήταν τοποθετημένα σκηνικά αντικείμενα.
Μολονότι οι μουσικές επιλογές των συντελεστών της παράστασης ήταν εύστοχες, δεν ήταν λειτουργική ούτε η έκταση που κάλυπτε η μουσική στις τρεισήμισι ώρες που διήρκεσε το θεατρικό αυτό έργο ούτε η έντασή της. Δεν ήταν λίγα τα σημεία στα οποία ήταν αδύνατον να ακουστεί η φωνή του ηθοποιού εξαιτίας της μεγάλης έντασης της μουσικής. Ποιο στόχο εξυπηρετούσε άραγε η περιορισμένη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην τελευταία πράξη της «Λυσσασμένης γάτας», σε ένα συγκείμενο που δεν δικαιολογούσε την επιλογή της;
Πέραν των πιο πάνω επισημάνσεων, αξίζει να διερωτηθούμε πού αποσκοπούσαν οι συχνές αναφορές σε επιμέρους πτυχές των σκηνοθετικών επιλογών για τη χρήση ή την αποφυγή συγκεκριμένων τεχνικών ή για την αποφυγή άλλων, με αναφορές μάλιστα στο ημερολόγιο του σκηνοθέτη.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω σκηνοθετικών επιλογών, αντί της μέθεξης των θεατών στα θεατρικά δρώμενα, «επιτεύχθηκε» η πλήρης αποστασιοποίηση και αλλοτρίωσή τους από τη θεατρική πράξη. Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να αντιτείνει ότι όσα σημεία σχολιάζονται πιο πάνω είναι ενδείξεις μιας μεταμοντέρνας σκηνοθεσίας που βρίσκονται στον αντίποδα της αριστοτελικής ποιητικής ή της κλασικής αντίληψης για τη μέθεξη και την κάθαρση. Ωστόσο, και αν ακόμη δεχθούμε ότι οι όποιοι πειραματισμοί είναι αναμενόμενοι σε οποιαδήποτε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, στην περίπτωση της παράστασης της «Λυσσασμένης γάτας» οι πειραματισμοί δεν συντέλεσαν σε ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα, παρά τις επιμέρους πολύ καλές ερμηνείες ορισμένων από τους ηθοποιούς.
* Ο Λεωνίδας Γαλάζης είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας