«Όστις θέλει, οπίσω μου ακολουθείν», κατά Μάρκον.
«Δεν πονάς;», ρώτησα τον Ali, τη στιγμή ακριβώς που σταμάτησε να χτυπάει με δύναμη το γυμνό του στήθος, το ματωμένο και γεμάτο από πληγές, σαν βαθιές νυχιές από μανία και ακοίμητη έκσταση προς ό,τι εκείνη τη στιγμή τον διέλυε – η κακή του μοίρα, η πατρίδα που τον έδιωξε, ο ρατσισμός στην πόλη, ο «ξένος» που ποτέ δεν θα καταφέρει να γίνει «ντόπιος» ακόμη κι αν τρώει χοιρινό μαζί με τους Έλληνες στα κρυφά, αυτός που πάντα θα τον ρωτούν «πιστεύεις κι εσύ πως αυτό που κάνουν οι τζιχαντιστές είναι καλό;». Με κοίταξε παράξενα και με φώναξε να πάω κοντά του για να με ακούει καλύτερα αφού το μοιρολόι για το θάνατο του έκτου Ιμάμη Τζαφάρ Αλ Σαδίκ είχε ξαναρχίσει στην οδό Δήμητρας, στον Πειραιά. «Λοιπόν; Δεν πονάς;».
«Η πίστη έχει μεγαλύτερη δύναμη απ’ τον πόνο», είπε. Και συνέχισε να δέρνει ανελέητα το σώμα του κρατώντας κάτι σιδερένιο στα χέρια του με προεξοχές που φαίνονταν σαν μακριές λεπίδες. Ο Kamran δούλευε στον Ασπρόπυργο, «σε κάτι οικοδομές», ο Kashif σε μια ταβέρνα στο Μενίδι, ο Aslam είχε ανοίξει στο Ίλιον ένα κομμωτήριο «5 ευρώ το κεφάλι για τους άντρες», που γεμίζει από κόσμο φτωχό. Μεροκάματο, ανέχεια, πόνος – και πίστη. «Γιατί πιστεύεις;», είπα. «Εσύ γιατί τρως;», απάντησε.
Ήταν πολύ όμορφος. Τα μάτια του είχαν τα ανατολικά χαρακτηριστικά των ανδρών που βαθαίνουν στις γωνίες, σχεδόν μαύρα, μα φωτεινά στις εκφράσεις σα να μιλούσαν χωρίς στόμα – ένα ποίημα. «Αζαχάν Ε Γκουλζάρ Ε Ζαινάμπ», που σημαίνει «Σωματείο Πακιστανών Μουσουλμάνων Σιιτών», μου μετέφραζε τα γράμματα κάτω από την τσίγκινη ταμπέλα. Όταν ο ήχος απ’ την καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου χτύπησε από το παρακάτω στενό έκανα αυθόρμητα το σταυρό μου και εκείνος -χωρίς να κατανοώ το λόγο- στάθηκε σε στάση προσοχής. Σε λίγο θα περνούσαν από μπροστά μας οι μαυροντυμένες γυναίκες κρατώντας κόλλυβα στα χέρια και ψωμί διαβασμένο. Εκείνος με κοιτούσε αμήχανα. «Ξένο, με λένε. Ξένο και αλλόθρησκο. Μα, εγώ, δεν σκοτώνω». Άγγιξα το κομποσκοίνι μου κι εκείνος μου έπιασε τον καρπό. «Ίδια όλα!», είπε. Μα, δεν διευκρίνισε.
Έτσι όπως μπλεγμένοι είναι οι Θεοί και οι θρησκείες, σκέφτομαι πως τελικά εκείνο που θα μας σώσει είναι μόνο η αγάπη. Κι ό,τι αυτή δεν χρωματίζεται από κεφάλια, ιερά βιβλία, μικρές ανείπωτες στιγμές που υπερβαίνουν το θείο και αρπάζουν το άπειρο. Πως το οτιδήποτε «είναι» μόνο θα ζητάει πάντα το μισό του και πως ο φόβος του θανάτου γεννάει τις πιο εγκληματικές προοπτικές του μέλλοντός μας. Γιατί η πίστη έχει στ’ αλήθεια ένα και μόνο Θεό – τον Θεό που έχει και μέτρα ανθρώπινα. Που υπερβαίνει τα τετράγωνα ή στρογγυλά οικήματα των θρησκειών των χρημάτων που θησαυρίζουν ή «δέρνουν» ή «κλέβουν» στο όνομά Του εν είδει Κιβωτών. Οι φωτισμένοι λίγοι – ένθεν κι εκείθεν. Κι όσοι μιλάνε μισαλλόδοξα ας απομονωθούν – μήπως σωθεί κατιτίς από το πραγματικό νόημα της πίστης που δεν κοιτάει μηδενικά τραπέζης· γιατί το μηδενικό της το μετατρέπει σε ολόκληρο απ’ το τίποτα – ένα θαύμα μεγάλο κι αυτό!
«Σου φαίνεται ότι αυτοί οι άντρες που βλέπεις μπροστά σου εδώ και μισή ώρα να χτυπούν τα σώματα τους ότι πονάνε. Αν πας και ρωτήσεις τώρα έναν προς έναν όλους αυτούς, αν νιώθουν έστω και τον ελάχιστο πόνο, είμαι σίγουρος πως θα το αρνηθούν. Και αυτό -να ‘σαι βέβαιος- είναι και η αλήθεια. Η δύναμη της ψυχής τους είναι ανώτερη απ’ τις σωματικές αδυναμίες», μου λέει ο Sayed, ένας από τους διοργανωτές αυτού που συμβαίνει στις παρυφές του Πειραιά καθώς αντιλαμβάνεται την ταραχή μου απ’ το θέαμα – έρχεται δίπλα μου και μου προσφέρει ένα φλιτζάνι ζεστό πακιστανικό τσάι με φιστίκια. «Μα, πως είναι δυνατόν να προκαλείς τόσο πόνο στο σώμα σου, να κοκκινίζει όλο σου το στήθος -σε κάποιους είδα να τρέχει ακόμα και αίμα-, μόνο και μόνο για να θρηνήσω ένα κομμάτι της πίστης μου ήδη νεκρό αιώνες αιώνων πριν;». «Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, όποιο όνομα κι αν έχει. Κι όπως αυτός έδειξε την αγάπη του σε εμάς, έτσι κι εμείς του την ανταποδίδουμε», μου απαντά. «Με τόσο πόνο η αγάπη;», του λέω. «Μόνο με πόνο η αγάπη!», λέει.
Κατανοώ πια γιατί στόλισα και φέτος το χριστουγεννιάτικό μου δέντρο. Κι είναι για τον ίδιο λόγο που νιώθω τόσο ευλογημένος μεγαλώνοντας σε μια πόλη που τα τζαμιά της ήταν κοντά στις εκκλησιές της, που το Αλλάχου Άκμπαρ διαδεχόταν φυσιολογικά το Κύριε Ελέησον ημάς, και που το να γονατίζεις δεν διέφερε πολύ απ’ το να σταυροκοπιέσαι. Καθαρές καρδιές να’ χουμε, να μπορούμε ν’ αγαπάμε…
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 4.12.2022.