Αν αρκούσε μόνο το ταλέντο, η σκαλέτα των «ονομάτων» που σήμερα γνωρίζουμε θα είχε ανάποδη ιεράρχηση.

Τις προάλλες, εξαντλημένος πια από την κούραση της δουλειάς και την ηχορύπανση της ατμόσφαιρας πόλεων και ανθρώπων, άκουσα από το Γ’ Πρόγραμμα του ΡΙΚ και την μεσημεριανή εκπομπή- όαση του Κώστα Σωτηρόπουλου αυτό που με ενεργοποίησε για την επόμενη βδομάδα – αρκεί να πιστέψεις στη δύναμη της Τέχνης, αρκεί η καρδιά σου να ‘ναι διάφανη από εναποθέσεις σε συγκεκριμένες «στιγμές» και ν’ «ακούς» καθαρά: Εκείνο το παλιό τραγούδι-αριστούργημα του Κωστή Χρήστου «τι παράπονα είχες».

Δεν είναι γνωστό -εκτός, ίσως, από όσους έχουν εντρυφήσει στα βαθύτερα των θησαυρών της ελληνικής δισκογραφίας-, αλλά η ερμηνεία αυτού του (άγνωστου, για τους πλείστους) κορυφαίου και απολύτως αδικημένου τραγουδιστή (από τους συναδέλφους του; Από τα «κυκλώματα»; Από τον ίδιο το θεό που έμοιαζε να του άρπαζε από το στόμα το «δώρο», όπως το χελιδόνι αφήνει ενσυνείδητα την μπουκιά στην φωλιά του χωρίς να την καταπίνει;) διαπερνά σαν ίλιγγος την ψυχή, σαν παφλασμός κυμάτων ωκεανού σε μακρινή αποβάθρα – σε συγκινεί και σε κάνει να τρέμεις σύγκορμα το αντίο του εραστή· με αξιοπρέπεια, γαλήνη, αποδοχή του τέλους, στα απλά λόγια του Πυθαγόρα, μ’ ένα συνειδητοποιημένο «αντίο» όπως το καταλαβαίνει ένα παιδί: Σιωπηλά. Μα, βρείτε το στο YouTube κι ακούστε το: 

«Τι παράπονα είχες, κι έφυγες από μένα

που σε είχα, ζωή μου, τέλος μου και αρχή.

Τα μικρά μου τα λάθη, τα μετρώ ένα ένα

και πικρά συμπεραίνω, πως δεν είχες ψυχή».

Η περίπτωση του Κωστή Χρήστου είναι μοναδική: Μία κορυφαία φωνή -σαφέστατα, η ερμηνεία του στο σπαρακτικά μεγαλειώδες «αλίμονο» του 1971 καλύτερη από εκείνην του Μητροπάνου που το είπε αργότερα σε δίσκο του κάνοντάς το τελικά εκείνος «επιτυχία»- που καταπλακώθηκε και «χάθηκε» διπλώνοντας την φωνή του μέσα σε συρτάρι ξεχασμένο, όπως όταν ανεβάζεις τα χειμερινά σου ρούχα στο πατάρι τρώγοντάς τα ο σκόρος – αν και όχι με τέτοια πρόθεση εξαρχής.

Σε μία σπάνιά του συνέντευξη, κάποτε, είχα διαβάσει πως είχε ανοίξει ένα μαγαζί στην Πατησίων, το έκλεισε αργότερα, ξεκίνησε να ασχολείται με την πολιτική, κι ύστερα χάθηκε ξανά – αποχαιρετώντας με στενοχώρια, προφανώς, με πίκρα, αυτό που τον χαρακτήρισε τη δεκαετία του ’70 ανώτερης στάθμης ερμηνευτή από τον Γιάννη Πάριο, αν υποθέσουμε πως ήταν της ίδιας κατηγορίας στοχευμένου κοινού τραγουδιστές.

Κάτι παρόμοιο συνέβη με την Καίτη Ντάλη. Που με την άχνα της θλίψης της μού συνέτριψε τα σωθικά ένα βράδυ Παρασκευής σ’ ένα υπόγειο στην Βικτωρίας, όταν «επανασυστηνόταν» στο κοινό έπειτα από αρκετά χρόνια «εξαφάνισης». Ή με την Γιώτα Γιάννα, προτού «ανακαλυφθεί» ξανά – και λοιδορηθεί, κάποια στιγμή, από τους αμετροεπείς, με τις γνωστές σύγχρονες μαφιόζικες τηλεοπτικές μεθόδους. Ή ακόμη και με τον Κύπριο Περικλή του «Λάθους» («Ένα λάθος / η ζωή μου, η ζωή μου όλη / να σου δίνω εγώ αγάπη / αγάπη αληθινή / Μα, το πιο μεγάλο λάθος είναι / να πιστεύω πως μ’ αγάπησες κι εσύ») που -ποιος ξέρει πώς;- καθηλώθηκε στα «οικογενειακά» μαγαζιά της Λευκωσίας και δεν έγινε μαρκίζα στα πρωτοκλασάτα της Αθήνας όπου θα απλωνόταν η λαϊκότητα της φωνής του σαν πυκνό σπάνιο ύφασμα, εφάμιλλη εκείνης του Στράτου Διονυσίου, αν η συνοχή μυαλού κι εκείνης της βαθιάς ανάσας συμφώνων στους στίχους διαμεριζόταν σωστά. Κι άλλοι πολλοί. Οι περιπτώσεις ποικίλουν – αναλόγως. Αρκεί ένα ταλέντο για την διαχρονικότητα – μεγεθυμένο σαν όαση στην μεγάλη έρημο συμπαρασύροντας για «νερό»; Όχι, δεν αρκεί. Πότε αρκούσε; 

Η ζωή μας είναι συμπτώσεις – τύχη κυρίως. Για τους καλλιτέχνες κανόνας – μια λάθος πόρτα και μία ατυχής εμφάνιση μπορεί να σε στριμώξει για πάντα -ή για πολλά χρόνια- στην αφάνεια των επιλογών «παραγόντων» (εκτός κι αν είσαι η -εξαίρεση- Τζένη Βάνου που επέπλεε θριαμβευτικά ακόμη και στα σκουπίδια των σκυλάδικων όπου τραγουδούσε «για το μεροκάματο» στη δύση της μεγάλης της καριέρας, της ανεπανάληπτής της φωνής). Μου το είχε πει πολύ ωραία κάποτε η Μαρινέλλα που επέπλευσε των «σειρήνων» και μεγαλούργησε παραμένοντας κλασική αξία και σημείο αναφοράς στις νεότερες λαϊκές ερμηνεύτριες: «Το σημαντικότερο απ’ το να έχεις ταλέντο, είναι να ξέρεις να το διαχειρίζεσαι σωστά!». Αυτό. 

Πόσοι φρίκαραν από την αναμενόμενη παρακμή του καλλιτεχνικού βίου και γύρισαν απροετοίμαστοι για την αρπαγή των γυπαετών, πίσω στο μικρό τους δυαράκι – έξω από τα φώτα και την λάμψη, τα «μπράβο» εκείνα που θρέφουν ανελέητα; Αναρωτήθηκα, πολλές φορές, για την ψυχολογική πίεση αυτών των ανθρώπων – τί μεγάλες καμπύλες κάνει η ζωή καμιά φορά! Τους συμπαραστέκομαι και τους κατανοώ – φωτεινότεροι, συνήθως, από τους πρωτοκλασάτους, γήινα τραυματισμένοι κι όχι γυάλινοι. Παρηγοριέμαι στην λύπη και στην αναγέννησή τους και λέω, δεν μπορεί, «θα περάσει κι αυτό», όπως συμβαίνει στα τραγούδια τους. Όπως το άκουσμά τους στην ερμηνεία τους, στη φωνή τους που σπάει και «κλαίει». Όπως όλα – όπως όλα όσα έχουν εντρυφήσει σε αποχαιρετισμούς και κατανοούν -ξέρουν καλά- πού ακριβώς διαχωρίζεται το ενδιάμεσο απ’ το αναπόφευκτο. 

«Τι παράπονα είχες, τι σου έλειψε πες μου

πες μου ποια αδικία, σου ‘χα κάνει βαριά.

Κι αν ελάχιστες ήταν, οι κακές οι στιγμές μου

πώς να τις συγχωρήσεις, που δεν είχες καρδιά…».

 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 12.2.2023