«Πασατέμπο» του Κώστα Μαννούρη σε σκηνοθεσία Κώστα Σιλβέστρου.

Θα μ’ ενδιέφερε να κρυφοκοιτάξω στο εργαστήριο του Κώστα Μαννούρη καθώς μαστορεύει ένα κείμενο. Να ρίξω μια αδιάκριτη ματιά και να δω πώς ερωτοτροπεί με τις λέξεις, πότε δαμάζοντας και πότε απασφαλίζοντάς τες. Δεν θα μπω στη διαδικασία να μαντέψω αν είναι μια διαδικασία επώδυνη ή παρηγορική, οπωσδήποτε όμως θα είναι ηφαιστιώδης και διεγερτική. Η γραφή του είναι τόσο ωραία και τόσο λεία, που απολαμβάνεις να τη διαβάζεις. Θα την απολάμβανες ακόμη κι αν καθόσουν κι άκουγες κάποιον να την απαγγέλλει όντας άχρωμος και ανέκφραστος.

Έτσι και στα θεατρικά του έργα, οι λέξεις του δεν είναι ασπόνδυλοι μεταφορείς νοημάτων, αλλά εκτελεστικά όργανα που συχνά αυτονομούνται και παίρνουν και «πρωτοβουλίες». Χωρίς φυσικά να κάνουν του κεφαλιού τους, αφού τις χειρίζεται περίτεχνα καθώς πειραματίζεται με ύφη και ήθη, απελευθερώνοντας την αφηγηματική και την αισθητική τους υπερδύναμη. Με τους ήρωές του θέλεις να γελάσεις και να κλάψεις, έτσι όπως σκιτσάρονται με τη μεθυστική του γλώσσα, η οποία παρασύρει τον θεατή και κάνει το φόντο όπισθεν των προσώπων πιο εύγλωττο ακόμη κι από την ψυχογραφία τους. Οι χαρακτήρες είναι σαν να κρύβουν αυτό που είναι πίσω από αυτό που λένε, ενόσω ο θεατής απολαμβάνει τη ρυθμικότητα και τη μουσικότητα της αφήγησης.

Στο corpus του Κώστα Μαννούρη ο χαρακτήρας της Σεραφίνας Πασατέμπο φρονώ ότι καταλαμβάνει περίοπτη θέση γιατί χωρίς να απαρνιέται αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δεινής καλάμου του συγγραφέα, είναι πιο ατίθασος, πιο γλαφυρός. Διασχίζει μια πιο ευκρινή διαδρομή μεταμόρφωσης και αποδοχής, είναι πιο γάργαρες οι προθέσεις και τα κίνητρά του, πιο έντονη και αμετάκλητη η ανάγκη να υπερασπιστεί τις επιλογές του. Η περιθωριακή αντι-ηρωίδα Σεραφίνα, που γεννήθηκε Αντώνης, εκλεκτό μέλος της κομπαρσαρίας ενός μπουλουκιού, κατορθώνει να γίνει αποδεκτή- πρώτιστα από τον εαυτό της. Ο Μαννούρης δεν θεωρεί απλώς τη μεταμόρφωσή της επιλογή, αλλά μονόδρομο, προϋπόθεση ενός αδιαπραγμάτευτου καθήκοντος αυτοπροσδιορισμού. Απόμαχη πια, στα 82 της, μιλά για τη ζωή της και τον τρόπο που έκανε τους άλλους να λάμπουν. Η αφήγηση είναι κερματισμένη, αλλά ρέουσα, καθώς ακολουθεί το παρασκήνιο της ζωής και της ιστορίας, που πηγαίνουν αντάμα.

Εδώ που τα λέμε, θα μ’ ενδιέφερε να κρυφοκοιτάξω και στο εργαστήριο του «χρυσοχέρη» Κώστα Σιλβέστρου που με ό,τι καταπιάνεται –από αρχαίο δράμα και κλασικό μέχρι σύγχρονο ρεπερτόριο, από παιδικά και μιούζικαλ μέχρι δράματα κι από πολυπρόσωπα έργα μέχρι ντουέτα και μονολόγους- φέρνει εις πέρας το πρότζεκτ με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα. Να τον παρακολουθώ καθώς παίζει με τους δοκιμαστικούς σωλήνες όπου τεστάρει τις ιδέες του, τον εξειδικευμένο εξοπλισμό που εκτελεί τα πειράματά του μέχρι να φτάσει στην πιο λειτουργική λύση.

Το «Πασατέμπο» (που όπως μαθαίνουμε ο αρχικός του τίτλος ήταν «Ιερά βακτηρία») είναι από εκείνες τις παραστάσεις που χάνουν πολύ από το ζουμί τους αν βάλεις πάνω τους το νυστέρι της αυτοψίας. Είναι δύσκολο να την παρακολουθήσεις σαν συμμετοχικός μάρτυρας που πασχίζει να ανατέμνει την παράσταση για να αποκαλύψει τα μυστικά της. Ένα πράγμα εντοπίζεις και δύο σου διαφεύγουν. Προορίζεται να θεαθεί σαν όνειρο, με το άλλο μάτι του ασυνειδήτου. Ο Χάρης Αττώνης δίνει την εντύπωση ότι δεν αναπαριστά έναν χαρακτήρα, αλλά επιστρατεύει την υποκειμενικότητα χωρίς να καταφεύγει σε μελοδραματισμούς και επιδείξεις δεξιοτήτων. Είναι μια φυσικότητα ανατριχιαστική, αποκαθαρμένη ακόμη κι από την ανάγκη να σκάψει στα βάθη των βιωμάτων, των εμπειριών και ευαισθησιών του ηθοποιού, από την ανάγκη να ερεθίσει τη λεγόμενη «συγκινησιακή μνήμη».

Αμά τη εμφανίσει, μοιάζει συνειδητοποιημένος, ήρεμος, κατασταλαγμένος. Για αρκετή ώρα είναι καθισμένος σε μια γωνιά μπροστά από μια γυαλιστερή κόκκινη αυλαία για να μας εισάγει σε μια τριταγωνιστική ζωή, σκοπός της οποίας ήταν να φωτίζει τις ζωές των πρωταγωνιστών. Ο σκηνοθέτης μάς κρατάει για έκπληξη το ιμπρεσιονιστικό, εξομολογητικό σκηνικό της Κωνσταντίνας Ανδρέου, με τη λουλουδάτη ταπετσαρία, την κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα στο κέντρο, τον μικρό οβάλ καθρέφτη και τις πολλαπλές αναφορές στη διακόσμηση μιας εμφανώς περασμένης εποχής. Παραδόξως, το σκηνικό μοιάζει πιο φορτισμένο δραματουργικά από τον χαρακτήρα, που παραμένει πεισματικά ρευστός ως προς την ηλικία, το φύλο, τον χρόνο και τον χώρο, έκθετος στις «ορέξεις» των κοστουμιών για τη σκιαγράφηση του κοινωνικού και ψυχολογικού του προφίλ.

Ο αφηγητής αποστασιοποιείται από τον χαρακτήρα και ταυτίζεται μαζί του, με την ίδια αξιοσημείωτη ευχέρεια. Μοιάζει ταυτόχρονα τρωτός και απόρθητος. Με όχημα το γλυκόπικρο χιούμορ του κειμένου, δονεί το δρώμενο μέσα από μια διαδικασία αναζήτησης των νημάτων νοήματος μιας ζωής που δεν χαραμίστηκε, ακριβώς επειδή γαντζώθηκε γερά από τη δέστρα της αυτεπίγνωσης.

​​​​​​​Ελεύθερα, 26.2.2023