«Girls Like That» του Έβαν Πλέισι σε σκηνοθεσία Μαρίας Ιόλης Καρολίδου.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το κυπριακό θέατρο διάγει την εποχή μιας πρωτοφανούς παραγωγικότητας σε σχέση με το εφηβικό θέατρο, μ’ ενθαρρυντικότατα αποτελέσματα. Δεν νομίζω ότι αυτό οφείλεται στην υπερζήτηση από πλευράς του κοινού, περισσότερο καταγράφεται ως ανάγκη και τάση, μιας και είναι κοινώς αποδεκτό ότι σε μια εποχή τόσο τεράστιων προκλήσεων για τους νεαρούς ανθρώπους το θεατρικό αυτό είδος συγκεντρώνει και μεγάλο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ενώ έχει αρχίσει να καταξιώνεται και ως εκπαιδευτικό εργαλείο κατανόησης του κόμου και των ανθρώπινων σχέσεων.

Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να παραπονεθώ καθότι η περίοδος αυτή, σχεδόν καρμικά, συμπίπτει με την περίοδο της εφηβείας του γιου μου. Οι Δράσεις «Νέ@ σε έρημο νησί» του ΘΟΚ, που βρίσκονται σε εξέλιξη τα τελευταία 3-4 χρόνια, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην εδραίωση αυτής της τάσης που μεταλαμπαδεύτηκε κι εκτός κρατικού θεάτρου.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η παραγωγή της Anyhow Theatre Ensemble με το έργο του Έβαν Πλέισι «Girls Like That», που σκηνοθετεί η Μαρία Ιόλη Καρολίδου. Θυμίζω ότι η τελευταία είχε σκηνοθετήσει πριν από 16 μήνες την παραγωγή των Δράσεων με το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν «Τέρας». Τη φορά αυτή καταπιάνεται μ’ ένα ακόμη πιο ιδιαίτερο έργο. Στο πλαίσιο αυτό έστησε μια δεκαμελή ερμηνευτική ομάδα που αποτελείται κατά 70% από έφηβες μέχρι 17 ετών κατόπιν μιας διαδικασίας ακροάσεων που προωθήθηκε το περασμένο φθινόπωρο. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο σε Λάρνακα και Λεμεσό στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Έτους Νεολαίας 2022, ενώ τον Φεβρουάριο πήρε σειρά η Λευκωσία.

Οι ιδιαιτερότητες του έργου αυτού δεν σταματούν εδώ, αφού παρά το γεγονός ότι εκκινεί από ένα μάλλον στερεοτυπικό ζήτημα, τη διαρροή μιας γυμνής φωτογραφίας μιας μαθήτριας και τις συνέπειές της, καταφέρνει να θέσει μια σειρά από δύσκολα και προβοκατόρικα ερωτήματα. Εστιάζει στο παράδοξο φαινόμενο η πατριαρχία να βρίσκει έναν απρόσμενο και ικανό σύμμαχο για τη γυναικεία καταπίεση στον εσωτερικευμένο μισογυνισμό των γυναικών. Μέσα από παράλληλες και ταυτόχρονες αφηγήσεις των δέκα ηθοποιών βλέπουμε την πορεία στον χρόνο μιας δεμένης ομάδας κοριτσιών, που κάποια στιγμή, για ασήμαντη αφορμή, απομονώνει και διασύρει ένα από τα μέλη της. Βλέπουμε επίσης πώς αυτή η εξέλιξη επηρέασε στο μέλλον τις ζωές όλων. 

Μια καίρια διακριτότητα του κειμένου αποτελεί επίσης η δομή του, που παραπέμπει στη μορφή και τη λειτουργία του Χορού στο αττικό δράμα. Σχετικά με τη θεματική, αναφέρεται στο έργο το παράδειγμα της επιβολής της «ιεραρχίας ραμφίσματος» σ’ ένα κοτέτσι και τη συμπεριφορά των κοτόπουλων που επιτίθενται ομαδικά εναντίον των μελών που δείχνουν ξεστρατισμένα και ευάλωτα. Έτσι και τα κορίτσια αυτά, που μεγαλώνουν μαζί σ’ ένα σχολείο για προνομιούχα παιδιά, φτάνουν τελικά ν’ αναπτύξουν ένα τοξικό και βλαπτικό οικοσύστημα όπου κάθε μέλος έχει επίγνωση της θέσης του στην ιεραρχία του «κοπαδιού» κι όταν κάποιο απ’ αυτά εμφανίσει σημεία τρωτότητας, τα υπόλοιπα το «ραμφίζουν» αμείλικτα.

Στην εφηβική ηλικία οι κοινωνικές σχέσεις είναι ζωτικής σημασίας για την υγιή ανάπτυξη των κοριτσιών και ουδέν οδυνηρότερο από τον αποκλεισμό. Στην Σκάρλετ, λοιπόν, ασκείται αποφώλια ψυχολογική βία και κακοποιητική συμπεριφορά όχι τόσο από τα αγόρια αλλά από εκεί όπου έπρεπε να βρει αλληλεγγύη: τις ίδιες της τις φίλες και συμμαθήτριες, κόρες και εγγονές των γυναικών που έφτυσαν αίμα για το δικαίωμα ψήφου, την ισότητα ευκαιριών, τον έλεγχο του σώματός τους. Αντίθετα, ένα αγόρι που βρέθηκε στην ίδια θέση μαζί της κεφαλαιοποίησε το πάθημα σε δημοφιλία.

Με ψυχολογικούς όρους, ο Πλέισι ερευνά το θέμα της σχεσιακής επιθετικότητας ως τακτικής επιβίωσης. Ρίχνει φως σ’ έναν τύπο εκφοβισμού που –μάλλον παραπειστικά και αδόκιμα- έγινε γνωστός σαν «σύνδρομο (ή συμπεριφορά) του κακού κοριτσιού» (mean girl syndrome). Αυτή η τάση εχθρικής προκατάληψης, συχνά εντελώς απρόκλητη, εικάζεται ότι έχει τη ρίζα της στις ανασφάλειες, την ανωριμότητα, τον ναρκισσισμό αλλά ακόμη και στη φύση των κοριτσιών. Όμως, όχι, δεν πρόκειται να διαβάσετε εδώ μια απλοϊκή, στερεοτυπική σεξιστική ανάλυση που θα δικαιώνει πανηγυρικά τον Ράντγιαρντ Κίπλινγκ και την κυριολεξία του ποιήματος «The Female of the Species», όπου ισχυρίζεται ότι κατά κανόνα το θηλυκό του είδους είναι πιο θανατηφόρο από το αρσενικό.

Αν κάποιος πριν από την παράσταση ανησυχούσε ότι εκ των πραγμάτων αδύνατο σημείο θα αποτελούσε η διανομή, θα εκπλησσόταν ευχάριστα από την ανταπόκριση των άπειρων, αλλά ταλαντούχων κοριτσιών. Λειτούργησε ευνοϊκά, φυσικά, η τόσο οικεία θεματική, η τελετουργική σύμβαση της χορικής δομής, όπως και η συχνή εναλλαγή χαρακτήρων και μάλιστα διαφορετικού φύλου και ηλικιών. Η συνεχής απεύθυνση στο κοινό, οι σύντομοι μονόλογοι, η ελλειπτική δραματουργία δεν καθιστούν το δρώμενο ιδιαίτερα «φιλικό» στη θέαση, όμως τελικά αυτό αποτελεί το στοιχείο που εξαλείφει τις ενδεχόμενες υποκριτικές ανισορροπίες.

Οι επτά νεαρές οδηγήθηκαν σε μια ερμηνευτική προσέγγιση όπου δεν μιμούνται τον εαυτό τους, αλλά τον τρόπο που τις βλέπουν οι συνομήλικοί τους. Για τις τρεις έμπειρες ηθοποιούς το διακύβευμα ήταν να αποτελέσουν αρμονικά και οργανικά κομμάτια του συνόλου, να μην ξεχωρίζουν δηλαδή ακόμη κι όταν υποδύονται κεντρικούς χαρακτήρες. Πράγματι, η ομάδα λειτουργεί ως ενιαία οντότητα. 

Ο θεατής είναι σε θέση να εστιάσει στο συγκείμενο και στο μεταφεμινιστικό μήνυμά του, αλλά διατηρείται αποστασιοποιημένος από τη δραματουργική λειτουργικότητα της αφήγησης. Ούτως ή άλλως, η πρόταση φιλοδοξεί να λειτουργήσει περισσότερο σαν ενδυναμωτικό εργαλείο και οδηγός επιβίωσης για το συναισθηματικό ναρκοπέδιο της εφηβείας, παρά σαν ύμνος στη γυναικεία χειραφέτηση. Στόχος και του συγγραφέα, εξάλλου, είναι να στηλιτεύσει τα δεσμά και τις προκαταλήψεις που οι ίδιες οι γυναίκες υποβάλλουν στον εαυτό τους.

Ελεύθερα, 12.2.2023