Υπήρξε ποιήτρια με ένα εύρος θεματικὸ τεράστιο και βάθος ποιητικό μοναδικό.
Η Πίτσα Γαλάζη (1940 – 2023) υπήρξε η κορυφαία ποιήτρια της γενιάς της. Πληθωρική, με ένα λόγο εκρηκτικό, με τις εἰκόνες της να σε κατακλύζουν, απέδωσε επίμονα και πεισματικά τις μνήμες του αγώνα της Κύπρου, αλλά και το τραύμα της εισβολής.
Η Πίτσα Γαλάζη αποκαλύπτει και φωτίζει ένα ολόκληρο κόσμο, που όλοι εμείς οι επίγονοι τον έχουμε προ πολλού εγκαταλείψει ή λησμονήσει. Αναδεικνύει τον κόσμο της Κύπρου και του ελληνισμού, ένα κόσμο λαμπερὸ και σφριγηλὸ και θάλλοντα, μέσα από ένα αντίστοιχο ποιητικὸ λόγο που είναι και συγκλονιστικός και μοναδικός. Λόγος αναστάσιμος. αλλά όχι μόνο αυτό. Γιατί η ποίησή της και πολυσήμαντη είναι και πολυθεματική.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έφυγε από τη ζωή η Κύπρια ποιήτρια Πίτσα Γαλάζη
Μια επικέντρωσή μας, μόνο στήν ιστορική και «εθνική» και «αγωνιστική» διάσταση του έργου της και θα την αδικούσε και θα διαστρέβλωνε και θα ισοπέδωνε, με τη μονοσήμαντη αυτή ανάγνωση, όσα επωδύνως και συγκλονιστικώς και πρωτοτύπως κατέθεσε.
Γιατί η Πίτσα Γαλάζη υπήρξε ποιήτρια με ένα εύρος θεματικὸ τεράστιο και βάθος ποιητικὸ μοναδικό. Συναντήθηκε με την ιστορία, αλλά υπήρξε συγχρόνως ποιήτρια που προέβαλε τον καημὸ τής υπάρξεως και έφερε στο φως ερωτήματα βαθύτατα της μεταφυσικής. Στέκομαι, λοιπόν, και επιμένω σ’ αυτή την πολυσημία της ποίησής της και στην ποικιλία των ποιητικών της τρόπων, που φωτίζουν και αποκαλύπτουν την ποιητική της μεγαλοσύνη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Συνέντευξη Πίτσας Γαλάζη: Γερνάω, αλλά έχω βρέφη όνειρα
Η Πίτσα υπήρξε φίλη μου απὸ το τέλος της δεκαετίας του ’70, που τη γνώρισα. Άνθρωπος ευθύς, ανυπόκριτος, έντονος στα αισθήματα και στην εκδήλωσή τους. Θα μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα, αν δεν της τύγχαναν, όσα της έτυχαν στὴ ζωή της, που την καθήλωσαν στην αναπηρική καρέκλα. Παρόλα αυτά επέμενε στον τόπο της ποίησης, πεισματικά και δυνατά και σταθερά, μη εγκαταλείποντας τον τρόπο με τον οποίο έμαθε χρόνια ή καλύτερα διά βίου να ζει και να ανασαίνει. Που είναι ο τρόπος της ποίησης.
Δίνω ένα ποίημα που άλλοτε της ανθολόγησα και ιδιαιτέρως αγαπώ. Το «Αμμόχωση XXIV» από τη συλλογή Σηματωροί, του 1983:
«Μικρέ Σολωμέ σε λένε Εὐαγόρα/ και γράφεις τον ύμνο μας/ Μικρέ Σολωμέ με τον στραγγαλισμένο ύμνο/ και το συμπυκνωμένο δάκρυ στο σύνορο/ Τα μονοπάτια και τα σκαλοπάτια σου/κατεδαφίσαν οι εποχούμενοι/ Αναβατόρια ανελκυστήρες ασανσέρ/ ψηλά ανεβάζουν δεν ψηλαφίζουν/ καὶ απομακρύνουν απὸ το χώμα σου/ Εγώ που παράδωσα στη γη αγάπες κι όνειρα πολλά/για να γίνουν πατρίδα/ Εγώ που είχα πατρίδα και δεν έχω πια/ο μέτοικος ποιητής/ των ονείρων ο πρόσφυγας/ψάλλω τη λειτουργία να τελειώσω/ παλαιο-λόγος/ σε χρόνο που τρώει τον λόγο/ την αρχή διαγράφοντας».
Έχω την αίσθηση πως το ποίημα αυτό της Πίτσας Γαλάζη αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα του ποιητικού της τρόπου, που αποκαλύπτει μια ποίησή εξόχως στιβαρὴ και εντυπωσιακή, που ανθίσταται στὴ δοκιμασία και στην αθλιότητα των καιρών.
Ο Θεός ας αναπαύσει την Πίτσα Γαλάζη.