Θα μπορούσαν οι εικόνες της θάλασσας από τα πρώτα του χρόνια, οι σκηνοθετικές του απόπειρες όταν ήταν παιδί και τα περιπετειώδη μετέπειτα ταξίδια του, να θεωρηθούν ως σημαντικά κεφάλαια στη ζωή του. Όπως και η επαγγελματική του πορεία με τη βραβευμένη ταινία του τη «Ρόζμαρι». Που συνεχίζεται ώς σήμερα με την ίδια βαθιά αγάπη για την τέχνη του.
Είστε βέρος Λεμεσιανός; Γεννήθηκα στη Λευκωσία, στην περιοχή του Τρυπιώτη και στα δυο μου χρόνια μετακομίσαμε στη Λεμεσό. Μεγάλωσα στο κέντρο της πόλης.
Ζήσατε τη Λεμεσό πριν από το ’74. Πώς ήταν εκείνα τα χρόνια; Ήταν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Υπήρχε τότε ένας καλοπλεγμένος κοινωνικός ιστός. Ήμουν έξι χρονών και θυμάμαι τα ατέλειωτα παιχνίδια στη θάλασσα, στις αποβάθρες και στις αλάνες. Οι γονείς μας ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να μας βρουν. Ο ένας γνώριζε τον άλλον. Ήταν καλόγουστη και όμορφη πόλη η Λεμεσός, μου άρεσε πολύ παρά τα προβλήματα που είχε. Θυμάμαι πως οι μεγάλοι θεωρούσαν πρόβλημα τις πλημμύρες. Σε κάποια σημεία εισχωρούσε στην πόλη το νερό και έφτανε μέχρι και στην Αγίου Ανδρέου.
Γι’ αυτό έγινε η επίχωση; Ναι, όμως κατά τη γνώμη μου είναι ένα έργο που κατέστρεψε την άμεση σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Ήταν σαν μια μικρή Σμύρνη η Λεμεσός. Μετά αποξενώθηκε ο κόσμος. Το υγρό στοιχείο ήταν μέρος της ζωής και της καθημερινότητάς μας. Θυμάμαι που ο κόσμος τα βράδια έκανε τις βόλτες του στην παραλία, καθόταν στα ζαχαροπλαστεία, αγόραζε μαρίδα τηγανητή σε σακουλάκι ή φιστίκια και βόλταρε πάνω-κάτω. Ήταν χώρος κοινωνικής συναναστροφής. Κάτι που πάει να γίνει και σήμερα, όμως τώρα υπάρχει έντονο το στοιχείο της κατανάλωσης. Δηλαδή θα πας να καθίσεις σε ένα καφέ και θα χρυσοπληρώσεις τον καφέ σου.
Έπειτα, στην εφηβεία σας, πού συχνάζατε; Τα Σάββατα πηγαίναμε στη Γλάδστωνος όταν είχε ανοίξει το καφέ Wimpie· ήταν τα θερινά σινεμά, οι λουκουμάδες… Λίγο πριν το ’74, η κίνηση μεταφέρθηκε στη Μακαρίου όταν άνοιξαν τα πιο chic καφέ, το Paris και το Καμπάνα. Έπειτα η κίνηση πήγε στην τουριστική περιοχή και τελικά ξανοίχθηκε σε όλη την πόλη.
Απολαμβάνετε και σήμερα αυτή τη στενή σχέση με τη θάλασσα; Η επαφή αυτή υπήρχε πάντα στη ζωή μου, εκτός από τα τελευταία χρόνια που οι μουσικές δίπλα στη θάλασσα είναι έντονες και νευριάζω. Τις ακούς ακόμα και όταν κολυμπάς.
Μετά το ’74 που η Λεμεσός άρχισε να αλλάζει, πώς βιώσατε αυτές τις αλλαγές; Η πόλη απορρόφησε ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων και είχαμε μια απότομη αύξηση πληθυσμού. Από 35.000 κάτοικοι γίναμε μια πόλη των 100.000. Το μεγάλο πλήγμα ήρθε με όλη εκείνη την καταστροφή των νεοκλασικών σπιτιών στο παραλιακό μέτωπο. Ο κόσμος πούλησε τα σπίτια του και έφυγε από τα παράλια και πήγε στα περίχωρα. Στη θέση τους χτίστηκαν πολυκατοικίες. Αυτή η κατάσταση διέλυσε τον κοινωνικό ιστό της πόλης.
Ποιες ήταν οι πρώτες σας σκηνοθετικές απόπειρες; Όταν ήμουν μικρός, κάναμε Καραγκιόζη ερασιτεχνικά. Έφτιαχνα τις φιγούρες μόνος μου και στήναμε χάρτινα κιβώτια στη γειτονιά, μπροστά από τα οποία τοποθετούσαμε σεντόνι. Προσκαλούσαμε τους γείτονές μας και για είσοδο χρεώναμε ένα μήλο, μια σοκολάτα…
Παρακολουθούσατε συχνά κινηματογράφο μικρός; Κάθε Κυριακή ήμασταν στο Ριάλτο ή στο Παλλάς. Μπαίναμε μέσα στη 1:30 το μεσημέρι και βγαίναμε στις 8 το βράδυ. Βλέπαμε κινούμενα σχέδια, διαφημίσεις και ταινίες. Παλιά υπήρχαν επίσης τα λεγόμενα κινηματογραφικά σίριαλ και τα b-movies. Θυμάμαι πως περνούσαμε ώρες ολόκληρες και παίζαμε κιόλας στο σινεμά.
Ποιες ταινίες χαράχθηκαν στη μνήμη σας; Δυο ταινίες που μου έκαναν εντύπωση είναι ο «Λόρενς της Αραβίας» και ο «Καλός, ο Κακός, και ο Άσχημος». Ήταν κάτι μαγικό να τις βλέπεις στη μεγάλη οθόνη.
Έχετε κάνει σπουδές στη σκηνοθεσία; Όχι. Ξεκίνησα για σπουδές στη δημοσιογραφία στην Αθήνα. Τα παράτησα και ταξίδεψα για κάποια χρόνια στην Ευρώπη. Ήταν η πιο σημαντική περίοδος της ζωής μου αυτή, με πολλές εμπειρίες. Έζησα για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Αγγλία, Γαλλία, Βερολίνο, Αμβούργο, Βαρκελώνη, Ιταλία…
Κάνατε και δουλειές του ποδαριού σ’ αυτά τα ταξίδια; Ναι. Δούλεψα ως γκαρσόνι, ως μουσικός στο δρόμο, δούλεψα σε εργοστάσια με φορέματα στην Αγγλία, σε πιτσαρίες, σε κρεοπωλείο, σε οικοδομές και άλλα. Έχω κοιμηθεί κάτω από γεφύρια, σε σταθμούς τρένων, υπήρξα λαθρεπιβάτης σε πλοία κλπ.
Αυτές οι εμπειρίες σάς βοήθησαν αργότερα στις ταινίες σας; Νομίζω ότι ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Έχω μάθει να βλέπω τον κόσμο μέσα από το δικό μου πρίσμα. Συχνά πιάνω τον εαυτό να αντιλαμβάνομαι τι μπορεί να συμβαίνει πίσω από κάποιους ανθρώπους που οι άλλοι γύρω μου τους προσπερνούν. Βέβαια, υπήρξε κάποια στιγμή στη ζωή μου που είπα ότι μου λείπουν ορισμένα πράγματα που θα μου έδιναν οι σπουδές.
Η σκηνοθεσία πώς μπήκε στη ζωή σας; Ήταν κάτι που ήθελα πάντα να κάνω. Παλιά ασχολούμουν με το θέατρο δρόμου και τη μουσική σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Ξεκίνησα τη σκηνοθεσία αρχικά στην τηλεόραση. Κάποια στιγμή προέκυψε ένα πρώτο ντοκιμαντέρ και μετά ανακάλυψα ότι μπορώ να γράφω σχετικά καλά. Ύστερα προέκυψε μια ταινία μικρού μήκους και ύστερα το ένα έφερνε το άλλο.
Έχετε πει ότι είναι δονκιχωτικό να κάνετε ταινίες στην Κύπρο. Γιατί; Το κοινό που παρακολουθεί κινηματογράφο στην Κύπρο είναι πολύ μικρό. Μια ταινία στοιχίζει όμως. Δεν υπάρχει περίπτωση στην Κύπρο να καλύψεις το κόστος. Από την άλλη, λες ότι πρέπει να παράγουμε πολιτισμό. Γι’ αυτό και η πολιτεία πολύ σωστά χρηματοδοτεί την παραγωγή ταινιών.
Εσείς γιατί κάνετε ταινίες; Είναι ο τρόπος μου να πω αυτά που θέλω. Είναι μια τέχνη μέσα από την οποία μπορείς να επικοινωνήσεις με πολλούς τρόπους. Ο κινηματογράφος γεφυρώνει και εμπεριέχει όλες τις μορφές τέχνης: εικαστικές, μουσική, θέατρο, αφήγηση, ποίηση. Σου προσφέρει πολλά εκφραστικά εργαλεία. Το να τα βάλεις όλα μαζί για να βγάλεις ένα καλό αποτέλεσμα με γοητεύει ιδιαίτερα.
Το σινεμά και το θέατρο μπορούν να αλλάξουν τη σκέψη των ανθρώπων; Ναι, σαφέστατα. Η τέχνη, εκτός όλων των άλλων, εξερευνά, εκφράζει και προτείνει νέες ιδέες. Η κοινωνία μπορεί να τις δεχτεί ή να τις απορρίψει, μπορεί να τις κάνει επιστήμη, νόμους ή να συγκρουστεί μαζί τους. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να παράγεται τέχνη σε μια χώρα. Χρειάζεται όμως πάντα αυτός που μέσα στην ελευθερία της φαντασίας θα σκεφτεί πράγματα παράξενα και παλαβά. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που κάνουν τέχνη είναι από τη φύση τους ανήσυχα πνεύματα.
Φαντάζομαι πως παρακολουθείτε πολύ κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια όχι τόσο πολύ. Ειδικά όταν είμαι σε φάση που δουλεύω σε δικές μου ιδέες, προτιμώ να απέχω λίγο γιατί με μπλοκάρει. Όταν όμως αισθανθώ ότι θέλω να πάρω κάτι, συνήθως θα πάω πίσω στον κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60, του ’50, του ’40. Πιστεύω πως αυτό που ονομάζουμε «κινηματογραφική γλώσσα» διαμορφώθηκε μέχρι αυτή περίπου την περίοδο. Από τότε εμείς ξαναδουλεύουμε το ίδιο υλικό με διαφορετικό τρόπο.
Ποιοι σκηνοθέτες επέδρασαν στη σκέψη σας; Ό,τι βλέπει κανείς στη ζωή του, του αφήνει κάτι. Είμαι ό,τι είδα, ό,τι έχω διαβάσει, ό,τι έχω ζήσει. Στη «Ρόζμαρι» προφανώς υπάρχουν αναφορές σε αυτά που μου άφησαν κάποιες ταινίες. Αν έπρεπε να αναφέρω κάποια ονόματα, θεωρώ σημαντικό τον Ιταλικό Νεορεαλισμό και τις ταινίες του Χίτσκοκ. Μ’ αρέσουν επίσης και μερικές καλές ταινίες διαφόρων περιόδων του Χόλιγουντ. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετοί σκηνοθέτες και ταινίες που αγαπώ ιδιαίτερα.
Η ταινία «Ρόζμαρι» κέρδισε πρόσφατα το βραβείο καλύτερης ταινίας της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Είναι η πρώτη φορά που αμιγώς κυπριακή ταινία κερδίζει αυτό το βραβείο. Περιμένατε αυτή τη διάκριση; Όχι, δεν την περίμενα. Δεν είμαι πολύ υπέρ των βραβείων, αλλά όταν έρθουν είναι καλοδεχούμενα. Η ταινία ξεχώρισε ανάμεσα σε 50 περίπου στον ελληνικό χώρο. Είναι σημαντικό βραβείο.
Πότε θα τη δούμε; Στην Κύπρο βγαίνει στις αίθουσες από τις 8 του Μάρτη.
Για τη νέα ταινία που έχετε στα σκαριά, θα χρειαστείτε άλλα 10 χρόνια να την ολοκληρώσετε, όπως τη «Ρόζμαρι»; Όχι, αυτή τη φορά θα προχωρήσω πιο γρήγορα. Ήδη είμαι στα 3/4 της δουλειάς σε σχέση με το σενάριο. Και ελπίζω στον χρόνο που έρχεται να έχω νεότερα. Η «Ρόζμαρι» πήγε καλά. Εκτός από το βραβείο στην Ελλάδα, πήρε βραβείο και στο Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2017. Πρέπει να κινηθώ με πιο γρήγορους ρυθμούς αυτή τη φορά.
Τι θα λέγατε σε κάποιο νέο που θέλει να κάνει ταινίες στην Κύπρο; Σε κάθε νέο που θέλει να κάνει οτιδήποτε θα του έλεγα να προχωρήσει, να κυνηγήσει το όνειρό του. Να μη συμβιβαστεί και να μην κάνει πράγματα που θα τον κάνουν δυστυχισμένο σε όλη του τη ζωή. Δεν είναι εύκολος δρόμος αυτός του κινηματογράφου και θα αναγκαστεί να κάνει ένα σωρό κουτσοδούλεια. Δεν έχεις σταθερό εισόδημα, ούτε σταθερή δουλειά, εκτός κι αν μπεις στο λούκι της τηλεόρασης. Και δεν είναι εύκολο να φύγεις όταν συνηθίσεις στον σταθερό μισθό. Μετά θα παντρευτείς, θα κάνεις οικογένεια και θα μείνεις εκεί. Πρέπει να κάνεις τη σωστή επιλογή. Αν ακολουθήσεις τον δρόμο του σινεμά, είναι δύσκολα τα πράγματα. Χρειάζεται αφοσίωση για να σε ανταμείψει, είναι σημαντικό να έχεις το όνειρο και αν έχεις να πεις κάτι, να το πεις μέσα από μια ταινία.
Η «Ρόζμαρι» εξερευνά το θέμα της ενοχής και της συνενοχής. Αυτό είναι ένα κοινό στοιχείο με το θεατρικό «Το Τίμημα» του Άρθρουρ Μίλερ, που σκηνοθετείτε αυτή την περίοδο με το θέατρο Versus; Στη «Ρόζμαρι» με ενδιαφέρει το θέμα της ενοχής που κουβαλούμε βαθιά μέσα μας, στο ασυνείδητο, κάτι που κάνει και ο Μίλερ με ένα διαφορετικό τρόπο όμως. Καμιά φορά αισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά σε όλη μας τη ζωή και κάποια στιγμή αυτό το πράγμα βγαίνει στην επιφάνεια. «Το Τίμημα» όμως, όπως και ολόκληρο σχεδόν το έργο του Μίλερ, έχει να κάνει και με τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας και πόσο μας καθορίζουν. Και πώς αυτές οι επιλογές μπορεί να προκαλέσουν ενοχές που κουβαλούμε σε όλη μας τη ζωή. Θέλεις κάποια στιγμή αυτή την επιλογή που έκανες να την ανατρέψεις, να απαλύνεις τις ενοχές που σου έχει προκαλέσει.
Το θεατρικό έχει να κάνει και με το κραχ στην Αμερική και την κρίση αξιών. Μέσα από αυτό το έργο μπορούμε να κάνουμε παραλληλισμούς με το τι συμβαίνει σήμερα στην Κύπρο; Το κραχ το ’29 στην Αμερική στο οποίο αναφέρεται ο Μίλερ δεν μπορεί να συγκριθεί ως μέγεθος με αυτό που έγινε στην Κύπρο. Τότε υπήρχαν 12 εκατομμύρια άνεργοι στους δρόμους που δεν είχαν καν πού να κοιμηθούν. Ζούσαν στους δρόμους. Αν υπάρχει κάποιος παραλληλισμός είναι η κρίση του καπιταλισμού που κάνει έναν κύκλο και κάθε τόσο επιστρέφει, κάποτε με πιο μεγάλη ένταση και κάποτε με πιο μικρή.
Συμφωνείτε πως η κρίση στην Κύπρο έχει και τα θετικά της όπως λένε πολλοί; Διαφωνώ με αυτούς που λένε ότι υπάρχει κάτι θετικό σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν δέχομαι την άποψη που υποστηρίζει «καλά να πάθουμε, για να μάθουμε». Το ότι δεν περνά καλά ο κόσμος, το ότι δεν μπορεί να έχει αρκετά λεφτά για να έχει θέρμανση το χειμώνα, με στεναχωρεί. Συνήθως την πληρώνουν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ταλαιπωρούνται οι άνθρωποι που ήταν ήδη στα όρια της φτώχειας. Είναι αυταπάτη ότι ζούσαμε όλοι μέσα στην ευμάρεια. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων και πριν και προπάντων μετά την κρίση, πάντα δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα. Είναι κόσμος που πλήγηκε πολύ άσχημα από την κρίση.
Είσαστε από τους ανθρώπους που έκαναν πάντα αυτό που αγαπούσαν στη ζωή τους; Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι προσπάθησα και προσπαθώ να κάνω πάντα πράγματα που αγαπώ. Βέβαια, χρειάστηκε να κάνω συμβιβασμούς και κάποιες δουλειές απλώς για να επιβιώσω, για να ζήσω την οικογένειά μου. Χρειάστηκε να δουλέψω σε περβόλια, κάποια στιγμή, στα μάρμαρα, να ασχοληθώ με εταιρικά βίντεο. Όμως, ακόμη και τα πράγματα που δεν μου αρέσουν προσπαθώ να τα βλέπω σαν μια εμπειρία που μου δίνει υλικό για να πάω παρακάτω.
Με τη 14χρονη κόρη σας συζητάτε τις ταινίες σας; Η κόρη μου πάντα παρακολουθούσε τη δουλειά μου και τώρα που μεγάλωσε τη συζητούμε κιόλας. Αυτό τον καιρό που δουλεύω το σενάριο της νέας μου ταινίας, συζητούμε πάρα πολύ και με την Ειρήνη και με τη σύζυγό μου Σεβίνα. Η Ειρήνη έχει ιδιαίτερο ταλέντο στο γράψιμο. Γράφει πάρα πολύ, οι απόψεις της σε θέματα δραματουργίας είναι εξαιρετικές και χαίρομαι γι’ αυτό.
Την ενδιαφέρει να γίνει κι αυτή σκηνοθέτις; Θα ακολουθήσει τον δικό της δρόμο. Παίζει βιολί, κιθάρα, μπάσο. Γράφει ποίηση, στίχους, νουβέλες δικές της. Αυτή θα αποφασίσει τι θα κάνει.
* Ο Άδωνις Φλωρίδης σκηνοθετεί το θεατρικό «Το Τίμημα» για το θέατρο Versus, το οποίο ανεβαίνει στο θέατρο Ένα στη Λεμεσό. Avant-première: 19 Ιαν. 2018. Πρεμιέρα: 20 Ιαν. 2018. Παραστάσεις: 21, 24, 26, 28 και 31 Ιαν 2018 – 2 και 4, Φεβρουαρίου, 8.30μ.μ., τηλ. 99395970. Η βραβευμένη ταινία του «Ρόζμαρι» θα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 8 Μαρτίου.
maria.panayiotou@phileleftheros.com