Παύλος Κ. Παύλου Συνομιλίες σε πρώτο πρόσωπο, ιδιωτική έκδοση, Λευκωσία 2023
Ιδού που ο παλαίμαχος ευπαίδευτος δημοσιογράφος Παύλος Κ. Παύλου, πέραν των συγγραφικών του έργων αναφοράς και της επιμέλειας άλλων σημαντικών εκδόσεων, επανέρχεται στο προσκήνιο αυτή τη φορά των ποιητικών δρώμενων με τη μικρή σε μέγεθος αλλά σημαντική σε περιεχόμενο συλλογή 22 ποιημάτων. Το πλήρωμα του χρόνου μιας συγκομιδής από ώριμους καρπούς κατασταλαγμένων γνωστικών εμπειριών, φιλοσοφημένων ιδεών και αναστοχαστικών εμβαθύνσεων στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι του τόπου μας, στηλιτεύοντας με αποτιμήσεις αιχμηρών υπαινιγμών «τα άνθη του κακού», αλλά και προσφέροντας ευώδη ανθύλλια ηδυσμένου λόγου στους δικούς του ανθρώπους. Καθ’ υπαγόρευση του ενάρετου ήθους, του πατριωτικού χρέους και της ασυμβίβαστης ελεύθερης βούλησης, όπως και των τρυφερών αγαπητικών αισθημάτων.
Παρότι ο ίδιος εξαγγέλλει στο προοίμιό του ότι δεν είναι ποιητής, αναλογιζόμενος με ταπεινότητα επίγνωσης την υψηλή τέχνη της ποιήσεως λόγω της μεγάλης αγάπης που της τρέφει από τα νεανικά του χρόνια και το δέος προφανώς της αναμέτρησης με τους επιφανείς ποιητές μας παραθέτοντας ενδεικτικούς στίχους της μακρόπνοης γραφίδας τους, εντούτοις το πρώτο του αυτό εγχείρημα πιστοποιεί τη σφραγίδα της ποιητικότητάς του. Την πυκνότητα τουτέστιν μεστών νοημάτων και τη μέθεξη καίριων επικοινωνιακών μηνυμάτων, την εκφραστική ευκρίνεια μιας ανεπιτήδευτης λιτότητας και τη ρυθμική αρμονία του μέτρου της, την αυθεντικότητα της εμπνευσμένης αποτύπωσης και τις προεκτάσεις των εύληπτων αλληγορικών της συμβολισμών.
Εξόχως ο τίτλος «Συνομιλίες σε πρώτο πρόσωπο» συμβαδίζει με τη φιλοτέχνηση του εξωφύλλου από ζωγραφικό πίνακα του Άκη Θεοδοσίου, συναδέλφου στο ΡΙΚ με τον ποιητή. Συνομιλίες μιας ενδοσκοπικής ταυτοπροσωπίας, αντανακλώντας συγχρόνως το πρόσωπο της εντοπιότητάς μας και αντικατοπτρίζοντας την ιδιοπροσωπία της συλλογικής μας συνείδησης. Γιατί μόνο συνδιαλεγόμενοι, διεισδύοντας και ανατέμνοντας τον εσώτερο εαυτό μας μπορούμε να οδηγηθούμε από το ψευδεπίγραφο φαίνεσθαι της πολυπρόσωπης αλλοτρίωσης και της παραμορφωτικής αγκύλωσης στο είναι της αλήθειας.
Προέχει, επομένως, απέναντι στο έθος της λήθης η αφύπνιση της μνήμης, για να υπομνήσουμε τα κακώς έχοντα που αναλογούν στον εαυτό μας και στους άλλους. Όπως ακριβώς υποδεικνύουν οι απερίφραστοι στίχοι των ποιημάτων εδώ με τις δηκτικές συνδηλώσεις και τις τραγικές ειρωνείες τους, καταδικάζοντας τα υποχθόνια απεχθή στην Κύπρο την αέρινη της όποιας αβάστακτης ελαφρότητας. Έστω και αν δεν κατονομάζονται τα πρόσωπα, αποκαλύπτουν όμως τα προσωπεία τους είτε κατά συνεκδοχήν αναδεικνύουν την προσομοίωση της φενάκης τους. Εύγλωττοι οι ακόλουθοι στίχοι, που αποσπούμε από τα πρώτα ποιήματα με Μοντικούς και Καβαφικούς απόηχους, χωρίς να χρήζουν περαιτέρω ερμηνευτικών σχολίων, καθότι «ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ» μήτε και ανοίκειοι των παροικούντων την Ιερουσαλήμ. Μην έχει έγνοια ο ποιητής, προσλαμβάνουμε «το ειδικό βάρος των λέξεων, προπάντων των ελληνικών»:
«Με τόση ευκολία αλλάζεις ρότα και σκοπό;/ Με τόση ευκολία αλλάζεις ένδυμα και προσωπείο;/ Με τόση ευκολία;/ […]/ Δεν είναι ενώπιον λαού και ανθρώπων που απογυμνώθηκες;» [«Ενώπιον του λαού»]. «Χωρίς καμιά περίσκεψη, χωρίς αιδώ;/ Σε σε μιλάω, λαμπρέ πολιτευτή./ Φταίω που δεν σε πιστεύω;/ Φταίω που σε σιχάθηκα;» [«Χωρίς αιδώ»]. «Κι άκου, για αξιοπιστία και εγκυρότητα μη μιλάς.// Το είπε ξεκάθαρα ο Ποιητής:/ “Άσε στην ησυχία τους τις λέξεις.”» [«Συναδελφικό»]. Και στον αείμνηστο ιστορικό μας «Ηγέτη» απευθύνεται το ομώνυμο ποίημα.
Ωστόσο, θλίβεται και διαμαρτύρεται ο ποιητής ανακαλώντας με συντριβή οδύνης και εναγώνιου σπαραγμού τα ατελεύτητα δεινά της τουρκοκατοχής και το δράμα της μοιρασμένης πατρίδας, όμοια με «τη χωρισμένη στη μέση ψυχή μας», εικονογραφώντας την με τα μελανά χρώματα του παρατεταμένου πένθους. Αλλά και αντικρίζοντας την απαίσιά τους σημαία στον Πενταδάχτυλο, επιτιμά με σαρκασμό τα αντανακλαστικά μας που «σχεδόν τη συνηθίσαμε!». Οργίζεται ακόμη για την ηττοπαθή ρεαλιστική πολιτική της υποταγής, σκοπίμως παρεμβάλλοντας την αγγλική κυνική ρήση «If you can’t bit them, join them», καθώς ξεχάσαμε το «δεν ξεχνώ», αποσβέσαμε ανιστόρητοι με το απατηλό άνοιγμα την ιστορικότητα του Μακρύδρομου, που μετωνυμικά απηχεί την απώλεια του προσανατολισμού μας και «την πληγή που χαίνει/ άγος βαρύ κι ασήκωτο/ στο σώμα του νησιού μου.»· όπως «Πληγή χαίνουσα» του αντίστοιχου ποιήματος είναι οι μάρτυρες αγνοούμενοι «στο εικονοστάσι» όχι μόνο της μεγάλης αλλά και της μικρής του πατρίδας, της γενέτειράς του Λυθροδόντα με τις «Κυρίαρχες αιωνόβιες ελιές».
Έντονη η παιδική ανάμνηση «Στο κρησφύγετο του Γρηγόρη» και συνυφασμένες οι μνήμες των ηρώων του 1821 με τη θυσία του Εθνομάρτυρα Κυπριανού και των «Αβόλετων» λεβεντονιών του επικού μας Αγώνα στο εκτενέστερο ποίημα της συλλογής «Ελληνική Διάρκεια».
Ευχή μας στον ποιητή η διάρκεια και άλλων αξιόλογων ποιητικών εμπνεύσεων.
