Συναντιόμαστε λίγο πριν την πρεμιέρα του έργου που σκηνοθετεί κι η ενέργειά του μοιάζει σχεδόν παιδική. Είναι ενθουσιασμένος με την παράσταση και την ομάδα του, αλλά και για όσα περιλαμβάνει η  ατζέντα του τη νέα χρονιά. Όπως και για το ταξίδι του με τη Χριστίνα Μαρούχου και την «Αικατερίνη Κορνάρο» στη Νέα Υόρκη, στο μεγαλύτερο φεστιβάλ μονολόγων στον κόσμο, (κι ας απογοητεύτηκε από την πρεσβεία της Κύπρου που δήλωσε απούσα ενώ είχε ενημερωθεί για την άφιξή τους).

Πίσω από τον ενθουσιώδη τρόπο με τον οποίο εξηγεί όλα όσα θα συμβούν στη σκηνή της Λεβέντειου Πινακοθήκης αλλά και της επαγγελματικής τους ζωής, διακρίνω έναν άνθρωπο ευτυχή, που αφήνει την τέχνη να γεμίζει απολαυστικά τη ζωή του. Για τον λόγο που επέλεξε το συγκεκριμένο έργο γνωρίζω ήδη την απάντηση. Είναι ο ίδιος λόγος που χαρακτηρίζει όλες τις επιλογές της Αlpha Square.

«Λάτρεψα το κείμενο» θα μου πει. Αναπάντεχα στο συγκεκριμένο, τους «Κονδυλοφόρους του Μαρκήσιου ντε Σαντ», αυτό ακριβώς -το κείμενο- είναι που ίσως οδηγήσει κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις θεατών στην έξοδο πριν το χειροκρότημα. Το επισημαίνει, όχι από καλλιτεχνική ανασφάλεια, αλλά θεωρώντας το ως μια πιθανότητα αντίδρασης στον βλάσφημο ήρωά του. Ακόμα κι αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στο ανέβασμά του. «Το επέλεξα γιατί πίστεψα στις αξίες του, τόσο τις δραματικές και τις ψυχαγωγικές, όπως και τις λογοτεχνικές. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να το παρουσιάσω απολογητικά, αλλά σε όλο του το μέγεθος, την έκτασή του, το ύφος και το χρώμα του. Την ίδια ώρα που γνωρίζω πως ίσως κάποιοι θεατές ενοχληθούν από τις εικόνες που περιγράφονται, δεν παύω από το να είμαι απόλυτα σίγουρος για την απόφασή μου. Σίγουρα είναι βλάσφημος ο Ντε Σαντ. Αλλά όχι το έργο. Όποιος καταφέρει να διακρίνει αυτή τη διαφορά, θα μαγευτεί όπως κι εγώ από τη υπαρξιακή του φιλοσοφία, σε σημείο που πιστεύω πως θα γελάσει δυνατά. Στο έργο παρουσιάζονται κάποιες αλήθειες που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα. Κάνει καλό όμως να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τέτοιες αλήθειες…».

Αν σου ζητούσα να μου περιγράψεις τι θα δούμε στη Λεβέντειο και τι ήταν αυτό που έστρεψε το ενδιαφέρον σου στο συγκεκριμένο έργο τι άλλο θα συμπλήρωνες; Στη Λεβέντειο θα δούμε τον Μαρκήσιο ντε Σαντ να βρίσκεται στο άσυλο Σαρεντόν, λίγο έξω από το Παρίσι το 1807 όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπως τα παρουσιάζει ο συγγραφέας Doug Wright. Ο ντε Σαντ -συγγραφέας και φιλόσοφος με ηδονιστικές, κυρίως, και αθεϊστικές θεωρήσεις, έγινε γνωστός για τη σεξουαλική διαστροφή της απόλαυσης του φόβου, τρόμου και πόνου που προκαλούσε στις συντρόφους του- πέρασε τη μισή του ζωή σε άσυλα και φυλακές. Στη σκηνή θα δούμε θερμές ερμηνείες που απαιτεί το κείμενο, με τη μουσική σύνθεση να ενισχύει το μέγεθος της φρενίτιδας αλλά και της περιόδου με την οποία καταπιάνεται το έργο. Αυτό που με οδήγησε να το ανεβάσω, πάντα θα το λέω, είναι το κείμενο, ο συγγραφέας. Από εκεί και πέρα φροντίζω να έχω μαζί μου μια ομάδα που θα γοητευτεί από το κείμενο, όπως κι εγώ.

Μια ομάδα που φαίνεται πως άρχισε να «δένει». Ειδικά με τον Βαρνάβα Κυριαζή… Ναι, βρισκόμαστε στον τέταρτο χρόνο συνεργασίας μας. Μαζί του νιώθω ωραία στην πρόβα, βλέποντας την όρεξή του να δουλέψει και τη ματιά του στα πράγματα. Είναι ένας άνθρωπος που σε διδάσκει μόνο με το να τον παρακολουθείς. Όχι μόνο όταν παίζει. Η συμπεριφορά του είναι μάθημα για μας. 

Θα μπορούσες να διακρίνεις κάποια κοινά που υπάρχουν ανάμεσά σας; Έχουμε κοινά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως συμφωνούμε στα πάντα. Αλλά και ο τρόπος που διαφωνείς με ένα συνεργάτη μπορεί να είναι υπέροχος. Έχουμε παρόμοιες ευαισθησίες, σε κείμενα, σε λεπτομέρειες, σε συμπεριφορές. Είμαι πανευτυχής που συνεργαζόμαστε. Και να πω βεβαίως πως λατρεύω το ρόλο του σ’ αυτό το έργο, όπου παίζει το διευθυντή του ασύλου. Είναι ένας ρόλος που σου επιτρέπει να δεις πτυχές κατάχρησης της εξουσίας, ένα θέμα πολύ μεγάλο στο συγκεκριμένο έργο.  

Η διαχείριση της εξουσίας και η διαφθορά στις μέρες μας σε ποιο βαθμό σ’ επηρεάζει; Θα μιλήσω ως καλλιτέχνης. Είναι απαισιόδοξο αυτό που θα πω, αλλά υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε τον ρομαντισμό μας. Διότι στα πολλά χρόνια βλέπουμε κάποια πράγματα σε ένα βάλτο χωρίς νύξη βελτίωσης, είτε αυτά έχουν να κάνουν με διορισμούς, είτε σε επαναλαμβανόμενες και προβλέψιμες επιλογές και αποφάσεις. Γι’ αυτό και κινδυνεύουμε να γίνουμε υπερβολικά κυνικοί και υπερβολικά απαισιόδοξοι, τη στιγμή που εμείς οι καλλιτέχνες χρειαζόμαστε τα όνειρά μας ως την κινητήριο δύναμή μας. Όταν αποκτήσεις κυνισμό και θεωρήσεις πως πολλά πράγματα –όχι όλα- είναι προβλέψιμα και απαράδεκτα, είναι επικίνδυνο. 

Στη ζωή σου, αφήνεις χώρο για ρομαντισμό; Θεωρώ πως είναι πολύ επικίνδυνο να είσαι αποκλειστικά και μόνο ρομαντικός, όπως και αποκλειστικά κυνικός. Πιστεύω πολύ στο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό, αυτά με ισορροπούν κρατώντας σώας τας φρένας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η καλή αίσθηση του χιούμορ είναι απαραίτητη σε κάθε σχέση. Οποιαδήποτε σχέση κι αν είναι αυτή. 

Τι θα έλεγες πως σ’ αυτή την εποχή έχει ανάγκη ο χώρος της τέχνης; Δυο πράγματα πιστεύω πως έχουμε ανάγκη, αν και γνωρίζω πόσο υποκειμενικό είναι αυτό που θα πω. Έχουμε ανάγκη από θεματολογία που να ερεθίζει. Θεματολογία που να αφορά και να εμπνέει. Και δεύτερον –κάτι που πιστεύω πολύ σημαντικό για την εξέλιξη του χώρου της τέχνης- είναι να υπάρχει επικοινωνία με τον παραλήπτη της. Όχι δεν πρέπει ο καλλιτέχνης όταν δημιουργεί να σκέφτεται τον θεατή. Αυτό θα μπορούσε να εμποδίσει τον αυθορμητισμό του. Αλλά πρέπει να υπάρξει μια επικοινωνία με τον παραλήπτη. Θεωρώ αν έργο τέχνης και παραλήπτης δεν επικοινωνούν τότε μιλάμε για κάτι ανύπαρκτο. Και ψεύτικο. 

Θυμάσαι ποια ήταν αυτή η παράσταση που σε ενέπνευσε οδηγώντας σε στη σκηνοθεσία και την υποκριτική; Θυμάμαι τα πρώτα μου ερεθίσματα στα 14 μου χρόνια όταν άρχισα να λαμβάνω μέρος σε παραστάσεις. Όχι πιο πριν. Όταν άρχισα να διαβάζω βιβλία. Δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα όταν διάβασα Κούντερα. Όταν στο μάθημα της τέχνης στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας είδα έργα του Νταλί, όταν διάβασα για πρώτη φορά Καβάφη, όταν άκουσα τους Crandberries. Όλα αυτά λειτούργησαν σαν αφύπνιση για μένα. Σαν καλοδεχούμενες ενέσεις που με ξυπνούσαν. Το μικρόβιο λοιπόν ήρθε από το σχολείο…  

Έχεις συμβιβαστεί ως καλλιτέχνης με κάποια πράγματα; Με την τέχνη σου; Μέχρι τώρα όχι. Κάνω τα έργα που τα επιλέγω και που αγαπώ κάτι που αναγνωρίζω ως μεγάλη πολυτέλεια. Τα οποία κυμαίνονται από το πιο εμπορικό μέχρι τα πιο άγνωστα. Αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς και από τις μέχρι τώρα επιλογές της Alpha Square, που έχουν για κοινό άξονα κείμενα που αποδεικνύουν πως δεν υπάρχει στρατηγική, αλλά μια λατρεία σε θέματα δραματικά. Όχι, δεν έχω κάνει συμβιβασμούς, πέρα από αυτά της πρακτικότητας και του προϋπολογισμού μιας παράστασης, που δεν θα χαρακτήριζα «συμβιβασμό». Ξέρεις, νιώθω γεμάτος. Κι αυτό ακριβώς επιδιώκω: Να ξυπνάω κάθε πρωί με τη χαρά που με διακατέχει αυτό τον καιρό κάνοντας την παράσταση του ντε Σαντ. Είναι υγιές νομίζω.  

Και στον ελεύθερο χρόνο σου; Πώς φεύγεις από όλους αυτούς τους κόσμους που δημιουργείς; Μα δεν θέλω να φεύγω απ’ αυτούς. Δεν με κουράζουν. Κάποτε ανησυχώ με μένα. Λέω δεν γίνεται, πρέπει να κάνω ένα διάλειμμα. Αλλά μ’ αρέσει.  Όπως μ’ αρέσει να διαβάζω και να βλέπω κινηματογράφο, δυο πράγματα που συνδέονται με τη δουλειά μου. Θα έλεγα πως χαρά στην προσωπική μου ζωή είναι οι καλοί φίλοι, οι ελάχιστοι –αν είμαστε τυχεροί- καλοί φίλοι μπροστά στους οποίους μπορείς να ξεγυμνωθείς, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Και το κρασί. Και το χιούμορ. Ναι. Αυτά τα τρία είναι τα πιο βασικά για μένα.  

Είναι ο πρώτος μήνας της χρονιάς. Τι θα ήθελες αλήθεια για τους επόμενους; Δεν έχω βάλει ευχές και στόχους για τη νέα χρονιά. Δεν το συνηθίζω. Θα ένιωθα χαμένος όμως αν δεν ακολουθούσα ένα αυστηρό προγραμματισμό. Θέλω να ξέρω τι δρόμο έχω μπροστά μου. Το 2018 λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας χρόνος πιο γεμάτος από κάθε άλλη χρονιά. Τον Απρίλιο θα έχω την πρώτη μου συνεργασία με τον ΘΟΚ κι ύστερα τον «Ιππόλυτο» που θα σηματοδοτήσει την πρώτη μου δουλειά σε αρχαίο δράμα. Ακολούθως θα εκπληρώσω ένα όνειρό μου, ανεβάζοντας τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» και θα συνεχίσω με τη σκηνοθεσία –και η πρώτη επίσης συνεργασία μου- σε ένα έργο της ΕΘΑΛ. Κι αυτά είναι μόνο μερικά απ’ όσα έχω, κάνοντας φυσικά αρχή με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ.

Σε τρομάζουν αλήθεια, άνθρωποι σαν τον Μαρκήσιο; Με τρομάζει πολύ ο σαδισμός. Το να αντλείς ηδονή προκαλώντας πόνο στον άλλο –χωρίς τη συναίνεσή του – με αναστατώνει πάρα πολύ. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά.

* Το έργο «Οι κονδυλοφόροι του Μαρκήσιου ντε Σαντ» της Alpha Square ανεβαίνει από τις 2 Φεβρουαρίου μέχρι τις 7 Μαρτίου στη Λεβέντειο Πινακοθήκη στη Λευκωσία. Παραστάσεις κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο 20:30. Κρατήσεις: www.tickethour.com.cy / ACS Courier / 77777040. Στις 7/3 στο ΡΙάτλο στη Λεμεσό (τηλ. 77777745). Ανεβαίνει σε μετάφραση και σκηνοθεσία Ανδρέα Αραούζου, με τους Φώτη Αποστολίδη, Βαρνάβα Κυριαζή, Βασίλη Χαραλάμπους, Άννα Γιαγκιώζη, Στυλιάνα Ιωάννου και ο Φώτη Καράλη. Σκηνικά και κοστούμια Έλενας Κατσούρη, φωτισμοί Βασίλη Πετεινάρη και μουσική Γιώργου Κολιά. Το έργο είναι ακατάλληλο για άτομα κάτω των 18. Χορηγοί επικοινωνίας Φιλελεύθερος και ΦΙλGood.