Μια μυθιστορηματική αφήγηση που διατρέχει πάνω από μισό αιώνα με πρωταγωνιστές εμβληματικές προσωπικότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ο Κώστας Φέρρης είναι γνωστός ως ο σκηνοθέτης του «Ρεμπέτικου». Στη θυελλώδη ζωή του, που καθορίστηκε από τον άξονα Κάιρο- Αθήνα- Παρίσι ανέπτυξε πολλές ακόμη ιδιότητες, αφήνοντας κι εκεί πολύ ή λιγότερο τη σφραγίδα του: «ρεμπετολόγος», στιχουργός, συγγραφέας, δημοσιογράφος, εκδότης, ηθοποιός, σεναριογράφος, μοντέρ, παραγωγός, κριτικός, θεωρητικός κινηματογράφου, τηλεοπτικός παρουσιαστής, δάσκαλος σκηνοθεσίας. Μέχρι και τραγουδιστής με το «Καφέ Αμάν». Γεννήθηκε κοσμοπολίτης κι έμαθε να μιλά ελληνικά, αραβικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Έζησε ως πολυσχιδής καλλιτέχνης, αλλά και ως επαναστατημένος χίπης. Κι αν είναι κάτι για το οποίο καυχιέται είναι ότι είχε τη «μεγάλη κωλοφαρδία», όπως λέει, να συναντήσει πολλές μεγάλες προσωπικότητες στη ζωή του.
Η μουσική. «Από παιδί μου άρεσε η μουσική. Άκουγα όπερα, τζαζ που την έφεραν στην εποχή του πολέμου οι Εγγλέζοι, γαλλικά τραγούδια και αραβική μουσική. Από μικρός στην Αίγυπτο, βέβαια, ακούγαμε ρεμπέτικα κανονικά και αλογόκριτα. Οι Αιγύπτιοι δεν είχαν λόγο να μας απαγορεύσουν. Η έρευνά μου πάνω στο ρεμπέτικο τραγούδι ξεκίνησε το 1957, όταν ο Κώστας Καζάκος μου περιέγραψε την κηδεία της Μαρίκας Νίνου. Όταν πήγα στην Αθήνα ήταν η εποχή που αποσύρθηκαν εντελώς οι παλιοί 78άρηδες δίσκοι γραμμοφώνου και επιβλήθηκαν αυτοί του βινυλίου των 33 και 45 στροφών. Αυτομάτως, οι 78άρηδες πήγαν στα παλιατζίδικα. Τότε γεννήθηκε η παρέα των ‘ρεμπετολόγων’ όπως μας ονόμασαν, που στην πραγματικότητα ήμασταν συλλέκτες. Στην παρέα μας ήταν ο Καζάκος, ο Γιάννης Ταϊγανίδης, ο Δημήτρης Σταύρακας και φυσικά ο Ηλίας Πετρόπουλος, που ήταν ο πιο δραστήριος».
Η γνωριμία με τον Μάρκο. «Δούλευα ως βοηθός σε ταινία του Γκρεγκ Τάλλας και μου ζήτησαν να βρω έναν καλό μπουζουξή. Πήγα στην Κοκκινιά, στο σπίτι του Μάρκου που τότε ήταν στα αζήτητα. Του φάνηκαν πολλά λεφτά οι 15.000 που πήρε. Ένας αγαθός γίγαντας. Ψηλός με φευγάτο μάτι. Μετά τη γνωριμία μας, γινόταν θυσία για μένα. Συγκινητικός, μου έλεγε πολλές ιστορίες. Όσα γράφτηκαν σε βιογραφίες και αυτοβιογραφίες τα είχε εκμυστηρευτεί σ’ εμένα. Και άλλα τόσα».
Ο Τσιτσάνης. «Τον Τσιτσάνη τον γνώρισα αργότερα. Νομίζω ότι με συμπάθησε γιατί μου χάρισε μια αποκαλυπτική συνέντευξη το 1975 για την εκπομπή ‘Παρασκήνιο’, όπου αναίρεσε όσα πιστεύαμε ως τότε για τη λογοκρισία του Μεταξά. Είπε ότι δεν έβλαψε το ρεμπέτικο. Τους έκοβαν τα μπεμόλια, τις ενδιάμεσες μακρόσυρτες νότες. Ουσιαστικά, έκοβαν το ανατολίτικο, το βυζαντινό τριημιτόνιο επειδή το θεωρούσαν τουρκομερίτικο. Η λογοκρισία χτύπησε τη σμυρνέικη κομπανία κι όχι το μπουζούκι. Με εξαίρεση, φυσικά, τα χασικλίδικα και τα τραγούδια των φυλακών. Την ίδια εποχή στην Τουρκία, ο Κεμάλ απαγόρευε τους αμανέδες επειδή είχαν βυζαντινές καταβολές».

Ο Ζαμπέτας. «Το 1965 έκανα την πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους, το ‘Μερικές το Προτιμούν χακί’. Φωνάξαμε τον Ζαμπέτα με τους συνεργάτες του για το τραγούδι των τίτλων. Οι στίχοι που έφεραν δεν μου άρεσαν. Κάθισα κι εγώ στο γραφείο κι άρχισα να γράφω: ‘Είμαι φίνο φανταράκι κι έχω ένα κρυφό μεράκι…’ Σε δέκα λεπτά η πρώτη μου στιχουργική απόπειρα είχε τελειώσει. Το δίνω στο Ζαμπέτα. ‘Καλόοοο’ μου λέει. ‘Μπράβο ρε τσόγλανε’. Ήταν εκεί κι ένας κύριος με καβουράκι που κρατούσε ένα χαρτοφύλακα και παρακολουθούσε. ‘Ξέρετε, εγώ αγοράζω τραγούδια’ μου λέει. ‘500 δραχμές το ένα κι αν γίνει σουξέ θα πάρετε και ποσοστά’. Του απάντησα ότι δεν είμαι στιχουργός, αλλά σκηνοθέτης. Μου έδωσε την κάρτα του κι όταν τη διάβασα έμεινα κόκαλο. Έγραφε Χαράλαμπος Βασιλειάδης. Ήταν ο Μπάμπης ο Τσάντας!»
Ο Τομπούλης και η Ρόζα. «Ως κομπάρσο στον κινηματογράφο συνάντησα και τον Αγάπιο Τομπούλη. Τον συμπάθησα χωρίς να τον ξέρω και όταν έμαθα ότι ήταν αυτός που έπαιζε με τη Ρόζα Εσκενάζυ και τον Σέμση, με κάλεσε σπίτι του για να μου παίξει ούτι. Πρόλαβα να γνωρίσω και τη Ρόζα. Τρελάρα ήταν. Εντελώς ακομπλεξάριστη».
Ο Τσαρούχης. «Η πρώτη μου εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν το 1953 σε ηλικία 18 ετών. Ήταν στο ‘Κυριακάτικο Ξύπνημα’ του Κακογιάννη που έκανε εσωτερικά γυρίσματα στο Κάιρο. Τότε γνώρισα τον Τσαρούχη σκηνογράφησε την ταινία. Παρέμεινε στενός φίλος μου μέχρι το τέλος της ζωής του. Λίγα χρόνια πριν πεθάνει είδε το ‘Ρεμπέτικο’ στην αβάν πρεμιέρ και τον έπιασαν τα ζουμιά. Πήγε σπίτι και μας έστειλε τον πίνακα με τον χίπη άγγελο που κάναμε εξώφυλλο στον δίσκο με τα τραγούδια του Ξαρχάκου και του Γκάτσου από την ταινία. Τον ευχαρίστησα και μου είπε ότι η ευγνωμοσύνη είναι δική του γιατί πρόλαβε να δει στον κινηματογράφο την εφαρμογή των θεωριών του περί ελληνικότητας».
Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. «Ο Βαγγέλης με βρήκε στο Παρίσι και μου πρότεινε να κάνουμε ροκ την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Πανικοβλήθηκα. Πήγα κατευθείαν στο Café Saint Claude που συχνάζαμε όλοι οι Έλληνες και βρίσκω τον Τσαρούχη. Του λέω ‘SOS την πάτησα, δεν ξέρω τι να κάνω’. Και ως καλός φίλος με συμβουλεύει: ‘Μην παγασυγθείς (sic) από τη μάχη του καλού με το κακό. Άσε τους να αλληλοφαγωθούν κι εσύ να είσαι με τους 144.000 λευκοντυμένους που ανέβηκαν στο βουνό και μετά κατέβηκαν ελεύθεγοι να χτίσουν τη Νέα Ιεγουσαλήμ’. Αμέσως έλαμψε μέσα μου η ιδέα του ‘666’. Στην ηχογράφηση τον έβαλα να πει μια φράση από τον κατηραμένο όφη».

Ο Τζιμ Μόρισον. «Δεν γνωριστήκαμε με τον Τζιμ Μόρισον. Τον συνάντησα, αλλά ντρεπόμουν να του συστηθώ. Τον έβλεπα συχνά στο Παρίσι, έκαναν παρέα μαζί με την Πάμελα με τη σκηνοθέτιδα Ανιές Βαρντά, που ήταν καλή φίλη μου. Μια φορά η Ανιές μου ένευσε να πάω να τον γνωρίσω, αλλά δίστασα. Πέθανε ένα τετράγωνο μακριά από το σπίτι μου κι έπαθα μεγάλο σοκ γιατί όταν έγραφα τους στίχους από το ‘666’, τον είχα υπόψη και είχα προφητέψει σε μια φράση το θάνατό του. Στο τραγούδι ‘Here and Now’ η τελευταία φράση είναι ‘Here and now/ I got a feeling/ Somebody’s missing’. Κι αυτός ο κάποιος που έλειπε ήταν ο Μόρισον. Το έγραφα υπό την έννοια ότι όταν ο κόσμος θα είναι καλύτερος, αυτός δεν θα ήταν εδώ. Και μετά από περίπου ένα μήνα έμαθα ότι πέθανε. Ήταν καλοκαίρι του 1971».
Τελικά, ο κόσμος έγινε καλύτερος; «Πριν λίγους μήνες στην κηδεία του Κούνδουρου μαζευτήκαμε όλοι οι Έλληνες κινηματογραφιστές, φιλόλογοι κ.λπ. που ζήσαμε μαζί αγωνιστικά τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, μαζί με τον μακαρίτη και τον άλλο μακαρίτη τον Παναγιωτόπουλο. Εκεί ήταν και ο Μάκης ο Καβουριάδης, πολιτικός και καθηγητής, που μπροστά σε όλους μου είπε: ‘Τελικά, βρε Κώστα, δεν τον αλλάξαμε τον κόσμο’. Κι εγώ του απάντησα: ‘Μάκη μου, εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, αυτός δεν ήθελε να αλλάξει’».
Ο Σαλβαντόρ Νταλί. «Το ‘666’ είχε μπλοκαριστεί από τη δισκογραφική εταιρεία για ένα χρόνο, κυρίως επειδή ο κύριος Φίλιπς είχε ενοχληθεί με τον μονόλογο της Ειρήνης Παπά, εκείνο το ‘I was/ I am/ I am to come/ I was’. Ο Βαγγέλης αποφάσισε να διοργανώσει εκδήλωση για να ‘γιορτάσει’ την επέτειο της… μη κυκλοφορίας του δίσκου. Εγώ τότε δούλευα με το γαλλικό underground, το ‘υποκατάστημα’ της σκηνής του Άντι Γουόρχολ στο Παρίσι. Ο Ολιβιέ Μοσέ, ο ζωγράφος της παρέας, έκανε έκθεση και κάλεσε τον Νταλί. Πήρα το θάρρος, του συστήθηκα, του μίλησα για την εκδήλωση και τον δίσκο τονίζοντας ότι το θέμα του είναι η Αποκάλυψη. Ενδιαφέρθηκε, ήρθε στην εκδήλωση, ενθουσιάστηκε με το έργο και πρότεινε να διοργανώσουμε ένα χάπενινγκ στη Βαρκελώνη. Για περισσότερο από δύο μήνες, 3-4 φορές την εβδομάδα, βρισκόμασταν στη σουίτα του ξενοδοχείου Georges V με την Γκαλά να πηγαινοέρχεται και κατεβάζαμε ιδέες για κάτι τόσο τρελό που δεν υπήρχε περίπτωση να υλοποιηθεί. Ήθελε να βομβαρδίσει αεροπορικώς τη Σαγράδα Φαμίλια του Γκαουντί με φάλαινες, ελέφαντες, ρινόκερους και αρχιεπισκόπους με ομπρέλες. ‘Εννοείτε κούκλες;’ Τον ρώτησα. ‘Όχι, αληθινούς’ απαντά. ‘Για να τελειώνουμε μια και καλή με την Εκκλησία’. Όλα αυτά στην φρανκική Ισπανία. Υποτίθεται ότι θα κήρυττε μια Κυριακή ο έκπτωτος βασιλιάς τη Βαρκελώνη σε κατάσταση πολιορκίας, με απαγόρευση κυκλοφορίας και θα γεμίζαμε τους δρόμους με μεγάφωνα που θα έπαιζαν ολημερίς τα τραγούδια του ‘666’. Θα τοποθετούσαμε επίσης στη Σαγράδα Φαμίλια κύκνους με δυναμίτιδα στο στομάχι για να εκραγούν σε αργή κίνηση. Και διάφορα άλλα. Περνούσε ωραία κι αυτός και φυσικά κι εγώ. Στην εξέλιξη κατάλαβα ότι όλο αυτό αφορούσε τη χαρά του να δημιουργείς έστω και με τη φαντασία».
Η Ειρήνη Παπά. «Όταν έγραψα το ‘I am, Ι was’ στο μυαλό είχα έναν άνδρα. Μετά πήρε άλλο δρόμο. Έτυχε να έρθει η Ειρήνη στο Παρίσι και της ζήτησα να το κάνει. Αρχικά είχε τρακ. Μου είχε εξομολογηθεί ότι ο Κακογιάννης στην τραγωδία δεν την άφηνε να βγάλει εκείνο που αυτή ήθελε. Της είπα κι εγώ να κάνει αυτό που δεν την άφηνε ο Κακογιάννης. Μπήκε και το έκανε. Γράψαμε 37 λεπτά απ’ όπου περνάει από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Όταν ο Βαγγέλης το έκοψε κράτησε κυρίως το κομμάτι που αφορά το σεξ».

Ο Ξαρχάκος. «Τον Ξαρχάκο τον γνώρισα καλύτερα μετά τη δικτατορία αν και στο Παρίσι είχαμε διασταυρωθεί μερικές φορές. Δουλέψαμε στη σειρά ‘Οι Έμποροι των Εθνών’, όπου βγάλαμε μαζί και το ‘Ήτανε μια φορά’. Για τη μουσική του ‘Ρεμπέτικου’ είχα αρχικά σκεφτεί τον Τσιτσάνη, αλλά δεν ήμουν ενθουσιώδης γιατί δεν ήθελα να έχει γνωστά τραγούδια που μπορεί να χαλούσαν την αφηγηματική ισορροπία. Είχα ένα γείτονα που ήταν καταπληκτικός μίμος. Του ζήτησα να μου γράψει ένα τραγούδι σε στυλ Γιοβάν Τσαούς και το έγραψε. Μετά κι ένα σε στυλ Τσιτσάνη, πάλι το έγραψε. Του ζήτησα να γράψει τη μουσική και τα τραγούδια για το ‘Ρεμπέτικο’. Το όνομα αυτού; Νίκος Καρβέλας. Ήταν την εποχή που είχε γνωρίσει και τη Βίσση. Στην πορεία τσακωθήκαμε γιατί έμαθε ότι μίλησα με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου που ήταν στην Αμερική και τον ρώτησα αν ήθελε να γράψει τη μουσική υπόκρουση της ταινίας (όχι τα τραγούδια). Το διάβασε ο Καρβέλας στο ‘Variety’ κι έγινε έξαλλος. Το έμαθε ο Ξαρχάκος και μου έστειλε απειλητικό μήνυμα: ‘αν δεν μου δώσεις να γράψω τη μουσική δεν θα σου ξαναμιλήσω’. Έτσι κι έγινε».
Ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος. Και ο νεότερος. «Η γενιά η δική μας όταν μπήκε στο σινεμά άλλαξε την ιστορία του. Όμως δεν δημιουργήσαμε σχολή, γιατί ο καθένας εκπροσωπούσε άλλο είδος. Υπάρχει μόνο ένα κοινό χαρακτηριστικό: ό,τι και αν κάναμε, το θέμα μας ήταν η γλώσσα του κινηματογράφου. Αυτήν αναζητούσαμε. Η επόμενη από εμάς γενιά δεν έχει περιέργεια και νομίζω ότι έχουν μια αντιπάθεια για τους παλιούς. Ο κινηματογράφος που κάνουν είναι μέσα στη σύγχυση. Πρέπει να καταλάβουν πως στην τέχνη ό,τι κάνεις πρέπει να έχει νόημα. Είναι ταλαντούχοι, αλλά παραπλανημένοι. Τελευταία έχει γίνει μια κίνηση να ανακαλύψουν τις χαμένες ταινίες της δικής μου γενιάς. Και κάποιοι εκπλήσσονται γιατί αποκαλούν το σινεμά τους ‘weird cinema’, αλλά σε ταινίες όπως π.χ. το δικό μου ‘Oh Babylon’ και ο ‘Προμηθέας’ του Σταμπουλόπουλου διαπιστώνουν ότι εμείς τα είχαμε κάνει αυτά πριν από πολλές δεκαετίες».
Η Κύπρος και ο Λίβανος. «Η μητέρα μου ήταν από τον Άγιο Δομέτιο και ο πατέρας μου από την Αμμόχωστο. Στην Κύπρο ήρθα πρώτη φορά το 1949, στα 14 μου. Η Κύπρος ήταν το μεγάλο μου απωθημένο. Η μάνα μου δεν έπαψε να μας μιλάει για την πατρίδα της. Συχνά χρησιμοποιούσε και τη διάλεκτο. Όταν νευρίαζε μου έλεγε «εν να σου πω το τρικωμίτικο». Ο παππούς, ο πατέρας του πατέρα μου ήταν λιβανικής καταγωγής. Φέρρης Λαχούντ. Το έμαθα αργότερα. Και ψάχνοντας έμαθα ότι πρόκειται για μια από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες του Λιβάνου. Μου το αποκάλυψε πρώτα ο Χωρεπίσκοπος Μαρωνιτών στην Κύπρο το 1973. Αργότερα επισκέφθηκα και το χωρίο Άμσιτ λίγο έξω από τη Βηρυτό, που ιδρύθηκε από την οικογένεια Λαχούντ κι εκεί εντόπισα τους συγγενείς μου. Ο παππούς έφυγε εξόριστος από τον Λίβανο, αλλά δεν έμαθα ποτέ το γιατί. Ήταν ιππέας. Για να ζήσει στην Αμμόχωστο δούλευε ως τζόκεϊ στον ιππόδρομο. Το όνομά μου στα αραβικά σημαίνει ιππέας».

Η Αίγυπτος. «Η Αίγυπτος με συγκινεί ασύλληπτα. Όποτε την επισκέπτομαι με πιάνουν τα κλάματα μόλις βγω από το αεροπλάνο και με πιάσει το αεράκι του Νείλου. Έχει χρόνια να πάω και μ’ έχει πιάσει μεγάλη νοσταλγία. Γεννήθηκα εκεί και ο δεσμός μου είναι στομαχικός. Ειδικά οι Καϊριανοί είμαστε δεμένοι με το αιγυπτιακό στοιχείο και στο Κάιρο νιώθουν ότι έχουν με τους Έλληνες αδελφική σχέση. Σπούδασα στην Αμπέτειο Σχολή, όπου μεταξύ άλλων είχα δάσκαλο τον πατέρα Ανδρόνικο, ανθυποψήφιο του Μακαρίου για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Εργάστηκα ως δημοσιογράφος το 1954-55 κι είχα ως διευθυντή σύνταξης τον Σοφιανό Χρυσοστομίδη που αργότερα δούλεψε στη ‘Χαραυγή’, ενώ γνώρισα τον Νίκο Νικολαΐδη τον Κύπριο, την Ελένη Βοΐσκου, τον άνδρα της τον ποιητή Αντώνη Μάρταλη. Και βέβαια τον Γιώργο Ιορδανίδη στου οποίου τον θίασο έπαιζα ως ηθοποιός. Τον γιο του τον Γιάννη, που είναι γνωστός σκηνοθέτης του θεάτρου, τον ξέρω από παιδάκι».
Το αποκορύφωμα. «Είχα την κωλοφαρδία να γνωρίσω από κοντά προσωπικότητες που ούτε να ονειρευτεί μπορεί κανείς. Μεγάλους λογοτέχνες, συνθέτες όπως ο Μίκης και ο Μάνος, ζωγράφοι όπως ο Ακριθάκης και ο Φασιανός. Αλλά και ξένες, όπως η Χέιλι Μιλς, η Τζέιν Μάνσφιλντ, ο Ελάι Γουάλας, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, ο παραγωγός Μπιλ Άντερσον. Η κορύφωση των εκπλήξεων που μου επιφύλασσε η ζωή ήταν στη Νέα Υόρκη. Έγινε μια προβολή του ‘Ρεμπέτικου’ στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Με πλησίασε μια υπέργηρη κυρία και μου είπε τα εξής λόγια: ‘σας ευχαριστώ κύριε Φέρρη που πριν πεθάνω μου δώσατε τη χαρά να δω μια ταινία που μου θύμισε τον δάσκαλό μου, τον μεγάλο D. W. Griffith’. Ρώτησα τη διευθύντρια ποια είναι και τι μου απαντά; Η Λίλιαν Γκις!! Η Πρώτη Κυρία του Αμερικανικού Κινηματογράφου. Η απόλυτη σταρ της δεκαετίας του ’10, να λέει στον Φέρρη ότι της θύμισε τον Γκρίφιθ, στις ταινίες του οποίου πρωταγωνιστούσε! Θα πρέπει να ήταν λίγο ξεμωραμένη για να κάνει μια τέτοια ιερόσυλη σύγκριση. Την επόμενη χρονιά πέθανε, στα 100 της χρόνια».