Κοιτώντας από τα μεγάλα κατά μήκος ορθογώνια τζάμια του τελευταίου ορόφου του «Capital Center» της λεωφόρου Μακαρίου Γ’ προς τον κατεχόμενο ναό της Αγίας Σοφίας και τους νεοκτισθέντες μιναρέδες του που έμοιαζαν από ψηλά λες και ξάπλωναν στους πρόποδες του Πενταδαχτύλου, δεν ήσουν ποτέ βέβαιος αν η πλατεία Ελευθερίας ήταν εκείνη που μόλις περπάτησες (η παλιά, με τα δύο περίπτερα στις άκρες της, την πέτρα του Τίτο, και τα αυτοκίνητα να τη διαπερνούν προς το άνοιγμα της Κωστάκη Παντελίδη) ή το Castlemorton της Ουαλίας και το τελευταίο του rave party στο οποίο πίστεψες πως συμμετείχες· στο δέκατο σφηνάκι της Μαρκέλλας που στεκόταν πίσω από την μπάρα, τα ‘χες ήδη ξεχάσει όλα.
Στην Γερμανία τότε ο Sven Vath έφτιαχνε εθιστική trance, οι Jam and Spoon προβάλλονταν ως «οι εμπορικοί εκπρόσωποι του είδους», κάποιοι αναγνώριζαν ήδη τον μετέπειτα υπερστάρ Paul Van Dyk, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα αναδυόταν η σκηνή του Bristol και το είδος trip-hop θα «γεννιόταν» ως μια εναλλακτική, πιο «εκλεπτυσμένη», ας πούμε, αγγλική εκδοχή του hip hop, με πρωταγωνιστές τους Massive Attack, Portishead και Tricky. Στην Κύπρο του μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, η «Versus» της Λευκωσίας αποκτούσε λόγο ύπαρξης· κι οι φανατικοί θαμώνες της είχαν κοινό σημείο αναφοράς τους την αποβολή του επαρχιώτικου κυπριακού νεοπλουτισμού (που τότε ήταν στα ντουζένια του), της επίδειξης και του τοπικισμού – όσοι αποφάσιζαν να περάσουν μια βραδιά χορεύοντας, ρουφώντας τσιγάρα και πίνοντας καθαρό αλκοόλ, με απευθείας αναφορές στη Chicago house και στο Detroit techno σα να ‘ταν στο «Cream», στο «Renaissance» ή στο «Ministry of Sound», ήταν κιόλας επίτιμοι πολίτες του κόσμου.
Οι νέες τάσεις διαπερνούσαν ήδη την πόρτα του ασανσέρ (κομμάτι κι αυτό της ιεροτελεστίας στον μυστικισμό ενός ιδιότυπου ατελιέ ψυχών) με το που άνοιγε στην οροφή, στο ειδικά διαμορφωμένο προ-χολ: Minimal techno, intelligent dancemusic, tech, house και UK garage. Στη «Versus» γίνονταν -και επιτρέπονταν- όλα (μα, όλα!) – κι αυτό ήταν ένας ασυγκράτητος συνδυασμός ακόρεστης γοητείας, αθωότητας και αχαλίνωτου ρυθμού που, όχι λίγες φορές, ξέσπαγε κατά τις πρωινές ώρες σε εμετό κατά μόνας ή ανά δυάδες μέσα στις τουαλέτες που βρίσκονταν στο βάθος αριστερά.
Οι διαχωριστές γραμμές προσδιορισμού φύλων των φανατικών της ήταν πάντα δυσδιάκριτες: Μπερδεμένοι, μα απόλυτα φυσιολογικά αφομοιωμένοι, gay και straight, bisexual και asexual (ήδη τρεις δεκαετίες πριν από τα «κινήματα» και τις «πορείες υπερηφάνειας») αναθαρρούσαν στην μαζική pop κουλτούρα των παγκόσμιων clubs που αντηχούσαν απ’ τα μαύρα μεγάφωνα και έκαναν τα τζάμια να τρίζουν – σα να χόρευαν κι αυτά Prodigy, Faithless, Deep Dish, Leftfield, Orbital, Underworld. Πανδαισία ήχων, αισθήσεων, κινήσεων και τυχαίων αγγιγμάτων…
Ντυμένοι casual ή με κοστούμια τα Σάββατα κάποιοι – που γρήγορα θα έβγαιναν βιαστικά-, ήδη ιδρωμένοι, έδιναν τη θέση τους σε πολύχρωμα ή λευκά αμάνικα φανελάκια που είχαν αγοράσει το πρωί απ’ τη Στασικράτους – στη «Versus» δεν είχε ποτέ σημασία τι είχες κάνει το προηγούμενο βράδυ μα πώς θα γινόταν συναρπαστικό το αποψινό. Και βέβαια πού και με ποιον θα κοιμόσουν, έχοντας ήδη καταπιεί την πλήρη εξάντληση κατά ριπάς αλλά πάντα έτοιμος για τον τελευταίο -και τελειωτικό- γύρο.
Ο κόσμος τότε ήταν διαφορετικός. Ακούγομαι σαν γέρος, sorry – αλλά ήταν! Υπήρχε μια καλοπροαίρετη κατανόηση σε όσους ξεπατίκωναν τάσεις ή αντέγραφαν fashion street icons εικόνες του νεοκυκλοφόρητου τότε «Omikron», οι djs ήταν djs και όχι σταρς, υπήρχε μια γενιά 20άρηδων που ζούσε αλαφιασμένα, ανέβαζε ταχύτητες και ονειρευόταν ακόμη την Αθήνα της Ακρόπολης και όχι το Λονδίνο του Μπάκιγχαμ (προς το παρόν). Θυμάμαι όταν βρεθήκαμε τότε με την Ναταλία Δραγούμη που είχε έρθει στην Κύπρο για μία περιοδεύουσα παράσταση -θαμώνας στα νιάτα της του εμβληματικού «+Soda» της Αθήνας, εκεί όπου σήμερα τραγουδάει η Βίσση- πόσο άμεσα είχε επανεφέρει στη μνήμη της την τρέλα και την έκσταση της Ερμού 161, κοιτώντας αγόρια και κορίτσια να στριμώχνονται στην είσοδο του νέου (τότε) εμπορικού κέντρου της Λευκωσίας, μέχρι η νύχτα να τερματίσει και ο ήλιος να ανατείλει – χωρίς όρια, χωρίς όρους, χωρίς τίποτα εξαρτητικό. «Τέλειο;», της είπα κοιτώντας τα πεπραγμένα εκστασιασμένοι, πριν εκσφενδονιστούμε στα μπιτ του νόστιμου γυμνασμένου αγοριού που έπαιζε στα decks. Ένας κόσμος που άλλαζε – αλλά δεν ήξερε τότε πως άλλαζε!
Τώρα όλα έχουν μεταβληθεί σαρωτικά.
Πήγα το περσινό καλοκαίρι σε κάποιο αντίστοιχο club της Λευκωσίας που λοξοκοιτούσε προς Ibiza, με κάπως κουμπωμένους «προσκυνητές» και κάτι από παλιό Tiesto, Ferry Corsten και Armin Van Buuren στα ηχεία. Μα, έλειπε εκείνη η καλά αρχειοθετημένη, αξεπέραστη, μα πάντα άσβεστη κάψα που σε στοιχειώνει σαν παλιό τατουάζ χτυπημένο σε εμφανές σημείο στο σώμα – αυτό που δεν θες να σβηστεί ποτέ… Πήγα και στην Αθήνα, πρόσφατα, στα events του Nepenthe (όπου σημασία έχει η πράξη και όχι το μέρος), στο roof του παλιού θεάτρου της Κοτοπούλη, στην Ομόνοια, που τώρα έγινε ξενοδοχείο Ισραηλινών «που επενδύουν» στα χαμαιτυπεία του κέντρου της ελληνικής πρωτεύουσας προσδοκώντας, επειδή μου έταξε το παλιό απίθανο feeling o Μπιρμπάκος, αυτός ο γαμάτος dj που κάποτε μου ‘χε φτιάξει το blog μου και τώρα γίνεται «είδωλο» και «θεός» αμαρτωλός της νύχτας (@brb_musik) «πειραματιζόμενος» να «φοράει» techno ακόμα και στις ατάκες του Ρένου Χαραλαμπίδη από τα «Φτηνά Τσιγάρα» καθώς ο ήλιος ανατέλλει πάνω από τον Παρθενώνα απέναντι – η ποίηση ελλοχεύει παντού· όπως κι ο ερωτισμός που καμία σχέση δεν έχει με σεξ.
«…Όταν έχω αυτό το ξαφνικό πόθο να πετάξω, και δεν έχω πού να πετάξω, κρύβομαι στην συλλογή μου γεμάτη καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές, σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια… Έτσι κι αλλιώς, τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά – η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι. Είμαι από αυτούς που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα…».