Χάρη Ν. Σπανού Φυλάκιο, εκδόσεις Αιγαίον, 2021

Το «Φυλάκιο» της ιατρού και συγγραφέως Χάρης Ν. Σπανού, σε έκταση νουβέλας και ένταση μιας ευφυούς νεωτερικής γραφής από την πολυσημία του τίτλου μέχρι την πολυεστιακή πλοκή και έως την πυκνή συνύφανση του αφηγηματικού νήματος, μας επιφύλαξε την έκπληξη της ψυχογραφικής εμβάθυνσης στο δράμα των αγνοουμένων. Τα όποια μυθοπλαστικά δρώμενα, η σκηνική ανά κεφάλαιο επεισοδιακή παραλληλία της ανέλιξής τους και η ευρηματική χαρακτηρολογία των πρωταγωνιστών τους δεν απηχούν απλώς την πραγματικότητα στις τραγικότερες εκδοχές της, αλλά και απομυθοποιούν οπτικές των ιστορικών της συμφραζομένων. Η παρέλευση εξάλλου μισού σχεδόν αιώνα με ανεπούλωτες τις πληγές από την τραγωδία τού 1974, που καθιστά ολοένα και πιο επώδυνη την ανθρωπιστική της αυτή πτυχή, πυροδοτεί συσσωρευμένο το αίσθημα της αδικίας, αναδεικνύοντας τον ανήκεστο πόνο των οικείων των αγνοουμένων είτε των ανευρεθέντων και κηδευομένων οστών τους σε συλλογική συνείδηση σπαραγμού μέσα από τη λογοτεχνία της βιωματικής ενσυναίσθησης. Γιατί μόνο η αληθινή τέχνη του λόγου αποκαλύπτει και ετυμολογεί τα συμβεβηκότα, προσπορίζοντας νόημα ζωής και προοπτική συνύπαρξης πέραν από τις ατομικιστικές συμβάσεις της ανθρώπινης συνθήκης.  

Εξ ου και τα πρόσωπα εδώ, συναρθρώνοντας τις αληθοφανείς ιστορίες τους ως σπονδυλωτά σπαράγματα ενός ενιαίου θεματικού ιστού, ανασυνθέτουν κατά συνεκδοχική αλληγορία τα πολιτικοκοινωνικά κομβικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου, από το προανάκρουσμα της τουρκικής εισβολής και τα δεινά των ολέθριων προεκτάσεών της μέχρι τις μέρες μας. Εύστοχες οι υφολογικές διακυμάνσεις των αναδιηγηματικών εξιστορήσεων ανάμεσα σε ενδιάθετους εξομολογητικούς μονολόγους και την προφορικότητα των καθημερινών συνομιλιών, τους ζωηρούς διαλόγους και τις υπόρρητες στιχομυθίες. Εγκιβωτισμένες συνειρμικές αναφορές παρελθοντικών αναμνημονεύσεων, όπως και θραύσματα παροντικού λόγου, που αποτυπώνονται με ασθματικούς ρυθμούς συγκεκομμένων ή υπονοούμενων φράσεων και άλλοτε με οξυμένους νευρώδεις τόνους ή υποτονικές ερωταπαντήσεις σε άμεση αντιστοιχία με την έκφραση απωθημένων συναισθηματικών καταστάσεων είτε στιγμιαίων εκρηκτικών αντιδράσεων στην εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης.

Συμβολικά πολυεπίπεδες οι συναρτήσεις με το Φυλάκιο-Παρατηρητήριο σε ακριτική περιοχή της μοιρασμένης Λευκωσίας, που παραπέμπει στα αφύλακτα εκείνα προδομένα φυλάκια του Πενταδακτύλου τον πικρό Ιούλη του ’74, όπως και στις μετέπειτα φυλακισμένες ψυχές με τα εφιαλτικά δεσμά των αδικοχαμένων παλληκαριών. Επαγρυπνώντας επίσης στη μοναξιά της σκοπιάς, σύμφωνα με το κειμενικό απόσπασμα που προτάσσεται ως προμετωπίδα στο βιβλίο σε αντιστικτική συνήχηση με τον πίνακα του Γλαύκου Κουμίδη, που φιλοτεχνεί το εξώφυλλο, και την αποφθεγματική ακόμη σκέψη σε μια από τις τελευταίες σελίδες: «Κάποτε σκέφτομαι πως η ζωή είναι σκοπιά δίπλα σ’ ένα φυλάκιο».    

Από τον οικογενειακό περίγυρο, κατ’ αρχήν, προβάλλει ο Μιχαήλ, που διανύοντας τη στρατιωτική του θητεία σε γραμμή αντιπαράταξης στο Καϊμακλί, απέναντι στο τουρκικό στρατόπεδο, γεμίζει τις βάρδιες της σκοπιάς και της ανάπαυλάς του με όνειρα για τις σπουδές του και σκέψεις για τη στάση της μάνας του σε αντίθεση με τις υπερπροστατευτικές μανάδες, αλλά και  με λυπημένες αναμνήσεις για τον θάνατο του πατέρα του και τον χαμό του αγνοούμενου θείου του. Στη θύμηση του άλλου αδελφού της μητέρας του, που επηρεασμένος από τη Γερμανιδούλα φιλενάδα του ασπάζεται το δόγμα του «conflict resolution», έντρομος ανάγει τις ιδεολογικές τους διαμάχες στο ξεπούλημα της πατρίδας, καθώς με τα κιάλια φέρνει κοντά του την Κερύνεια, ανακαλώντας συγχρόνως τους ήρωες του ’55-59 και του ’21. Είναι ως να ενώνεται η φωνή του με τον μονόλογο του αγνοούμενου Νικηφόρου, που ζωντανεύει τις δυσοίωνες παρεκκλίσεις και τους υφέρποντες εκτροχιασμούς προς την καταβαράθρωση. Εύγλωττες οι νύξεις περί εμφυλίου Μακαριακών-ΕΟΚΑ Β΄, ενταφιασμού της Ένωσης και της απόσυρσης της Μεραρχίας το 67, «Εφικτού», «Εθνικής Εξυγιάνσεως», Σχεδίου «ΕΡΜΗΣ» και αγγλοαμερικανικών σχεδιασμών, προδοτικών εντέλει διαταγών από τους χουντικούς αξιωματικούς. Ο Νικηφόρος όμως, μετά την εκτέλεσή του τον Αύγουστο του 1974, θα ζήσει στην οιονεί μεταθανάτια μνήμη της αναβίωσής του τη δοκιμασία του διαμελισμού του στον ομαδικό λάκκο της τουρκικής βαρβαρότητας, ακούγοντας «τον κασμά και τα φτυάρια να χτυπούν τον βράχο.».

Και θα ξαναζεί μέσα στα παραληρήματα του επιζώντος βετεράνου αδελφού του Ερμή κατά τις αλλεπάλληλες συνεδρίες της ψυχοθεραπείας του. Όπως από τα Γραφεία της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων μέχρι την κηδεία του θα ξαναμαζεύει τα ταυτοποιημένα διασκορπισμένα του μέλη τήδε κακείσε μαζί με τα απομεινάρια του σταματημένου ρολογιού του εκείνη την άχρονη στιγμή του μαρτυρίου του. Στη μαρτυρική Κύπρο, όπου διαιωνίζεται το τραύμα και το έρεβος του τρόμου, που στις ακροτελεύτιες «σημειώσεις στο περιθώριο» συνοψίζουν το μήνυμα της φιλοσοφημένης πολιτικοκοινωνικής γραφίδας της Χάρης Σπανού.