Καθόταν εκεί για ώρες. Στις άδειες, σκονισμένες αίθουσες, στους μισογκρεμισμένους χώρους, στην εκκωφαντική σιωπή ενός ερειπωμένου αεροδρομίου που σταμάτησε να λειτουργεί στις 20 Ιουλίου το 1974. Μπαινόβγαινε για πέντε χρόνια, έβγαλε χιλιάδες φωτογραφίες, δεν ζήτησε ποτέ άδεια, παρά μόνο για την τελευταία φωτογράφηση, όταν ήξερε ήδη κάθε πατημασιά του κι όταν οι άνθρωποι που θα έστηνε μπροστά στον φακό του θα ήταν το πλήρωμα της τελευταίας πτήσης των Κυπριακών Αερογραμμών που προσγειώθηκε στο Αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Το ιστορικό της φωτογράφησης, όπως το διηγείται ο ίδιος, είναι συναρπαστικό και περιπετειώδες, χαρακτηρίζεται από την επιμονή και την τόλμη του να αδιαφορήσει για τα εμπόδια και τις απαγορεύσεις. Κανείς δεν γνώριζε πως κάθε φορά που περνούσε την πύλη της εισόδου ασφαλείας θα βρισκόταν εκεί. Συνήθως έλεγε στον φρουρό πως θα πήγαινε στον καφετζή. Ή στη γραμματεία στο γραφείο του Αλεξάντερ Ντάουνερ, ειδικού τότε συμβούλου του γ.γ. του ΟΗΕ για το Κυπριακό. Εκεί είχε πάει εξάλλου την πρώτη φορά ως καλλιτέχνης, στο πλαίσιο παρουσίασης δουλειάς του στην αίθουσα διαπραγματεύσεων.

Το πρότζεκτ ο Άντρος Ευσταθίου το βίωνε ως μια ανεξήγητη εμμονή, κάνοντας το αεροδρόμιο με κάποιο τρόπο έναν ολόδικό του χώρο. Και μέσα από μια σειρά ευνοϊκών συνθηκών κατάφερε τελικά να το ολοκληρώσει με τον τρόπο που ο ίδιος ο χώρος το ζητούσε. «Το πρότζεκτ ουσιαστικά με οδηγούσε από μόνο του» λέει. Αρχικά τον ενδιέφερε πολύ να δείξει το αρχιτεκτονικό κομμάτι του. Κι όταν αυτό τελείωσε –το στατικό δηλαδή κομμάτι της δουλειάς του– θέλησε να το ζωντανέψει. Ξεκίνησε λοιπόν να πηγαίνει εκεί με φίλους του –έμοιαζαν με μοντέλα που αγνοούσαν τον χρόνο– ζητώντας τους να ποζάρουν ντυμένοι με ρούχα των 70ς. 

Κι αυτός φωτογράφιζε εικόνες συναισθηματικά φορτισμένες, με πραγματικά πρόσωπα, βιώματα, κοστούμια. Μέχρι που μια μέρα, τυχαία, ο Σίμος Συμεωνίδης, με τον οποίο βρισκόταν αραιά και πού σ’ ένα καφέ, του ζήτησε να τον φωτογραφήσει εκεί. «Και τι σχέση έχεις εσύ με το αερδρομίο;» τον ρώτησε. Ήταν ένας από το πλήρωμα της τελευταίας πτήσης. «Του ζήτησα να ντυθεί σαν να πήγαινε δουλειά. Να βάλει τη στολή, το καπέλο, να κρατάει την τσάντα του. Την άλλη μέρα, οι δυο τους ήταν εκεί… Μετά από μήνες, μια αυγουστιάτικη μέρα, το πλήρωμα είχε βρεθεί κι ήταν έτοιμο να φωτογραφηθεί. «Εκεί χρειάστηκε άδεια. Και την πήραμε…», θυμάται ο Άντρος, που κατάφερε να αποτυπώσει μέσα από τη φθορά του χρόνου τις μνήμες τους, μια στιγμή που έμοιαζε με την αναμονή της επόμενης πτήσης τους, και την ίδια ώρα παγωμένη, να θυμίζει την ανάμνηση εκείνης της τελευταίας πτήσης, τη μέρα που θα άλλαζε την ιστορία του νησιού.

Ιnfo: Ο Άντρος Ευσταθίου παρουσίασε για πρώτη φορά το «Nicosia International Airport» το 2012, στην γκαλερί που διευθύνει στη Λευκωσία, την Is Not Gallery. Ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα η συμμετοχή του σε έκθεση στο Μουσείο Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της Photobiennale. Από τις 30 Μαρτίου μέχρι τις 29 Απριλίου, 24 φωτογραφίες από αυτή τη δουλειά σε επιμέλεια του Μάριου Teriade Ελευθεριάδη, θα παρουσιαστούν στην Evripides Art Gallery στην Αθήνα (Ηρακλείτου 10 & Σκουφά, Κολωνάκι, 2103615249, 2103615909).