Τα οκτώ μονόπρακτα που σκηνοθετεί ήταν η ευκαιρία να μιλήσουμε για το θέατρο, αλλά και για να συμπεράνει πως υπάρχουν τελικά πολλές πιντερικές συμπεριφορές ανάμεσά μας.

Η αλήθεια είναι πως το όνομά σας ταυτίστηκε τα τελευταία χρόνια με Κύπριους συγγραφείς. Γιατί ξανά Πίντερ; Ασχολήθηκα με Κύπριους συγγραφείς όχι μόνο λόγω του Play, που ήμουν και συνεχίζω να είμαι απ’ τους συμβούλους επεξεργασίας κειμένων, αλλά και γιατί πιστεύω στον Κύπριο συγγραφέα, και στο γεγονός ότι πρέπει να γράφονται και να ανεβάζονται κυπριακά έργα. Από την άλλη, ο Πίντερ ανήκει στην κατηγορία των μεταπολεμικών που αγαπώ ιδιαίτερα όπως οι Ιονέσκο, Ζενέ, Μπέκετ. Είναι συγγραφείς –  προφήτες, οραματιστές, που  έχουν ζήσει την καταστροφή όλων των ηθικών αρχών, εκφράζοντας πανανθρώπινες αξίες που είναι διαχρονικές.

Υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί το σύμπαν του Πίντερ από τους άλλους σημαντικούς της γενιάς του; Ο ιδιόμορφος τρόπος που γράφει, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με το παράλογο του ρεαλισμού. Χαρακτηριστικό στοιχείο των διαλόγων του είναι ο τρόπος που αποδίδει τη λειτουργία της καθημερινότητας ανάμεσα στους χαρακτήρες του. Ο τρόπος για παράδειγμα με τον οποίο λειτουργούν οι παύσεις ή οι σιωπές του και που συχνά σηματοδοτούν έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Ο Πίντερ τοποθετεί τους χαρακτήρες του σχεδόν πάντα σε δωμάτια. Μέσα σε έγκλειστους χώρους. Κι αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί σηματοδοτεί και τον εγκλεισμό του μυαλού, της ανικανότητας του ανθρώπου να δημιουργήσει επιτυχείς διαπροσωπικές σχέσεις. 

Αυτά για τα οποία μιλά ο Πίντερ μπορείτε να τα τοποθετήσετε στο σήμερα; Τι σας ενοχλεί περισσότερο; Η αδιαφορία. Το ότι βλέπουμε τα πάντα σύμφωνα με το δικό μας «συμφέρον». Έχουμε γίνει πολύ εγωιστές. Μας έχει επιβληθεί ένας τρόπος ζωής που μας έχει κάνει να χάσουμε αξίες που συνδέονται με τα συναισθήματά μας. Πολλές φορές δεν μπαίνουμε στον κόπο να επικοινωνήσουμε με τον άλλο γιατί στην ουσία δεν μας ενδιαφέρει ο άλλος. Ζούμε σε ένα δικό μας προσωπικό κόσμο απομονωμένοι και αποξενωμένοι. Αυτό, είναι ένα από τα θέματα που ο Πίντερ πραγματεύεται στα έργα του. Γι’ αυτό και είναι πολύ κοντά μας. Οι χαρακτήρες του κι ο τρόπος που συμπεριφέρονται τον καθιστούν εξαιρετικά σύγχρονο.

Η ομάδα σας, η Σόλο για Τρεις, διανύει ήδη τη δεύτερη δεκαετία της. Ήταν ένας στόχος σας η δημιουργία της; Ήμουν για 18 χρόνια στο Θέατρο Ένα κι όταν ένιωσα ότι ο κύκλος έκλεισε, μ’ όλα όσα έζησα, αποκόμισα και έδωσα, θέλησα να τραβήξω το δικό μου δρόμο. Η Σόλο για Τρεις δημιουργήθηκε ως μια ομάδα πειραματισμού, δίνοντας μια άλλη προοπτική και προσέγγιση στους συγγραφείς. Κάποια στιγμή βέβαια, ανεβάστηκαν και πιο συμβατικές παραστάσεις. Τώρα με τον Πίντερ, αρχίζει και πάλι ένας άλλος κύκλος και η ανάγκη να συνεχίσω να επικοινωνώ με αυτούς τους συγγραφείς.  

Να υποθέσω πως έχετε απόλυτο έλεγχο των επιλογών σας. Όταν μιλάμε για τη Σόλο ναι. Το ρεπερτόριο είναι δική μου ευθύνη παρόλο που δέχομαι και εισηγήσεις. Για παράδειγμα φέτος μια από τις παραστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Θυμέλη είναι η «Φαλακρή Τραγουδίστρια» που έκανα πριν 16 χρόνια. Νιώθω πως είναι ένα ανεξάντλητο έργο γι’ αυτό και επιστρέφω σ’ αυτό.

Με τι έχει να κάνει περισσότερο αυτή η επιστροφή; Με το ίδιο το έργο, με το ότι ωρίμασα αρκετά ώστε να μπορέσω να το ανεβάσω με μια άλλη προσέγγιση. Έκανα μια πολύ ωραία παράσταση τότε αλλά θα ήθελα να τη δω διαφορετικά σήμερα.

Από τι ωριμάζει αλήθεια ένας σκηνοθέτης; Με τη δουλειά, τη συνεχή τριβή με τον ηθοποιό, με τους συγγραφείς. Μεγαλώνοντας, νιώθεις περισσότερη ασφάλεια, έχεις περισσότερες γνώσεις και εμπειρίες.

Θυμάστε την πρώτη παράσταση που σκηνοθετήσατε; Ναι, τη θυμάμαι έντονα. Ήταν το 1996, μ’ ένα δικό μου έργο, την «Ιστορία». Ήταν ένα έργο που είχα γράψει για ένα διαγωνισμό στο BBC  και το οποίο είχε διακριθεί, ως ένα από τα επιλεγμένα έργα της δυτικής Ευρώπης. Χρειάστηκε ένα ολόκληρο καλοκαίρι να πείσω τον διευθυντή του «θεάτρου ένα» πως είμαι ικανή να το σκηνοθετήσω. Στο τέλος βέβαια, τον έπεισα και με εμπιστεύτηκε. Ήξερα ακριβώς τι θα έκανα. Δεν παύει φυσικά από το να ήμουν μια νέα σκηνοθέτις. Με τα καλά και τα κακά μου.  

Τον χώρο αυτό (ένα μικρό θεατράκι στην οδό Κοραή) τον προτιμάτε περισσότερο ως χώρο δουλειάς σας; Ναι, αυτό μ’ αρέσει. Το προτιμώ από τις πολυπρόσωπες παραστάσεις σε μεγάλα θέατρα γιατί υπάρχει μια πιο στενή επικοινωνία με τον ηθοποιό. Νιώθω περισσότερο δημιουργική.

Σ’ αυτή την πορεία πώς αλήθεια βιώσατε το θέατρο ως γυναίκα σκηνοθέτις; Ο κόσμος και ο χώρος του θεάτρου μπορεί να είναι πολύ σκληρός και ανταγωνιστικός.

Αυτό εσείς πώς το εισπράξατε; Ο φόβος του άλλου, ανασφάλειες, είναι κυρίως αυτές που πυροδοτούν εντάσεις στις σχέσεις. Συχνά, ο αντρικός εγωισμός του «εγώ είμαι περισσότερο επαγγελματίας από εσένα» φέρνει αμφισβήτηση ή περιθωριοποίηση. Βέβαια, για να είμαι δίκαια, αυτό δεν συμβαίνει μόνο στις γυναίκες. Όταν υπάρχει κατεστημένο η αμφισβήτηση λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα.

Η γυναίκα σκηνοθέτις αμφισβητείται ακόμα και σήμερα; Λιγότερο τώρα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όταν είσαι αποφασιστική, ξέρεις ότι στη ζωή σου αυτό που θέλεις να κάνεις είναι θέατρο, αυτό αντισταθμίζει τις όποιες δυσκολίες.

Αναφέρεστε και στην περιθωριοποίηση ανεξαρτήτως φύλου, έτσι; Αυτό που βλέπω είναι πως έχει καθιερωθεί η προσέγγιση «τόπο στα νιάτα». Και πολύ καλά γίνεται. Αυτοί είναι οι συνεχιστές. Στο θέατρο όμως όλοι χωράμε. Και οι νέοι και οι παλαιότεροι άνθρωποι που έχουν προσφέρει στο παρελθόν και είναι ακόμα ενεργοί δεν πρέπει να μπαίνουν στο περιθώριο. Πιστεύω πως δεν βρήκαμε τους τρόπους ώστε να το πετύχουμε.

Και πώς γίνεται αυτό; Με ένα καλό προγραμματισμό και οργάνωση, οι ικανότητες και δυνατότητες όλων των ανθρώπων του θεάτρου μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά. Δεν χρειάζεται όλοι να είμαστε σκηνοθέτες ή ηθοποιοί, υπάρχουν ένα σωρό άλλα επαγγέλματα στο θέατρο. Η μαζική παραγωγή επίσης, δεν βοηθά ιδιαίτερα την ανάπτυξη. Πρέπει να δίνονται κίνητρα, να δημιουργούνται συνεργασίες, ανταλλαγές. Οι παραστάσεις, οι καλλιτέχνες να βγαίνουν προς τα έξω και όχι μέσα από το τι κάνει ο καθένας για τον εαυτό του και την ομάδα του. Πρέπει να υπάρχει όραμα, μια στρατηγική, στόχος και να είμαστε σε θέση να απαντούμε το σημαντικό ερώτημα: γιατί θέλουμε να κάνουμε θέατρο. Η κρίση μάς έχει κάνει εσωστρεφείς, κλειστήκαμε στα δικά μας και δικαιολογημένα, γιατί ο κάθε καλλιτέχνης θέλει να δημιουργεί για να μπορεί να υπάρχει. Είμαστε λιγο πιντερικοί σ’ αυτό.   

Νιώθετε πως έχετε χορτάσει; Χορταίνεις μέχρι ενός σημείου. Συνεχίζεις όμως να πεινάς. Θέλεις μια «Φαλακρή» κι έναν Ιονέσκο ξανά. Ένα ακόμα Πίντερ.   
 
«Πίντερ επί 8», από 23/2 στο Θέατρο Χώρα κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 20:30 και κάθε Κυριακή στις 18:30 μέχρι και τις 25/3.  Κρατήσεις:  97829257 / 99544934. Χορηγοί επικοινωνίας Φιλελεύθερος, ΦιλGood.