Πρωταγωνιστεί σε µια από τις µεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες φέτος στην Αθήνα, το θρυλικό «Cabaret» που ανεβαίνει στο Παλλάς σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Ένα κοινωνικοπολιτικό έργο µε τη µορφή µιούζικαλ, το οποίο αντανακλά τις κοινωνικές, οικονοµικές και πολιτικές εξελίξεις του Μεσοπολέµου µε επίκεντρο το Βερολίνο. Ο Τάσος Νούσιας µιλά για τη σηµασία του να έχει κανείς επαφή µε τις ρίζες του, την πατρότητα και τις αγωνίες που τη συνοδεύουν, τις ενοχές του παρελθόντος αλλά και τα λάθη του παρόντος.
 

Αλλεργίες: «Σωματικές δεν έχω. Ευτυχώς. Αλλά αναπτύσσω διάφορες αλλεργίες προς ανθρώπους που είναι εξόχως τοξικοί, αυθαίρετα διεκδικούν και καταλαμβάνουν χώρο, δεν έχουν συναίσθηση του τι πράττουν, είναι απατεώνες ολκής, βρίσκονται να διοικούν από θέσεις ισχύος αν και ανίκανοι, χωρίς να έχουν σχέση με το γνωστικό τους αντικείμενο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι όλοι ένα αλλεργικό σοκ για τον δικό μου οργανισμό».

Βαριέμαι: «Γενικά, βαριέμαι τα κουτσομπολιά και τις ανούσιες συζητήσεις. Δεν μπορώ να αναλώνομαι σε κουβέντες και παρέες που δεν βγάζουν νόημα. Επίσης, στα μεσοδιαστήματα μεγάλης επαγγελματικής έντασης και νηνεμίας, όταν δεν έχω κάτι να ισοσκελίσω αυτή την ένταση και δεν είμαι δημιουργικός, συλλαμβάνω εαυτόν να πέφτω σε βαθιά βαρεμάρα, ενδεχομένως και κρίση. Πρόσφατα πέρασα μια τέτοια περίοδο όπου μου τέθηκε το ζήτημα προς τα πού πηγαίνω. Βίωσα μια αδιέξοδη αγωνία όπου δεν έβλεπα πουθενά φως, είχα χάσει τον στόχο και τη στόχευσή μου. Έγινε το απαραίτητο ξεκαθάρισμα και ακολούθησε η επανεκκίνηση».

Γεννήθηκα: «Καλοκαίρι, στις 12 Αυγούστου 1973, στα Γιάννινα. Είμαι το δεύτερο και μικρότερο παιδί της οικογένειας. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι κάθε φορά που ρωτάω τη μάνα μου για την ώρα που γεννήθηκα, ποτέ δεν μου λέει. Μάλλον θέλει να ξεχάσει το συμβάν». (γελάει)

Δίλημμα: «Έχει φουρτούνα εκεί έξω και εσύ αναρωτιέσαι: να μπω μέσα στη θάλασσα και να περάσω απέναντι ή να περιμένω να καταλαγιάσει ο άνεμος και μετά να μπω; Μπορεί και το δίλημμα να είναι συνώνυμο του δειλιάζω… Ένα μεγάλο δίλημμα που αντιμετώπισα ήταν το θέμα της πατρότητας. Ακόμα και μέχρι την ώρα που κοιλοπονούσε η γυναίκα μου ταλανιζόμουν: Θέλω να γίνω πατέρας; Θα είμαι επαρκής ως πατέρας; Θα είμαι πάντα παρών στις ανάγκες του παιδιού μου; Αλλά με το που ήρθε το παιδί στον κόσμο, άλλαξαν όλα. Η ύπαρξη ενός παιδιού απαλείφει διά παντός όλα τα διλήμματα και σε οπλίζει με τη βεβαιότητα της συνεχούς φροντίδας και αγάπης».

Ενοχές: «Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα ζούσα ενοχικά. Αναλάμβανα όχι μόνο τη δική μου ευθύνη στα πράγματα αλλά και των άλλων. Επίσης, μεγάλωσα με μια μητέρα η οποία δεν διέφερε από τις υπόλοιπες Ελληνίδες μάνες που φορτώνουν τα παιδιά τους ενοχές στην προσπάθειά τους να τα μανιπουλάρουν. Είναι πολύ εύκολος δρόμος για τον γονιό να σπείρει την ενοχή στο παιδί του για να το φοβίσει και να το ελέγξει. Αυτός ο κύκλος ενοχής έκλεισε με την έλευση του δικού μου παιδιού, γιατί κατάλαβα ότι πρέπει να αλαφρώσω πρώτα εγώ, για να μη φορτώσω στην κόρη μου πράγματα που δεν της αναλογούν. Έτσι συγχώρεσα τους γονείς μου, κατανόησα τη δική τους πλευρά και άνοιξα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου απαλλαγμένος από βαρίδια του παρελθόντος».

Ζορίζομαι – Ζηλεύω: «Κατεξοχήν, ζηλευωθαυμάζω τα επιτεύγματα των άλλων και νιώθω περήφανος γι’ αυτούς. Μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους να βάζουν ψηλά τον πήχη και να εμπνέομαι από το παράδειγμά τους. Ζορίζομαι, όμως, όταν καμία φορά με πιάνω να ζηλεύω παθολογικά, χωρίς διέξοδο, όταν συγκρίνομαι με άλλους και με βρίσκω να υστερώ. Εκεί χτυπά καμπανάκι μέσα μου για τον δικό μου βηματισμό. Και ως παλιός πρωταθλητής μεγάλων αποστάσεων, πάντα ακούω προσεκτικά το καμπανάκι και ανασυντάσσομαι».

Ήρωες: «Ζούμε σε μία κατεξοχήν αντιηρωική εποχή, όπου δύσκολα οι άνθρωποι θέτουν εαυτόν στον βωμό της θυσίας για το γενικό καλό, μπαίνουν μπροστάρηδες για να υπερασπιστούν ένα ιδανικό. Αλλά και όταν το κάνουν, δεν φωτίζονται, δεν αναδεικνύονται, γιατί η εποχή προβάλλει και επιτάσσει τη μετριότητα, τα μικρά μεγέθη».

Θυμώνω: «Με την αγένεια και τις φωνές. Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν υπολογίζουν τους συνανθρώπους τους, αφήνονται ανεξέλεγκτα στο θυμικό τους και όποιον πάρει η μπάλα».

Ισορροπία: «Όταν ο άνθρωπος είναι χαρούμενος, είναι και ισορροπημένος. Βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτόν του και το περιβάλλον του».

«Καμπαρέ»: «Πρόκειται για ένα κοινωνικοπολιτικό έργο με τη μορφή μιούζικαλ, το οποίο αντανακλά τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις του Μεσοπολέμου με επίκεντρο το Βερολίνο του 1930. Στη σκιά του ναζισμού ένα υπόγειο Καμπαρέ κινείται στους ρυθμούς της νύχτας. Όλα τα πρόσωπα του έργου ζουν την προσωπική τους ιστορία, συνδεδεμένη με την ιστορία της εποχής. Στο κέντρο της πλοκής, η ιστορία της νεαρής περφόρμερ Σάλι Μπόουλς, την οποία υποδύεται η Τάμτα, που εμπλέκεται συναισθηματικά μ’ έναν Αμερικανό συγγραφέα, τον Κλίφορντ Μπράντσο, δηλαδή τον Ευθύμη Ζησάκη. Σε παράλληλο επίπεδο κινείται η σχέση ενός ζευγαριού, της Φροϊλάιν Σνάιντερ, δηλαδή της Κατερίνας Διδασκάλου, με τον αβρό και γαλαντόμο Γερμανο-Εβραίο Χερ Σουλτζ, τον οποίο υποδύομαι εγώ. Τη Νέα Τάξη πραγμάτων, όπως αυτή διαμορφώνεται διά της επικράτησης των Ναζιστών, εκπροσωπεί στο έργο ο Έρνστ του Βασίλη Μπισμπίκη. Πάνω σε όλους αυτούς και στην ιστορία της εποχής  που σηματοδοτεί την παρακμή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πέφτει η σχολιαστική ματιά του Κομπέρ, ενός πληθωρικού παρουσιαστή με σαρδόνιο χιούμορ, τον οποίο ερμηνεύει ο Τάκης Ζαχαράτος».

Λάθη: «Όταν ήμουν νεότερος, εκεί στα όρια της αίσθησης της αθανασίας που σου επιβάλλουν τα νιάτα (γελάει), ταυτιζόμουν με το τραγουδάκι του Τουρνά, “για ό,τι έχω κάνει, δεν μετανιώνω, δεν μετανιώνω”. Μεγαλώνοντας, φυσικά και έχω μετανιώσει για διάφορα πράγματα που έχω κάνει, φυσικά και έχω αρχίσει να ζητάω συγνώμη, φυσικά και θα κάνω και άλλα λάθη. Ευτυχώς».

Ματαιοδοξία: «Είναι μια τεράστια κυρία η οποία τρέφεται από τις σάρκες μας, το πνεύμα μας, την ψυχή μας. Είναι μια κυρία που σε διεκδικεί επίμονα γνωρίζοντας τις ανασφάλειες και τις μικρότητές σου. Αλίμονο αν πλαγιάσεις μαζί της έστω και για one-night-stand. Την έχεις παντρευτεί και δεν το έχεις πάρει χαμπάρι».

Ντρέπομαι: «Συνήθως δεν ντρέπομαι. Προσπαθώ να τα ζυγίζω νωρίτερα τα πράγματα, προτού πάρουν αρνητική πορεία και με κάνουν να ντραπώ που τα οδήγησα εκεί».