Ο συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης έχει βιώσει για πολλά χρόνια στα άκρα, όλα όσα θα ήθελε να είχε ζήσει ως κομμάτι της ποιητικής του φύσης.

Αρχικά δεν ήθελε να δώσει αυτή τη συνέντευξη. «Τι άλλο να πω;», είπε. Αλλά, στην πορεία, θυμήθηκε κι άλλα, πολλά καινούρια, από αυτά που έχει ήδη περιγράψει κατά καιρούς στα βιβλία του, στο μνημειώδες κυρίως «Αυτή η νύχτα μένει» που επανακυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Περίπλους», το οποίο έγινε best seller, θεατρική παράσταση στην Αθήνα με πολύ μεγάλη επιτυχία, αλλά και ταινία σε σκηνοθεσία Νίκου Παναγιωτόπουλου με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κουρή και την Αθηνά Μαξίμου (και με το υπέροχο ομώνυμο τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη, με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Παπίου, να θεωρείται πια «κλασικό»).

«Το μαγικό μ’ εσένα ήταν ότι δεν ανήκες στον κόσμο αυτό, αλλά έγινες ένα μαζί του τελικά!», του είπα. Ούτε συμφώνησε ούτε διαφώνησε. Ξεκινήσαμε από την αρχή. «Γεννήθηκα στην Αρτάκη, σ’ ένα μικρό χωριό έξω από τη Χαλκίδα, και το μόνο που θυμάμαι απ’ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, είναι ότι δεν μπόρεσα να αποκτήσω έστω και ένα φίλο! Μέχρι να περάσω στο πανεπιστήμιο, δεν βγήκα ποτέ έξω απ’ την αυλή μας και το πιο βασανιστικό -μιλάμε για τύψεις!- ήταν που αγαπούσα εξίσου τους δίσκους του Χατζιδάκι με τα τραγούδια της Δενάρδου και έτρεφα τα ίδια συναισθήματα και για τον Σαββόπουλο αλλά και για τον Τέρη Χρυσό. Πέρασα στη Νομική, σαν άλλοθι, για να ξεφύγω και συνέχισα μετά στο “Θέατρο Τέχνης” του Καρόλου Κουν. Πέραν της Νομικής, το καλλιτεχνικό μου μέλλον ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο – ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Η πρώτη μου εμφάνιση γίνεται στην “Μέδουσα” του Μαρίνου με τεράστιο σουξέ. Τι κάναμε; Εγώ, ο γνωστός συγγραφέας Παναγιώτης Μέντης, ο Περικλής Ματαράγκας και η Ντόρα Καβούρη κάνουμε για πρώτη φορά στην κοσμική Αθήνα σκυλάδικο πάλκο και γίνεται σεισμός. Στον ιερό χώρο της “Μέδουσας” ακούγεται το “βρε, μελαχροινάκι”, “αγάπη μου, γιατί είσαι στεναχωρημένος” και άλλα ανίερα για το κοινό, προκαλώντας στους πλούσιους θαμώνες κύματα ενθουσιασμού. Η εμφάνιση αυτή βέβαια και οι σπουδές στο “Θέατρο Τέχνης” κρατιούνται σαν επτασφράγιστο μυστικό, γιατί μέχρι τότε η μητέρα μου ζούσε με το όνειρο της άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος. Της στέλνω γράμμα και με απειλεί με τα χειρότερα, με επίσης δικό της γράμμα: “Μας κοροϊδεύεις πως πας στη Νομική και εσύ πας στις πιο ελεεινές πόρτες. Είσαι τίποτα. Χαμένο κορμί του κόσμου. Άνθρωπος χωρίς φιλότιμο. Και εμένα θα με βγάλεις από τον κόσμο, αλλά και εσύ καλό δεν θα ’χεις!”».

Επειδή εμφανιζόσουν στη «Μέδουσα» όλα αυτά; Αυτό που ενοχλούσε περισσότερο ήταν η συνεργασία με τον Γιώργο Μαρίνο. Εκείνη την εποχή το όνομα «Μαρίνος» στο χωριό μου φάνταζε σαν να ήσουνα μέλος σε σατανιστική οργάνωση και καταλαβαίνετε, έγινε χαμός. Τελικά όταν έρχεται να με δει σύσσωμη η οικογένεια, ενθουσιάζονται. Ακολουθεί η εκπομπή «Να η ευκαιρία» με το μονόπρακτο του Τσέχωφ «Αίτηση σε γάμο», όπου παίρνω το πρώτο βραβείο και στη συνέχεια πρωταγωνιστικός ρόλος στο Λυκαβηττό, στην παράσταση «Νεκρικοί Διάλογοι» του Λουκιανού, σε μουσική Μίμη Πλέσσα, που κυκλοφορεί και δίσκος από την Lyra. Μετά έχω πρόταση από τον σκηνοθέτη Καντακουζηνό για να παίξω τον εραστή του Μιχάλη Μανιάτη στην ταινία «Άγγελος», όμως ενώ ενθουσιάζονται με τα δοκιμαστικά μου εγώ αποχωρώ. Τώρα, εκ των υστέρων που τα θυμάμαι, πολλές φορές αναρωτιέμαι: Πώς ένα ντροπαλό παιδί πήγε μόνο του στον Μαρίνο για ακρόαση και συνομιλούσε με έναν Κουν; Πώς ένα χωριατόπαιδο, αντί να θελήσει να  γνωρίσει κάποιον σταρ, τηλεφώνησε στην Λούλα Αναγνωστάκη και πέρασε απ’ το σπίτι της παίζοντας ενώπιον της απόσπασμα από την «Πόλη»; Ίσως η αθωότητα και η άγνοια κινδύνου της νιότης… Μετά από χρόνια, όταν το είπα στη Μαλβίνα, δεν με πίστεψε, γιατί της φάνηκε απίθανο.

Η Μαλβίνα, λοιπόν… Η φίλη σου, η Μαλβίνα Κάραλη… Η οποία είχε μάλιστα γράψει για το βιβλίο σου: «Δεν είναι μόνο ένα συναρπαστικό βιβλίο, αλλά κι η μόνη εμπεριστατωμένη κοινωνιολογική μαρτυρία για τον ευρύ χώρο που λέγεται ελληνικό σκυλάδικο…»…

 
Την γνώρισα στην Χαλκίδα, όταν ήμουνα 14 ετών… Ήταν η σταρ της πόλης και η πρώτη έγκυος μαθήτρια στα σχολικά χρονικά. Όταν στο μάθημα της ζωγραφικής ζητήθηκε απ’ τα κορίτσια να ζωγραφίσουν την Αγία Παρασκευή, πολιούχο της πόλης, η Μαλβίνα την ζωγράφισε ολόγυμνη και αποβλήθηκε από όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ήταν πανέμορφη σαν την Ελενα Ναθαναήλ στο «Εκείνο το καλοκαίρι». Ξάπλωνε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου της, σαν πόζα σε ζωγράφο, και περνούσε όλη η πόλη για να την θαυμάσει. Απαγόρευε να της μιλάνε οι διάφοροι περίεργοι και κυκλοφορούσε σέρνοντας ένα μαύρο καρότσι όπου κοιμόταν ένα μωρό στα κατάμαυρα – και αυτό ήταν η Μελίτα. Όταν τέλειωσε η θητεία μου στα σκυλάδικα συνεργάστηκα μαζί της σε όλες τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές της εκπομπές. Ήταν το πιο αναρχικό πλάσμα και πιστεύω πως δεν αντικαθίσταται. 

Μισούσατε και οι δυο το καλοκαίρι, τον ήλιο και τη θάλασσα… Ε; (γελάει) Όταν άδειαζε τον Αύγουστο η Αθήνα, κλεινόμασταν στο σπίτι της στο Κολωνάκι, πίναμε, καπνίζαμε, καλλιαρντεύαμε όλον τον κόσμο, δημιουργούσαμε ίντριγκες, περνούσαμε υπέροχα… (συγκινείται). Θυμάμαι στον «Σκάι» όταν πήρε ραδιοφωνική εκπομπή και μετέφερε όλο το «Αυτή η νύχτα μένει» στην εκπομπή της… Μιλούσε για κονσομανσιόν, με φαντάρους, με ιδιοκτήτες κακόφημων μαγαζιών και το ρεπερτόριο που επέτρεπε ήταν μόνο σκυλάδικο. Φανταστείτε, σ’ έναν σταθμό που τότε έπαιζε μόνο Χατζιδάκι και Γαλάνη, να ακούγεται Χριστοδουλόπουλος, Περράκη, Αγγελόπουλος και Μενιδιάτης… Να καταφθάνουν κεράσματα από κοκορέτσια, αρνιά και μπύρες, δώρα των θαυμαστών στη Μαλβίνα και ο Αλαφούζος να είναι στα πρόθυρα του εγκεφαλικού!

Τι σε είχε οδηγήσει εσένα, με όλο αυτό το υπόβαθρο που μου περιέγραψες, στον συγκλονιστικό κόσμο των σκυλάδικων; Τώρα πια, πιστεύω, πως ήταν μια μαγική συγκυρία, που ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή και την ψυχή μου. 

Με ποιο τρόπο; Έζησα τη νύχτα στην παραμεθόριο χωρίς ενοχές, εντελώς  αποστασιοποιημένος από πανεπιστημιακές περγαμηνές και τη μέθοδο Στανισλάφσκι. Ήταν σαν ένας καλός Θεός να επέλεξε εμένα, το αθώο και άβγαλτο χωριατόπαιδο, που μέχρι τα 18 του δεν είχε ξεμυτίσει απ’ το σπίτι, για να ανοίξει της πύλες της κολάσεως και να γευτεί παθιασμένα το όνειρο.

Αυτό ήταν οι νύχτες στα σκυλάδικα παρέα με τις επίγειες «θεές» και τους υπέρτατους «θεούς»; Τα χρόνια της δεκαετίας του ’80 ήταν μια ατέλειωτη εκδρομή, μια πενταήμερη, ένα ξέφρενο πανηγύρι της χαράς και των αισθήσεων, όπου γλέντησα, αποθεώθηκα, τρελάθηκα, πέρασα μαγικά! Το οδοιπορικό στους χώρους αυτούς είναι το ωραιότερο κομμάτι της ζωής μου, το οποίο στάθηκε ικανό για να ξεφύγω από τη μίζερη και συμβατική ζωή του θεάτρου και να ανακαλύψω τη μαγεία. Σ’ αυτό πάντως τον ειδικό κόσμο της νύχτας μπήκα φάλτσα -εγώ, ο ηλίθιος- με Χατζηνάσιο και Σπανό και δικαίως έφαγα τα μούτρα μου (γελάει).


Ο τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης µε την Κάλη Φέρρη.

Δεν «συνήλθες» με ταχύρρυθμες διαδικασίες; Ω, ναι! Γρήγορα υιοθέτησα το ευλογημένο ρεπερτόριο των λαϊκών τραγουδιστών: «Τι πουρό, τι καγκουρό», «σημαδάκι μελανό», «κοίταξε μη φας, θα φάμε γλάρο» και «όταν είσαι στο βολάν σε στενεύει το κολάν». Αμέσως αρχίζει ο θρίαμβός μου σε ένα ταξίδι που κράτησε δέκα χρόνια… Όσοι επαγγελματίες προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον χώρο «δημοσιογραφικά» -και σας  διαβεβαιώ ήταν πάρα πολλοί- το αποτέλεσμα ήταν γελοίο. 

Δεν ήταν δύσκολο να επιβιώσει κάποιος -με το δικό σου «κουλτουριάρικο» παρελθόν- σε ένα τέτοιο χώρο; Δεν προερχόσουν από τα «σπλάχνα» αυτού του κόσμου… Άκου. Εγώ επιβίωσα μέσα σ’ αυτόν τον υπέροχο κόσμο, γιατί έγινα ένας απ’ αυτούς. Και στο μεγαλείο και στην ξεφτίλα  τους… Γιατί, για να επιβιώσεις, πρέπει να αφεθείς στα χέρια του μαγαζάτορα, του ατζέντη, του ίδιου του πελάτη και να τον βοηθήσεις να νιώσει άρχοντας, αφού ο πελάτης έρχεται για να παίξει ένα συγκεκριμένο ρόλο… 

Γιατί είναι τόσο μαγικές οι νύχτες στα σκυλάδικα, Θάνο; (χαμογελά) Οι νύχτες στα σκυλάδικα είναι μαγικές, γιατί όλοι, μόλις πέσει το σκοτάδι και φωταγωγηθεί η ξεφτίλα, μεταμφιέζονται και έτσι κάνουν υπέρβαση στη μίζερη και άθλια ζωή τους. Ο αγρότης, όλη μέρα στο χωράφι, με μια γυναίκα που τον μισεί και ζώντας για δεκαετίες σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να ανατρέψει, το βράδυ στο πρώτο τραπέζι θα νιώσει άρχοντας. Γύρω οι σερβιτόροι του μαγαζιού υποκλίνονται σ’ ένα άθλιο τύπο που είναι φορτωμένος με τα λεφτά από τις αγροτικές αποζημιώσεις και ο οποίος έχει τη δύναμη με ένα νεύμα να μεταφερθούν όλες οι τραγουδίστριες στη συντροφιά του. Κάποτε, θυμάμαι, μια αρτίστα ζήτησε να πάει τουαλέτα και ένας τέτοιος θαμώνας έκανε το εξής ηρωικό: Διέταξε να κουβαλήσουν πολλά κιβώτια με σαμπάνιες, για να πλυθεί η λεκάνη και να κάτσει η μεσόκοπη. Τέτοιες συμπεριφορές δεν τις περιμένεις από έναν απλό άνθρωπο της επαρχίας, αλλά μόνο από έναν αληθινό Σαουδάραβα πρίγκιπα. Η χειρότερη γκόμενα που και το τελευταίο γραφείο συνοικεσίων δεν θα μπορούσε να προξενέψει στον μεσήλικα συνταξιούχο, φορτωμένη με στρας και με έντονο μακιγιάζ κάτω από τους προβολείς, φαντάζει «θεά» στους μεθυσμένους θαμώνες. Πού να φανταζόταν η δύστυχη στο εργοστάσιο που βολόδερνε πως θα ‘ρχόταν μια μέρα που θα γινόταν αντικείμενο πόθου για τον μισό πληθυσμό της επαρχιακής πόλης! Πού να’ ξερε η δόλια, στο Πέραμα, όταν ο περιπτεράς της γειτονιάς δεν της έδινε βερεσέ ούτε για τσιγάρα, πως θα έφτανε η μέρα που θα πάρκαραν για πάρτη της τα πιο ακριβά οχήματα και κάθε της επιθυμία της θα γινόταν προσταγή! Όλοι μας, μόλις άναβαν τα φώτα, νιώθαμε πως είμαστε θιασώτες μιας φαντασμαγορικής παράστασης, λες και ένας αόρατος σκηνοθέτης, ο οποίος αφού διένειμε τους ρόλους σε καλλιτέχνες, κοινό και υπαλληλικό προσωπικό, έδινε το πρόσταγμα για την έναρξη. Ο άντρας καλλιτέχνης στο χρηματιστήριο της νύχτας θεωρείτο «τίποτα» και καλύτερα να μην υπήρχε για τα περισσότερα αφεντικά. Εννοείται πως, αν δεν είχα το μπαλέτο μου, δεν θα μου λέγανε «καλημέρα». Εξαίρεση αποτελούσε μόνο ένας ο οποίος επωμιζόταν το βαρύ λαϊκό πρόγραμμα, για να μπορούν άνετα οι κοπέλες να «βοσκήσουν» -προσφιλή τους έκφραση- στα τραπέζια των καψούρηδων…


Η ιέρεια των Δυτικών προαστείων της Αθήνας, Παλόµα, στην αγκαλιά του Θάνου Αλεξανδρή.
 

Σ’ εσένα πώς συμπεριφερόταν αυτός ο «αλλόκοτος» κόσμος; Εγώ ήμουν ιδιαίτερα αγαπητός γιατί πάντα στο τραγούδι με πλαισίωναν υπέροχα πλάσματα, με τα οποία πάθαιναν απανωτά εγκεφαλικά, σε μια εποχή που διάφοροι γιδοβοσκοί άνοιγαν μαγαζιά σε ξεχασμένα μέρη και ζητούσαν πρόγραμμα από Αθήνα. «Θα σου στείλω ένα μπαλέτο που θα πάρεις όλα τα λεφτά», έλεγε ο ατζέντης και το αφεντικό δεν ήξερε τι πάει να πει «μπαλέτο». «Μπαλέτο», συνέχιζε ο manager, «είναι τέσσερις  ξεβράκωτες που χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια και παρέα έχουν κι έναν τραγουδιστή». «Να τις στείλεις τώρα!», φώναζε ενθουσιασμένος ο βλάχος, «αλλά τον άντρα τι να τον κάνω; Να τον πιάσω πόρτα για τον χειμώνα;». Έκανα κονσομανσιόν σε πόρνες, νταβατζήδες, εμπόρους ναρκωτικών, σε ανθρώπους που κάποτε έβλεπα στο σινεμά. Σε κάποιους απ’ αυτούς ανακάλυψα μάγκες αληθινούς, με όλη τη σημασία της λέξης, που μπροστά τους κάποιοι «κουλτουριάρηδες», οι οποίοι έχουν αποστηθίσει τον Πλάτωνα, είναι για κλάματα. 

Πώς μετρούσε το «κασέ» της τραγουδίστριας; Το κασέ της τραγουδίστριας εξαρτάτο από την ηλικία της, το βάρος της και από πόσους είχε στείλει στη φυλακή. Όποια είχε πλούσιο book, δηλαδή είχε καταστρέψει οικογένειες κι είχε αναγκάσει τους πελάτες να πουλήσουν σπίτια, χωράφια και αιγοπρόβατα, ήταν περιζήτητη στα καλλιτεχνικά γραφεία. Πολλές φορές συνέβαινε οι πελάτες να έχουν γυναίκες ομορφότερες από τις τραγουδίστριες. Μπορεί η τραγουδίστρια να ήταν άφωνη και να τραγουδούσε με κλειστό μικρόφωνο, όμως το όνειρο του θαμώνα ήταν πάντα να κάνει δεσμό με αρτίστα! 

Καταλάβαινες την ακρότητα όσων ζούσες εκείνη την εποχή; Εγώ δρούσα εν πλήρει συνειδήσει σε αυτό που αξιώθηκα να ζήσω και όταν έκανα κονσομανσιόν ήμουν μέσα στο ρόλο με θρησκευτική ευλάβεια. Όταν, όμως, επέστρεφα στο ξενοδοχείο, άκουγα «Μεγάλο Ερωτικό» με Φλέρυ Νταντωνάκη και τηλεφωνούσα σε συμφοιτητές απ’ τον Κουν να τους πω τα συγκλονιστικά νέα και για να τους ταράξω (γελάει). Αυτές τις ακρότητες που αναφέρεις, εγώ τις αποκαλούσα «μαγεία», γιατί ένα παιδί που μέχρι τότε ντρεπόταν τα έντονα πάθη, έζησε καταστάσεις Τένεσι Ουίλιαμς και σιγά σιγά άρχισαν να του γίνονται όλα οικεία και θαυμαστά. Αν δεν ακολουθούσα την καρδιά μου θα ήμουν ένας δικηγόρος με την τύχη του Καρυωτάκη, ενώ αν ακολουθούσα το θέατρο θα μάζευα ένσημα, βιογραφικά και πολύ θλίψη, γιατί αυτό ειδικά δεν θα με συγκινούσε ποτέ. Αν ξαναζούσα θα ήθελα να κάνω μόνο την ίδια διαδρομή… 


Πορτρέτο του Θάνου Αλεξανδρή από φωτογράφιση-αφιέρωµα στον ίδιο του περιοδικού «ΚΛΙΚ».

Είχατε έρθει και στην Κύπρο τότε… Πρώτη φορά που φύγαμε από Ελλάδα ήταν όταν αποδεχτήκαμε πρόσκληση για ένα τριήμερο εμφανίσεων στο φεστιβάλ της «Carlsberg» της Κύπρου. Εκείνη την εποχή συνεργαζόμουν με έναν Κύπριο showman, ταλαντούχο και αδελφικό μου φίλο, τον Παύλο Χαπούπη. Έτσι, με το μπαλέτο μας, αφού τελείωσαν τα εορταστικά, κάναμε εμφανίσεις στο θρυλικό τότε «Ελυζέ» της Λευκωσίας και μετά στην Αγία Νάπα. Αυτό που θυμάμαι ήταν η συγκίνηση στην πράσινη γραμμή και όλα τα ακούσματα μέχρι τότε για την εισβολή, που μου τάραξαν το θυμικό. Την πρώτη φορά, λοιπόν, δουλέψαμε στα πρώτα μαγαζιά με τον Παύλο και ήταν υπέροχα. Έκτοτε ξανάρθα μόνος μου με το μπαλέτο, σε πιο δευτερότριτα μαγαζιά και ένιωσα λίγο την αγριότητα της κυπριακής νύχτας. Εκείνο πάντως που μου έκανε εντύπωση ήταν η εμμονή των θαμώνων για «Ελληνίδα καλαμαρού»… Όσο χάλια και να ήταν, αυτοί την θέλανε κολασμένα, αρκεί η ούγια να ’γραφε «Made in Greece». Στη Λάρνακα και στη Λεμεσό -στην αλησμόνητη Πλατεία Ηρώων- ήταν συγκεντρωμένα τα πιο κακόφημα μαγαζιά με θαμώνες ντόπιους, Λιβανέζους, Σαουδάραβες και γενικά, κάθε καρυδιάς καρύδι. Ήταν κάτι σαν μπουζουκοκαμπαρέ με πολύ χαμηλό φωτισμό, όπου οι θαμώνες ήταν ικανοί να δώσουν και πάνω από χίλια δολάρια, αν η κοπέλα ήταν αστέρι. Το καλλιτεχνικό προσωπικό είχε Ελληνίδες, οι οποίες έπαιρναν τα μεγαλύτερα μεροκάματα και τις μεγαλύτερες βίζιτες -λόγω ούγιας- αλλά συναντούσες και Τσέχες, Βουλγάρες και κορίτσια από την πρώην Γιουγκοσλαβία που ήρθαν σαν σερβιτόρες για καλύτερη τύχη και οι μαφιόζοι της νύχτας τις έβαλαν να δουλέψουν στα διάφορα μπουζουξίδικα, για να παίρνουν μεγάλες μίζες. Με την ευκαιρία της συνέντευξης θα ήθελα να στείλω τα χαιρετίσματα και την αγάπη μου στον φίλο Παύλο Χαπούπη, αλλά και σε έναν πολύ σημαντικό πρωταγωνιστή του ΘΟΚ με τον οποίο ήμασταν μαζί στο «Θέατρο Τέχνης» του Κουν. Ήμουν τότε 18 ετών. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Είναι ο Βαρνάβας Κυριαζής. 

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Καίτη Γκρέυ, η Γιώτα Λύδια ήταν πάντοτε οι επίγειοι «θεοί» σου;  Θα σου απαντήσω με απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο μου, που όμως απεσύρθη με ασφαλιστικά μέτρα. Ο τίτλος του «Η Μπαρή Σεβντάβα» με θέμα Μανώλης Αγγελόπουλος και Αννούλα Βασιλείου. Άκου. Ο Αγγελόπουλος, ο Καζαντζίδης, η Γιώτα Λύδια, η Γκρέυ και οι μεγάλοι της Ανατολής, μπορούσαν την Τέχνη, επειδή δεν μπόρεσαν τη ζωή! Επειδή μόνο όνειρα είχαν! Συνεπώς, το ταξίδι τους ήταν απαλλαγμένο από όλα όσα για τα όνειρα και τα ταξίδια είναι άχρηστα. Στην ουσία, αυτή η ανέχεια είναι που σου βγάζει το «αχ» και σε συνδέει με τη γη.  Και αυτό τους κάνει μοναδικούς και «θεούς». 

Κινδύνευσες κιόλας τη νύχτα; Η νύχτα δεν εμπεριέχει μόνο μαγεία, έχει και αγριότητα, είναι επικίνδυνη, θέλει και γερά νεύρα. Στην Καστοριά, ένας πελάτης που είχε κάνει μεγάλη ζημιά στο μαγαζί, ζήτησε από την τραγουδίστρια να πάνε μετά για φαγητό. Την πήγε, όμως, κάπου ερημικά στα χιόνια και παρά τις ικεσίες του κοριτσιού, τη βίασε, της πήρε τα ρούχα και την παράτησε ολόγυμνη. Μια άλλη φορά, μια παρέα που έκαψε ολόκληρο το μαγαζί για χάρη του μπαλέτου, ζήτησε από τον χορευτή να πάνε για φαγητό όλοι μαζί και ο χορευτής, επειδή ήταν επικίνδυνοι, αρνήθηκε. Οι τύποι έστησαν ενέδρα, έδιωξαν το παλικάρι από το αυτοκίνητο,  πήραν διά της βίας το τετραμελές μπαλέτο και το βίασαν ομαδικώς.


Από πρόγραµµα σκυλάδικου της Εθνικής Οδού.

Υπήρχαν και οι άγραφοι κανόνες; Οι λεγόμενοι «νόμοι» της νύχτας; Φυσικά! Στα σκυλάδικα απαγορεύεται η κονσομανσιόν σε νεαρά άτομα, γιατί, ως επί το πλείστον, είναι άφραγκα και δεν πρέπει ούτε καν τα χαιρετάμε. Απαγορεύονται σεξουαλικές σχέσεις με τεκνά, σερβιτόρους και μουσικούς. Εξαιρούνται φυσικά τα αφεντικά και οι πάμπλουτοι πελάτες, γιατί έχουν ασυλία. Επιλέγουμε για κονσομανσιόν μόνο τα πρώτα τραπέζια και εκεί γίνεται πάντα όλο το παιχνίδι. Η διάρκεια είναι συγκεκριμένη και όταν εκπνεύσει η προθεσμία, φεύγουμε. Δηλαδή, αν τελειώσει το μπουκάλι και το θύμα δεν είναι διατεθειμένο να παραγγείλει δεύτερο, παρόλες τις παρακλήσεις μας, εμείς φεύγουμε. Όταν, όμως, είναι γενναιόδωροι και έρθει το δεύτερο, ακολουθήσει το τρίτο μπουκάλι, βρίσκουμε χίλιους τρόπους για να παραγγείλει το τέταρτο. Την ώρα που απολαμβάνει τα τραγούδια το θύμα, ρίχνουμε το ουίσκι στη μοκέτα, περιβρέχουμε την πίστα και ανάβουμε φωτιά, γιατί δήθεν μας συγκινεί το σουξέ, κερνάμε την ορχήστρα κοιτάζοντας θριαμβευτικά το αφεντικό, ότι «ευτυχώς  οι μαλάκες καλά κρατούν». Επίσης, δεν κλείνουμε ραντεβού με πελάτη μέρα μεσημέρι! Ο πελάτης την έχει δει βαμμένη στην πίστα και έχει χαλάσει όλες τις καταθέσεις. Άμα τη δει άβαφτη με τη φόρμα, που σίγουρα θα είναι χειρότερη απ’ την πεθερά του, πάει, τον χάσαμε τον μαλάκα. Είναι πολλά… 


Νύχτα κεφιού στην Εθνική Οδό

Άλλο; Όταν παραγγέλνουν ουίσκι, εμείς απαιτούμε σαμπάνια, γιατί δεν πειράζει το στομάχι και είναι ακριβή. Αν ο άλλος επιμένει, γιατί δεν είναι όλοι ηλίθιοι, συμφωνούμε, αλλά απαιτούμε από το πανάκριβο. Όταν επίσης ο πελάτης πάρει την επιδότηση, δεν σηκωνόμαστε από δίπλα του, ακόμη και αν γίνει πόλεμος! Αν είναι η σειρά μας να τραγουδήσουμε, δεν χρειάζεται να πάμε. Θα τραγουδήσουμε τις επόμενες βραδιές. Μοναδικός μας σκοπός  είναι να φαγωθεί ό,τι και να γίνει το πακέτο του καψούρη.           

       
Ξεφάντωµα σε µαγαζί της επαρχίας.

Τι είναι trash, κατά τη γνώμη σου;  Trash -όπως λεγόταν κάποτε και η τηλεοπτική εκπομπή που κάναμε μαζί με τον φίλο μου, Θανάση Αναγνωστόπουλο- είναι όταν παίρνω υλικά που δεν χρησιμοποιούν οι άλλοι, σχεδόν παρατημένα και προσπαθώ να κάνω ποίηση. Είναι, δηλαδή, σαν να πας απέναντι απ’ το Μέγαρο όπου γίνονται πράγματα φαντασμαγορικά και να θέλεις να τους συναγωνιστείς, στήνοντας πρόχειρα ένα αντίσκηνο με μια μπάντα πλανόδιων μουσικών. Μπορείς να συναγωνιστείς τη φιλαρμονική της Βιένης με μια ξεκούρντιστη ορχήστρα τσιγγάνων; Δεν το ξέρεις… Αν σου κάτσει μπορεί μέσα από το πενιχρό σου κόνσεπτ, να ξεπεταχτεί μια αίσθηση από Φεντερίκο Φελίνι.  

Εν τέλει τι κέρδισες από την περιπλάνηση των δέκα χρόνων στα σκυλάδικα, Θάνο; Κέρδισα τη σωτηρία της σάρκας μου, το σπίτι μου και την πολυτέλεια να ζω, χωρίς να εργάζομαι. Το σπουδαιότερο; Ακύρωσα την ατάκα του Χορν από την «Οδό ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι: «Κανείς δεν ζει αληθινά, αυτό που θα ’θελε να ζει». Εγώ το έζησα δέκα ολόκληρα χρόνια. Δεν το λες και λίγο… 

Info: Το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή «Αυτή η νύχτα μένει», ένα οδοιπορικό στη νυχτερινή ζωή της επαρχίας, επανακυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Περίπλους».