Αεικίνητη, πολυπράγμων, ανήσυχο πνεύμα, «ταξιδιάρα ψυχή» που λέει και το τραγούδι. Η Λένα Διβάνη, εκτός από συγγραφέας και καθηγήτρια στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκει ελληνική και βαλκανική ιστορία εξωτερικής πολιτικής του 20ού αιώνα (σε προπτυχιακό επίπεδο) και μειονοτικά προβλήματα των Βαλκανίων (σε μεταπτυχιακό), λατρεύει να ταξιδεύει, να γνωρίζει νέους ανθρώπους, νέους πολιτισμούς, νέες εμπειρίες. Αυτές τις εμπειρίες καταγράφει στο νέο της βιβλίο «Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο». Ας την ακολουθήσουμε.
Απολαμβάνω: «Το αγαπημένο μου ρήμα. Κατάλαβα από μικρή ότι αυτό που ζούμε δεν είναι ακριβώς ζωή -έχει τόσα θανατηφόρα χαρακτηριστικά που καταντά ύποπτο. Αποφάσισα λοιπόν να υιοθετήσω το εξής αντίδοτο. Κάθε μέρα -μα κάθε μέρα- εκτός των τρεχόντων υποχρεώσεων, θα κάνω ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ και κάτι απολαυστικό: να φάω μια πάβλοβα με φρούτα του δάσους, να διαβάσω ένα διήγημα του Τσέχωφ ή να δω ξανά ένα επεισόδιο του big bang theory για να γελάω μόνη μου σαν χαζή -διότι ένα απολαυστικό πράγμα την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα. Το συνιστά και η γειτόνισσά μου η κυρία Τούλα, που είναι 97 χρόνων και κάνει mani pedi κάθε Τετάρτη βρέξει-χιονίσει. Τις Πέμπτες τρώει κινέζικο με τις φίλες της».
Βαδίζω: «Τα πόδια μου είναι το μέσον μεταφοράς μου. Ανέκαθεν μου άρεσε να βαδίζω – τακούνια δεν φόρεσα ποτέ, μου φαίνονταν σαν εξέδρες του εαυτού, άσε που δεν βοηθούν καθόλου στο περπάτημα. Ακόμα και το ποδήλατο, που το λατρεύω και το χρησιμοποιώ, μου φαίνεται ότι μου κλέβει την αυθεντική επαφή με το δρόμο και τους ανθρώπους».
Γεννήθηκα: «Στις αρχές του Απρίλη, μόλις έμπαινε η άνοιξη. Νομίζω πώς ο τόπος και ο χρόνος που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μας σφραγίζει. Εγώ μεγάλωσα στον Βόλο ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, έμαθα να ατενίζω ορίζοντα, όχι κεραίες. Η μαμά μου άφηνε έναν διακριτικό υπαινιγμό ότι με έφεραν γύφτοι (όπως λέγαμε τότε) γιατί ξεφορτωνόμουν τα παπούτσια μου με την πρώτη ευκαιρία και τριγυρνούσα ξυπόλητη».
Δραπετεύω: «Σιχαίνομαι αυτό το ρήμα. Γιατί γράφονται τόσα άρθρα με τίτλο “πού θα δραπετεύσετε το Σαββατοκύριακο”; Γιατί παραδεχόμαστε όλοι ότι ζούμε σε μια αόρατη φυλακή; Όχι, εγώ δεν το δέχομαι. Τη διάλεξα τη ζωή μου, δεν θέλω να δραπετεύσω απ’ αυτήν. Θέλω να την εμπλουτίσω, να την πολλαπλασιάσω. Γι’ αυτό διαβάζω, ταξιδεύω, βλέπω σινεμά και γράφω».
Ενοχές: «Αν δεν είσαι μεγάλο γαϊδούρι και αναίσθητος άνθρωπος, είναι αδύνατον να ταξιδέψεις στην Αφρική ή την Ινδία και να μη νιώσεις ενοχές. Όσο βλάκας και εθελοτυφλών να τυγχάνεις αδύνατον να μη συνειδητοποιήσεις ότι τα πουπουλένια παπλώματά σου, τα σούσι σου και οι σπουδές σου στην Οξφόρδη, ακόμα και το εξοχικό σου στη Σαντορίνη το “έκλεψες” από τους τριτοκοσμικούς, ω, λευκό ευρωπαϊκό καθαρματάκι. Όχι, μη δικαιολογείσαι, ξέρω ότι δεν το έκανες εσύ. Έτσι άνισο τον βρήκες τον κόσμο. Μια χαρά σε βόλεψε όμως, ε; Αν κάποιος πρέπει να καταδικαστεί στη φαβέλα για να σπουδάσεις εσύ στη Σορβόννη, c’ est la vie…. Πες το όμως ανοιχτά γιατί αρχίζω να εκνευρίζομαι με τα ψευτοανθρωπιστικά σου».
Ζεν: «Δεν το ‘χω πετύχει το Ζεν παρά το γεγονός ότι έχω περπατήσει στα Ιμαλάια ανάμεσα σε πολλά σημαιάκια προσευχών που ανέμιζαν προσπαθώντας να στείλουν ουράνια γαλήνη στην ψυχή μου. Προφανώς δεν την αντέχει την ουράνια γαλήνη η δική μου η ψυχή. Είναι εύφλεκτη, είναι ταμπεραμεντόζα, της αρέσει να ξεδίνει πού και πού λούζοντας τον μέσο ηλίθιο με επίθετα αυστηρώς ακατάλληλα γι’ αφτιά ανηλίκων».
Ήλιος: «Όταν πήγα στο Λονδίνο για το διδακτορικό μου ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Είπα από μέσα μου ε, αύριο θα φτιάξει ο καιρός. Δεν έφτιαξε. Έβρεχε και την Πέμπτη. Και την Παρασκευή έβρεχε. Το Σάββατο ξύπνησα, κοίταξα από το παράθυρο αλλά δεν κατάλαβα αν έβρεχε. Είχε τόση ομίχλη που δεν έβλεπα πέρα απ’ τη μύτη μου. Συμπέρασμα. Ωραία η Αμβέρσα και το Λονδινάκι και το Ντίσελντορφ, αλλά σαπίζεις αδερφάκι μου. Για μένα ο βασιλιάς είναι ένας: ο ήλιος, ο ηλιάτορας, ο πετροπαιχνιδιάτορας, αυτός που γελοιοποιεί κάθε σοβαροφάνεια, αυτός που τραγουδά πρίμο σεκόντο με τα τζιτζίκια, αυτός που δοξάζει το σώμα μας, που δεν μας αφήνει να το θάψουμε κάτω από ρούχα και να το λησμονήσουμε, αυτός που κάνει τη φτώχεια της Λατινικής Αμερικής ανεκτή, αυτός που έδωσε στο ωραιότερο ερωτικό ποίημα του κόσμου, την “Ηλιόπετρα” του Οκτάβιο Παζ, τ’ όνομά του».
Θέλω: «Όσα θέλω, τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα. Έχω κάτι απελπιστικά παιδικό στον χαρακτήρα μου, που αρχικά δεν φαίνεται καθόλου, αλλά μόλις με μάθεις λιγάκι, το πιάνεις στον αέρα. Απελπίζομαι αν δεν πάρω αυτό που θέλω, αρρωσταίνω. Αλλά ευτυχώς ο παιδισμός έχει και άλλη όψη. Αυτό κρατά ελάχιστα. Σε λίγη ώρα ξεχνώ το προηγούμενο θέλω μου και καλωσορίζω με την ίδια μανία το επόμενο, το πιο χρωματιστό, το πιο λαχταριστό, το πιο super califragilistic expialidocious!».
Ιστορία: «Ζω με ιστορίες και τρέφομαι απ’ αυτές. Όταν ήμασταν μικρές με τις αδερφές μου, βγάζαμε ιστορίες από το μυαλό μας και λέγαμε η μία στην άλλη: “θες να πούμε ιστορίες με αγνώστους;” Τις καταναλώναμε σαν να ήταν φρούτα βιταμινούχα, φάρμακα για την ψυχή. Είναι να απορεί κανείς λοιπόν που μεγαλώνοντας άρχισα να γράφω και να πουλάω αυτές τις ιστορίες με αγνώστους σε άλλους πρόθυμους αγνώστους; Είναι τυχαίο που διδάσκω ιστορία στο Πανεπιστήμιο;».
Καθρέφτης: «Η πιο συγκλονιστική ανακάλυψή μου έγινε όταν κατάλαβα ότι ακόμα και αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη δεν ανταποκρίνεται σε καμιά αντικειμενική αλήθεια. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε ποζάρουμε με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να αντικρίζουμε ένα είδωλο προσαρμοσμένο στο φαντασιακό. Εν ολίγοις, κυρίες και κύριοι, αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη είναι απλώς αυτό που θέλουμε να δούμε. Ταξιδεύοντας κατάλαβα ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις χώρες. Απ’ αυτές βλέπεις ό,τι θέλεις και αντέχεις να δεις. Ένας Ρώσος που συνάντησα στην Κούβα έβλεπε τον άντρα που εμπορευόταν το κορμί του σε πελάτισσα Αμερικάνα και μου ‘λεγε: “Tην ερωτεύτηκε, είδες; Του αρέσουν οι ξανθιές”. “Του αρέσουν, αλλά η ταρίφα δεν βλέπω να πέφτει”, σχολίασα κάπως ισοπεδωτικά. “Μην είσαι κυνική”, μου είπε και απομακρύνθηκε».

Μητρότητα: «Από 5 ετών αποφάσισα ότι παιδιά δεν θα κάνω. Μέγα βάρος τα παιδιά, σε στριμώχνουν, σε αναγκάζουν να κάνεις επιλογές που δεν θέλεις, ούτε να πεθάνεις δεν μπορείς όσο είναι μικρά -και τώρα είναι μικρά μέχρι τα 40! Από την άλλη είναι βολικά, είναι το τέλειο άλλοθι: Δεν χωρίζω γιατί έχω παιδιά, κάνω αυτή τη σκατοδουλειά γιατί έχω παιδιά, χρειάζομαι τα φράγκα γιατί έχω παιδιά, δεν μπορώ να κάνω καταδύσεις γιατί έχω παιδιά. Όπως μου είπε πρόσφατα μια απολαυστικά ειλικρινής φίλη μου και νέα μητέρα: Τα παιδιά είναι η καλύτερη δικαιολογία όλων των εποχών! Μπορώ να κάνω ό,τι συμβιβασμούς θέλω χωρίς τύψεις προφασιζόμενη ότι το κάνω για το παιδί. Μέχρι τα καλύτερα αβγά στη λαϊκή μού δίνουν αφού “τα θέλω για το παιδί”!».
Νισάφι: «Νεοέλληνες, νισάφι! Φτάνει! Μην ψάχνετε τόσο απεγνωσμένα παπατζήδες, μην πιστεύετε στο φλιτζάνι, στις φυλλάδες, στα τσοντοσάιτ, στους ψεκασμούς και στις προφητείες του γέροντα που έχει το ψιλικατζίδικο στη γωνία. Τόσο αγώνα έχει κάνει για τη λογική ο άνθρωπος, πώς την πετάτε έτσι στα σκουπίδια;».
Ξυπνάω: «Να, το μισητό ρήμα, η λέξη από την κόλαση, η λέξη που ανακαλύφθηκε για να μας ρημάξει τη ζωή. Ναι, το παραδέχομαι έχω ένα ελάττωμα: Δεν ξυπνώ το πρωί, έχω ανάποδο βιορυθμό. Άσπρισε λοιπόν νεότατη από την αγωνία της η μάνα μου πού θα βρω εγώ κατάλληλη θέση εργασίας. Φοβόταν ότι θα καταλήξω νυχτοφύλακας. Μερικές φορές φοβάμαι πως έγινα συγγραφέας ακριβώς επειδή είναι δουλειά χωρίς ωράριο».
Όχι: «Αυτή αντιθέτως είναι η αγαπημένη λέξη, η λέξη σωσίβιο, η λέξη που σου κόβει υποχρεώσεις και σου χαρίζει χρόνια. Αν με ρωτάτε, θα πρέπει να μάθουν όλα τα παιδιά από νωρίς να τη χρησιμοποιούν σωστά. Αν κάτι μπορεί να τους σώσει τη ζωή, είναι αυτή η μικρή, αγαπημένη λεξούλα-πολυεργαλείο».
Παιδική ηλικία: «Ευτυχώς πέρασε. Δεν τη νοσταλγώ, μολονότι εισέπραξα τεράστιες δόσεις αγάπης. Η αγάπη είναι δίκοπη όμως. Πανευτυχής παιδική ηλικία δύσκολα υπάρχει. Είναι μια συλλογική φρεναπάτη».
Ρυτίδες: «Ως αιωνίως νεανίας εκ πεποιθήσεως, δεν ασχολούμαι με τον χρόνο, δεν είμαι δούλη του, ούτε τον φοβάμαι. Ο χρόνος με βελτιώνει και θα με βελτιώνει μέχρι να ‘ρθει η στιγμή να με σκοτώσει μια και καλή».
Σιωπώ: «Δύσκολα σιωπώ όταν είμαι έξω από το σπίτι. Επειδή οι συγγραφείς είμαστε κλεισμένοι αιώνες σπίτι μας, αναγκαστικά κατάμονοι -έχω μείνει και έναν ολόκληρο μήνα χωρίς να μιλήσω σε άνθρωπο – μόλις βγαίνουμε έξω δεν κρατιόμαστε κυριολεκτικά. Συνήθως παρλάρουμε σαν τζιτζίκια τον Αύγουστο».
Ταξίδια: «Τα λόγια είναι περιττά. Αν θέλετε να μάθετε ζουμερές λεπτομέρειες για τα ταξίδια που έκανα μέχρι την άκρη της Ανταρκτικής, αν θέλετε να μάθετε “Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο”, να διαβάσετε το ομώνυμο βιβλίο μου. Γιατί, όταν τελειώσετε σχολείο και πανεπιστήμιο, ένας τρόπος υπάρχει να συνεχίσετε την εκπαίδευσή σας: να ξεβολευτείτε. Να αφήσετε τον καναπέ και να αρπάξετε σακίδιο, μποτάκια και διαβατήριο. Να αγαπήσετε τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις άγνωστες λέξεις, τον ύπνο σε σκηνή, τις παράξενες φάτσες, τις αναπάντεχες συναντήσεις. Να φτάσετε στην εκρηκτική Βενεζουέλα του ετοιμοθάνατου Τσάβες, στη σέξι Κούβα όπου όλα αλλάζουν εκτός από τη λατρεία του Τσε, στην προβιομηχανική Αιθιοπία των κομμένων κλειτορίδων, στο Βιετνάμ όπου ο σκύλος είναι σπουδαίος μεζές, στη Γη του Πυρός όπου ο Δαρβίνος εμπνεύστηκε τη θεωρία του, στη Νέα Ζηλανδία των Μαορί όπου το νερό τρέχει ανάποδα, για να δείτε τον κόσμο ανάποδα: όχι μόνο πόλεις, που είναι σκέτη βιτρίνα – για να δείτε όλη την αλήθεια, πρέπει να πάτε και στα χωριά και στα βουνά. Μην τρομάζετε, δεν χρειάζεται να είναι κανείς αθληταράς. Όποιος θέλει να ανεβεί, ανεβαίνει. Εγώ το πρωτόκανα πριν από δεκαέξι χρόνια – θα δείτε πώς και γιατί. Αποφάσισα λοιπόν να κλείσω σ’ ένα βιβλίο τις πιο αστείες, μαύρες, απροσδόκητες ιστορίες που με συνάντησαν όσο περπατούσα στα βουνά και στις πόλεις του κόσμου. Είπα να σας διηγηθώ τι έπαθα και τι έμαθα, μήπως την επόμενη φορά έρθετε κι εσείς».
Ύπνος: «Πάντα κοιμόμουν εύκολα. Δυστυχισμένη, αγχωμένη, πεινασμένη, υπό όλες τις συνθήκες και σε όλες τις ώρες μπορώ να κοιμηθώ εύκολα. Πέφτω στα απαλά χέρια του Μορφέα σαν να παραδίδομαι στον πιο αγαπημένο εραστή. Φροντίζω μάλιστα το κρεβάτι μου να είναι καθαρό, απαλό, μοσχομυρωδάτο για να δω ευτυχισμένα όνειρα».
Φοβάμαι: «Μόνο την αρρώστια και τη δυστυχία των αγαπημένων μου. Εγώ έχω τη φρεναπάτη πώς ό,τι να μου τύχει, θα τα κουτσοκαταφέρω. Όταν πονάνε οι πιο δικοί μου, όμως, ο πόνος διπλασιάζεται, γίνεται ανυπόφορος».
Χρόνος: «Τα έχει πει ο Ελύτης όλα και με δύο λέξεις: “χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος”».
Ψέματα: «Τα πιάνω από μακριά σαν λαγωνικό. Μη μου τα λέτε, ρε παιδιά. Ματαιοπονείτε!».
Ωωωχ! «Είναι το επιφώνημα που ακούγεται από το στόμα μου συχνότερα αυτά τα τελευταία χρόνια. Ακούω ειδήσεις; Ωχ. Ακούω δηλώσεις; Ωχ. Ακούω τι λέει ο κόσμος μέσα στο μετρό; Ωχ κι εδώ».
Το βιβλίο της Λένας Διβάνη «Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.