«Είμαι καφετζής που σκαλίζει πέτρες και παίζει κλαρίνο». Έτσι συστήνεται ο Σύμης Σιουκιούρογλου, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της παλιάς Λευκωσίας που γνωρίσαμε μέσα από τα τρία καφενεία του: Την “Πράσινη Γραμμή”, τα Έπεα Πτερόνεντα” και τα “Καλά καθούμενα”. Είναι ένας αντικομφορμιστής που ζει τα τελευταία 32 χρόνια μέσα στη νεκρή ζώνη, «στην άκρη των ακρών, στην τέλειωση του κόσμου».
Με τον Σύμη γνωριζόμαστε από το 1986. Θυμάμαι που κατεβαίναμε με φίλους στο καφενείο που δημιούργησε το 1985 με τη Μαρία Παπά, μέσα στη νεκρή ζώνη, σε μια περίοδο που τα δρομάκια της παλιάς Λευκωσίας ήταν σκοτεινά τα βράδια, με φαντάρους να πηγαινοέρχονται στα φυλάκια και τον φόβο πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συμβεί κάτι. Η αισθητική του παλιού αρχοντικού, η καλή μουσική, οι συζητήσεις στον χώρο, όλα αυτά ήταν στοιχεία που μας γοήτευαν. Εκεί ακούσαμε για πρώτη φορά ζωντανά σπουδαίους μουσικούς: Τον Νίκο Παπάζογλου, τον Ross Daly, τον Ψαραντώνη, αλλά και Κύπριους όπως την Κλέλια Πετρίδου, την οποία ο Σύμης συνόδευε με τον αυλό ή το κλαρίνο. Συναντηθήκαμε πρόσφατα στη νεκρή ζώνη, στο «μητρικό» του όπως το λέει. Αφορμή η έκθεση γλυπτικής που παρουσιάζει αυτές τις μέρες στο «Γκαράζ». Διασχίσαμε ένα μικρό δρομάκι, περάσαμε μέσα από χαλάσματα της Πράσινης Γραμμής και μπήκαμε στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί μου «σύστησε» μερικά από τα «Αθαλασσινά» όντα όπως αποκαλεί τα γλυπτά του. Μου περιέγραψε πώς διαμορφώθηκε το σπίτι σε τέσσερις ανεξάρτητους χώρους όπου ζουν ο ίδιος, ο γιος του και οι δυο του κόρες. Ξεκινήσαμε τη συνέντευξη υπό τους ψαλμούς του Χότζα από την Αγία Σοφία. Ο Σύμης μου λέει ότι σύμφωνα με τους Τουρκοκύπριους φίλους του, οι ψαλμοί μεταδίδονται ζωντανά από την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, σε απευθείας σύνδεση. Θεωρεί ότι είναι μια ενοχλητική παρέμβαση στο ηχητικό του τοπίο. Διευκρινίζει όμως ότι η ενόχληση δεν έχει να κάνει με το ότι οι ψαλμοί προέρχονται από τους Τούρκους.
Μεγάλωσες σε μια οικογένεια μεγαλοαστών. Ωστόσο ακολούθησες μια πορεία κόντρα στις αστικές σου καταβολές. Ο πατέρας μου ήταν εργοστασιάρχης, έκανε χρηματοκιβώτια, θύρες ασφαλείας, μεταλλικά έπιπλα. Είχε από το 1954 την πρώτη μεταλλοβιομηχανία στην Κύπρο. Ήμασταν ευκατάστατοι αλλά ζούσαμε λιτά. Στο σπίτι είχαμε μόνο τα απαραίτητα. Θυμάμαι, είχαμε μια σόμπα πετρελαίου στο κεντρικό δωμάτιο. Το πρωί δεν είχαμε ποτέ ζεστό νερό, ούτε aircondition και χρησιμοποιούσαμε ανεμιστήρες.
Ήταν επιλογή των γονιών σου να ζείτε λιτά; Ναι, ήταν άποψή τους. Ο πατέρας μου ήταν πολύ δημιουργικός. Μας έφτιαχνε παιχνίδια, ποδήλατα, πατίνια και ό,τι φανταστείς. Μια περίοδο πήγαμε στα Λατσιά, πάνω από το εργοστάσιο του πατέρα μου, όπου δεν είχε ρεύμα. Εγώ μεγάλωσα με λάμπες πετρελαίου και με νερό από την υδροφόρα. Ρεύμα είχαμε μέχρι τις 4 το απόγευμα, όσο δούλευε η γεννήτρια του εργοστασίου, για δυόμισι χρόνια. Ο πατέρας μου ήταν ένας από εκείνους που, μαζί με το Συμβούλιο Βελτιώσεως Λατσιών, έφεραν το ρεύμα στα Λατσιά τη δεκαετία του ’60.
Τι σπουδές έχεις κάνει; Οι γονείς μου με προετοίμασαν για σπουδές και, μετά τον στρατό, πήρα θέση στο Oxford Polytechnic στην Αγγλία για Οικονομικά. Έμεινα τρεις μέρες και σταμάτησα. Δεν με ενδιέφεραν τα Οικονομικά, αλλά ούτε και η ακαδημαϊκή παιδεία. Ποτέ δεν ήθελα να σπουδάσω κάτι.
Δεν μετανιώνεις σήμερα; Καθόλου. Η σπουδή δεν δίνει κάτι στον άνθρωπο. Το θέμα είναι να είσαι φιλομαθής. Διάβαζα πάντα πάρα πολύ, και συνεχίζω να διαβάζω, να ψάχνω, να ενδιαφέρομαι, να ακούω.
Οι γονείς σου πώς αντέδρασαν που δεν σπούδασες; Στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ, της μαμάς μου άσπρισαν τα μαλλιά της απ’ τη στεναχώρια της. Για την τάξη τη δική μας ήταν μεγάλο σοκ. Ανησύχησαν όλοι οι γνωστοί και φίλοι μήπως τα παιδιά τους πάρουν παράδειγμα από μένα. Εγώ δήλωσα ότι δεν θέλω να σπουδάσω οτιδήποτε. Έπαιζα μουσική, ασχολούμουν με κατασκευές. Πέρασα μια περίοδο δημιουργώντας δυσκολίες γύρω μου.
Θα πρέπει να ήσουν δυνατός χαρακτήρας για να ακολουθήσεις αυτό που πίστευες έξω από τα «πρέπει» της εποχής. Η αλήθεια είναι ότι τα αστόπαιδα έχουν την ασφάλεια και σιγουριά των γονιών τους. Κάτι χαρακτηριστικό στην οικογένειά μου, που το εφαρμόζουμε κι εμείς στα δικά μας παιδιά, είναι ότι ο καθένας έχει την ισχυρή του άποψη. Είναι έτοιμος να συγκρουστεί με τον άλλο, αλλά δεν τον απορρίπτει ποτέ. Η αγάπη είναι νικητής. Δηλαδή μπορεί να σφαχτούμε και μετά θα καθήσουμε να φάμε μαζί.

Η πρώτη σου δουλειά ήταν το καφενείο «Πράσινη Γραμμή»; Ναι, ήταν η πρώτη. Βέβαια προηγουμένως είχα δουλέψει περιστασιακά στις οικοδομές τη «χρυσή» εποχή του χτισίματος των προσφυγικών συνοικισμών. Κάθε άδειο χωράφι στη Λευκωσία είχε μια μηχανή που έφτιαχνε τσιμεντομπλόκ και πηγαίναμε με τους φίλους μου για να δουλέψουμε. Η αμοιβή μας ήταν με το κομμάτι.
Οι γονείς σου δεν αντέδρασαν; Αντέδρασαν. Εκείνη την περίοδο έγινα κομμουνιστής και τροτσκιστής. Αυτό ήταν το πιο μεγάλο χτύπημα για τους γονείς μου. Οι συγγενείς λυπούνταν τη μητέρα μου. Μαζί με τον Κωστή Αχνιώτη κάναμε τον Κομμουνιστικό Κύκλο και τον Προλάτη. Ένα καφενείο, μπαράκι, σουβλιτζίδικο και βιβλιοπωλείο, εκεί στο ΟΧΙ. Η αντίπαλή μας -φιλική όμως- ομάδα ήταν αυτή του Λάκη Πίγγουρα, του Λάζαρου Μαύρου, του Ντίνου Ευθυμίου και του Βάσου Φτωχόπουλου, οι οποίοι έκαναν το «Πεζοδρόμιο» στην Ξάνθης Ξενιέρου. Η πινακίδα μας ήταν ένα τεράστιο σφυροδρέπανο και το όνομα του μαγαζιού, Προλάτης, σημαίνει αυτός που πάει μπροστά. Το ’80 πέρασα μια τριετία σ’ αυτό το περιβάλλον, ώσπου το απέρριψα και προχώρησα αλλού. Δεν απέρριψα τους ανθρώπους αλλά την ιδεολογία αυτή.
Η «Πράσινη Γραμμή» πώς άνοιξε; Όταν ήρθαμε στον Άγιο Κασσιανό, στη γειτονιά ζούσαν μόνο 2-3 μεγάλες κυρίες. Το σπίτι είναι το μητρικό μου, σ’ αυτό γεννήθηκαν 11 γενιές της οικογένειάς μας. Μεγάλο μέρος της παιδικής μου ζωής και της ενήλικης το έζησα σ’ αυτό το σπίτι. Εδώ έμεναν η γιαγιά μου και οι αδελφές της. Πέθαναν το 1983, και το κατέλαβε ο στρατός παράνομα, χωρίς να το επιτάξουν. Ήταν ένα υπέροχο αρχοντικό που τα έπιπλα τα έκαψαν οι στρατιώτες για να ζεσταθούν.
Και πώς κατάφερες να το πάρεις πίσω; Το 1985 ήρθα εδώ και διεκδίκησα το σπίτι έντονα. Με φίλους μετακινήσαμε βαρέλια, βάλαμε τέλλι. Μου πήρε πολύ καιρό να καθαρίσω την αυλή και να φτιάξω το σπίτι. Οι Τούρκοι αντιδρούσαν, γιατί θεωρούσαν ότι διαταράσσουμε το στάτους κβο της περιοχής. Αρχικά ήταν το σπίτι μας με τη Μαρία Παπά, την πρώην σύζυγό μου. Είχαμε ανάγκη από δουλειά και σκεφτήκαμε το σαλόνι μας, το δίχωρο, να το κάνουμε καφενείο.
Δεν φοβόσασταν; Ποτέ δεν φοβόμουν τους Τούρκους. Θεωρώ πιο πιθανό να σε πατήσει αυτοκίνητο παρά να σκοτωθείς από Τούρκο. Μην ξεχνάς ότι αυτή η περιοχή ήταν πάντα στην άκρη, από το 1964 υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός στην εντός των τειχών πόλη. Εκείνη την περίοδο εμείς είχαμε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται. Ενώ εδώ πηγαινοέρχονταν στρατιώτες με όπλα και ΟΗΕδες, είχαμε την αίσθηση της ελευθερίας που σου δίνει η είσοδος σε έναν παράλληλο κόσμο. Όταν ερχόσουν εδώ είχες την αίσθηση ότι δεν ισχύουν νόμοι και αστυνομίες, ούτε πού θα παρκάρεις ή αν χρειάζεται άδεια ποτού. Εδώ δεν ίσχυε ό,τι ίσχυε εκτός των τειχών, δεν ασχολείτο κανένας μαζί μας.

Τι σε γοητεύει στην παλιά πόλη; Μου αρέσει που βγαίνω από το σπίτι μου και αυτό που βλέπω έχει μια συνέπεια ιστορική και αισθητική. Πάντα ένιωθα ότι είμαι κομμάτι της ιστορίας, ότι είμαι ένας άνθρωπος 3.000 χρόνων όχι 30, 40 ή 50. Για μένα η παλιά πόλη έχει τη γοητεία που βιώνεις όταν μπαίνεις σε μια παλιά εκκλησία και νιώθεις ότι βούτηξες στον ωκεανό του χρόνου.
Μια επιτυχία των καφενείων σου είναι η καλή μουσική αλλά και οι μουσικοί που προσκαλούσατε. Το 1986 ήρθε ο Παπάζογλου ο οποίος μόνο δύο δίσκους είχε τότε. Δεν είχε αρκετά τραγούδια να πει και τραγουδούσε και ρεμπέτικα. Ήρθαν οι Δυνάμεις του Αιγαίου, ο Ψαραντώνης, ο Δουρδουμπάκης, ο Ross Daly. Με συγκινούσαν πολύ αυτοί οι μουσικοί, τους γοήτευε και εκείνους να τραγουδήσουν εδώ.
Παράλληλα με τη μουσική, το καφενείο λειτούργησε και ως χώρος κοινωνικοπολιτικών συζητήσεων. Ναι, εδώ ξεκινήσαμε τους Φίλους του Ακάμα. Όταν μάθαμε το ’86 ότι ο Φωτιάδης ετοιμαζόταν να χτίσει στη Φοντάνα Αμορόζα, καλέσαμε μαζί με τον Δημήτρη Αριστείδη τον κόσμο στο καφενείο για να δράσουμε και να σώσουμε το τελευταίο παρθένο κομμάτι της κυπριακής φύσης. Κάποιοι δεν ήξεραν πού ήταν ο Ακάμας, γι’ αυτό ναυλώσαμε δυο λεωφορεία και πήγαμε στην Πόλη Χρυσοχούς. Έτσι ξεκίνησαν οι Φίλοι του Ακάμα. Εδώ ξεκίνησαν και οι αποτυχημένες προσπάθειες της ομάδας για την αυτοδιάθεση της Κύπρου. Ήταν ένας χώρος ζύμωσης, παράλληλα με το Αιγαίο του Φτωχόπουλου. Η Λευκωσία διαμορφώθηκε από δυο μαγαζιά, το ένα ήταν το Αιγαίο και το άλλο η Πράσινη Γραμμή. Αυτοί οι δυο χώροι σιγά-σιγά εξέφραζαν και διαφορετικές πολιτικές τάσεις.
Ποιες ήταν αυτές; Εμείς ήμασταν πιο διεθνιστές ενώ η ομάδα του Φτωχόπουλου ήταν ενωτικοί, παρόλο που ξεκινήσαμε μαζί όλοι ως αριστεροί, αντικομφορμιστές. Υπήρχαν οι μαοϊκοί, οι μαρξιστές-λενινιστές, η Εργατική Δημοκρατία, η Αριστερή Πτέρυγα της ΕΔΕΚ, ο Κομμουνιστικός Κύκλος. Υπήρχαν και δυο γυναικείες ομάδες. Όλοι στεγάστηκαν σ’ αυτούς τους χώρους, το Αιγαίο και την Πράσινη Γραμμή. Αυτό που μας χώριζε ήταν οι πολιτικές απόψεις και το Κυπριακό ουσιαστικά.
Μετά την Πράσινη Γραμμή, το καφενείο μετακόμισε κοντά στην Πύλη Αμμοχώστου και ονομάστηκε Έπεα Πτερόεντα. Μου αρέσει που πάντα επέλεγες ελληνικά ονόματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να δώσω αγγλικά. Θεωρώ τον εαυτό μου χριστιανό, Έλληνα της Κύπρου. Πρώτα απ’ όλα είμαι χριστιανός. Αυτό ορίζει τη στάση μου απέναντι στον πλησίον μου, στην ύλη, τη ζωή και το θάνατο.
Κάποια στιγμή στράφηκες πιο συνειδητά στη θρησκεία. Πώς έγινε αυτό; Το 1977 που πήγα στρατό, απελευθερώθηκα και από τις ταξικές μου καταβολές. Ο στρατός ήταν σαν να με έβαλε σε ένα λαϊκό λουτρό. Βρέθηκα σε έναν κόσμο άλλο, που μου έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσω δική μου συνείδηση, να γίνω αριστερός, τροτσκιστής, οικολόγος. Πάντα είχα ένα ψάξιμο υπαρξιακό που με άφηνε διαρκώς ανικανοποίητο. Τότε γνώρισα τον Χρήστο Γιανναρά, ο οποίος είχε έρθει για μια διάλεξη μαζί με τον Κώστα Ζουράρι και τον Σαββόπουλο στην Πύλη Αμμοχώστου. Πήγα για να δω τον Σαββόπουλο, ο οποίος ήταν και είναι ο αγαπημένος μου ήρωας και μουσικός παγκοσμίως. Εκεί άκουσα τον Γιανναρά, ο οποίος μιλούσε με ένα συγκλονιστικό τρόπο και μια γλώσσα ημιακατανόητη. «Ερωτεύτηκα» τον Γιανναρά. Μετά τη διάλεξη ήρθαν στο καφενείο μας. Μίλησα μαζί του και τον ρώτησα αν έχει γράψει κάτι. Ο Γιανναράς γέλασε. Του ζήτησα να μου υποδείξει τρία εύκολα βιβλία του. Τα διάβασα και εντυπωσιάστηκα βαθύτατα.
Τι σου προκάλεσε το ενδιαφέρον σ’ αυτά; Με γοήτευσε η αίσθηση ταυτότητας και οικειότητας. Επιτέλους οι ήρωες μου μπορούσαν να ονομάζονται Παύλος, Γρηγόριος, Γεώργιος, Βασίλειος και όχι ονόματα από ανατολίτικες θρησκείες, ή ο Λένιν, ο Κροπότκιν, ο Μαρξ. Μου έφερε μια ηρεμία ο Γιανναράς. Ένιωσα ότι είμαι ένα κομμάτι του δικού μου χωροχρόνου. Γνωρίζω αυτούς τους αγίους γιατί είναι στο εικονοστάσι των εκκλησιών μας. Αφού διάβασα τα βιβλία του, πήρα σημειώσεις με απορίες, πήγα στην Αθήνα και του χτύπησα την πόρτα. Κάθισε μαζί μου ώρες και συζητούσαμε. Στο τέλος μου είπε, αν δεν αρχίσεις να πηγαίνεις εκκλησία και να νιώσεις το γεγονός της σύναξης των πιστών, θα μείνουν ενδιαφέρουσες θεωρίες αυτά που διάβασες, δεν θα αποκτήσουν ουσία πραγματική. Εγώ του είπα αποκλείεται, οι παπάδες είναι έτσι, οι ψαλτάδες είναι παράφωνοι. Αν με αγαπάς θα πηγαίνεις μου είπε, και εγώ ακούω αυτούς που αγαπώ. Στην αρχή δυσκολεύτηκα αφάνταστα.
Τι σε δυσκόλεψε; Δεν δυσκολεύτηκα με τη χριστιανική πίστη αλλά με τη διοικούσα Εκκλησία. Είπα στον Γιανναρά ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω και με έστειλε να γνωρίσω τον πατέρα Συμεών και τον πατέρα Νεόφυτο, τον νυν Μητροπολίτη Μόρφου. Τους γνώρισα και αυτοί οι δυο άνθρωποι έγιναν η αιτία να συνεχίσω να πηγαίνω στην εκκλησία. Συνέχισα και μετά, επειδή ήθελα και τα παιδιά μου να έχουν αυτό το βίωμα.
Πώς το αντιμετώπισαν; Τα παιδιά μου έρχονταν μέχρι τα 12 τους. Μετά αποφάσισαν ότι δεν θέλουν και σταμάτησαν, καθένας ακολούθησε το δρόμο του. Τις Κυριακές πηγαίναμε όλοι μαζί, ήταν ωραίο αίσθημα. Όταν σταμάτησαν τα παιδιά μου, πήγαινα εκκλησία για τον Χριστό και για μένα.
Σήμερα συνεχίζεις να πηγαίνεις; Συνεχίζω, γιατί στην εκκλησία είναι ο μόνος τόπος που μιλούν για τον Χριστό, τον αγαπημένο μου. Είναι σημαντικό να ακολουθούμε το θέλημά Του που είναι πολύ απλό: Αγάπα τον πλησίον σου. Να έχει μια έγνοια ο καθένας για τον άλλο δίπλα του, όσο μπορεί. Η αμαρτία μας είναι η αποτυχία να αγαπήσουμε σωστά τον πλησίον.
Τα Καλά Καθούμενα πότε άνοιξαν; Το 1995 έφυγα από τα Έπεα Πτερόεντα και ήρθα στη Φανερωμένη. Ήμασταν το μόνο καφενείο στην περιοχή. Ήταν τα παγωτά Ηράκλης στη Λήδρας και εμείς.
Οι θαμώνες των καφενείων σου σε ακολουθούσαν; Ναι, κάποιοι συνέχισαν να έρχονται το 1995 στα Καλά Καθούμενα, όμως ήταν ήδη μεγάλοι, παντρεμένοι με χρέη και παιδιά. Οπόταν σιγά-σιγά άλλαξε η πελατεία. Τώρα το καφενείο είναι του γιου μου του Ιορδάνη. Μόνο νεαροί έρχονται τώρα. Το βράδυ μετά τις έξι δεν γνωρίζω κανένα, ούτε με γνωρίζει κανείς.
Στον χώρο δίπλα από τα Καλά Καθούμενα κάνατε μικρές συναυλίες. Είχαμε φέρει κάποιους μουσικούς, όμως ο χώρος διατίθεται για διάφορες εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, πολιτικές συγκεντρώσεις.
Σήμερα υπάρχουν πολλά καφενεία στην περιοχή που μοιάζουν με το δικό σας. Πώς καταφέρνετε να επιβιώνετε; Το καφενείο επιβιώνει 23 χρόνια τώρα, διότι ο τρόπος που λειτουργεί είναι διαφορετικός. Η συμπεριφορά των γκαρσονιών, ο σεβασμός και η έγνοια για τον πελάτη. Η μουσική που παίζουμε, η αισθητική του χώρου. Είμαστε το μόνο μαγαζί που δεν πουλούμε εσπρέσο. Τα Καλά Καθούμενα έβαλαν τον κυπριακό καφέ στη ζωή των νέων ανθρώπων. Έχουμε μόνο δυο μπίρες κυπριακές. Το σλόγκαν του μαγαζιού ήταν «Καλά Καθούμενα, το καφενείο με τις λιγότερες επιλογές».
Πώς σου φαίνεται που η πόλη σήμερα γέμισε καφέ της μόδας; Εγώ ζω μέσα στη νεκρή ζώνη, στην άκρη των ακρών, «στην τέλειωση του κόσμου» που λέει το δημοτικό μας άσμα. Ό,τι και να γίνεται έξω από εδώ, με αφήνει ανεπηρέαστο. Από τη στιγμή που μπορώ να έχω αυτή την καταφυγή, δεν έχω ανάγκη να βγω καν έξω από τα τείχη. Έχω να πάω θάλασσα ή στα βουνά 10 χρόνια.
Κάποια περίοδο όμως έφυγες για τη Μυτιλήνη. Είναι το νησί της πρώην γυναίκας μου. Είναι ένα νησί που δεν σε πληγώνει τίποτε πάνω του. Παλιά έμενα τρεις μήνες. Οργάνωσα συναυλίες στον αντίστοιχο Ακάμα της Μυτιλήνης. Έχω ένα σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα, στον κόλπο της Γέρας. Έφυγα από την Κύπρο θυμωμένος το 2004. Υποστήριζα φανατικά το Σχέδιο Ανάν και ήταν τόσο αποκαρδιωτικό το ότι αυτός ο λαός έχασε την ιστορική ευκαιρία που είχε και δεν θα έχει ξανά. Τσακώθηκα με τους μισούς μου φίλους και αποφάσισα να φύγω.

Εξακολουθείς να πιστεύεις σε μια λύση τύπου Ανάν; Ναι, βέβαια, θεωρώ ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τους Τούρκους. Δεν υπάρχει τρόπος να τους αποφύγουμε, ούτε να τους νικήσουμε ή να βγούμε από πάνω. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ζήσουμε μαζί τους.
Το πρόβλημα δεν είναι να ζήσουμε μαζί τους, όσο το εμπόδιο είναι η Τουρκία. Σε κάθε διένεξη, αν υπάρχει ειλικρινής διάθεση να βρεθείς με τον άλλο, πρέπει να είσαι έτοιμος να δώσεις πράγματα. Η μόνη σωτηρία είναι όλη η Κύπρος να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα ζούμε μαζί πάντα υπό τη σκιά του φόβου. Ο Ερντογάν είναι ο Ερντογάν και η αντιπολίτευση του Ερντογάν είναι χειρότεροι. Όμως με αυτούς έχουμε να ζήσουμε.
Ας αφήσουμε όμως την πολιτική. Η γλυπτική από πότε μπήκε στη ζωή σου; Είναι γύρω στα 25 χρόνια. Κάνω ανθρωπόμορφες και ζωόμορφες φόρμες. Οι Αθαλασσινοί είναι όντα που φτιάχνω με πέτρες από την Αθαλάσσα. Εκεί βρίσκω ασβεστόπετρες, απρόβλεπτες στη συμπεριφορά. Μυριάδες πέτρες ατάκτως ερριμένες στο δάσος. Αγαπώ πολύ αυτού του είδους τις πέτρες. Περιπλανώμαι με τις ώρες ανάμεσά τους και αφουγκράζομαι ελπίζοντας κάποια να μου ψιθυρίσει «Εδώ είμαι, εγώ είμαι». Με την πέτρα αγκαλιά επιστρέφω στο σπίτι και πάνω στον πάγκο ξεκινά η γνωριμία. Τη σκαλίζω, ώσπου να φανερωθεί ο «κρυμμένος».
Πώς δεν τα παρουσίασες μέχρι τώρα; Δεν θεώρησα ποτέ ότι είμαι γλύπτης. Είμαι καφετζής που σκαλίζει πέτρες και παίζει κλαρίνο. Πολλοί φίλοι εικαστικοί με ενθάρρυναν να τα παρουσιάσω.
Η έκθεση γλυπτικής του Σύμη Σιουκιούρογλου με τίτλο «Αθαλασσινοί Κρυμμένοι» παρουσιάζεται στο Γκαράζ (Αμμοχώστου 16) στην παλιά Λευκωσία, ώς τις 29/3.